Ο συγγραφέας Γιώργος Βοϊκλής γράφει για το συλλογικό τόμο "Willkommen in Deutshland". Tον ευχαριστούμε θερμά Η Γερμανία των Ελλήνων Στη συλλογή με τίτλο “WILLKOMMEN IN DEUTSHLAND” των εκδόσεων...
Ο συγγραφέας Γιώργος Βοϊκλής γράφει για το συλλογικό τόμο "Willkommen in Deutshland". Tον ευχαριστούμε θερμά Η Γερμανία των Ελλήνων Στη συλλογή με τίτλο “WILLKOMMEN IN DEUTSHLAND” των εκδόσεων εύμαρος.
Η συλλογή με τίτλο “WILLKOMMEN IN DEUTSHLAND” είναι η έκτη αυτής της πρωτότυπης σειράς των εκδόσεων εύμαρος.
Έχουν προηγηθεί δυο συλλογές για τη Γαλλία με τίτλο Charchez... la Frnce 1 και 2 με 23 και 22 ιστορίες αντίστοιχα, δυο για την Ιταλία με τίτλο Vivere pericolosamente 1 και 2, με 26 και 20 ιστορίες αντίστοιχα, και μία από τη Βουλγαρία με τίτλο “ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ.
Η χώρα των κατόπτρων τότε και τώρα” με 34 ιστορίες.
Η συλλογή “WILLKOMMEN IN DEUTSHLAND” περιλαμβάνει 28 κείμενα γραμμένα από 16 άνδρες και 12 γυναίκες.
Ως προς τη σχέση τους με την Γερμανία, με βάση τα βιογραφικά τους σημειώματα, οι επτά είναι παιδιά μεταναστών, οι έξι βρέθηκαν στη Γερμανία για σπουδές και άλλοι έξι για εργασία.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της συλλογής είναι η διαφορετική -σε μερικές περιπτώσεις αντίθετη- εικόνα για τη χώρα στην οποία γεννήθηκαν και διαμένουν ή τους/τις φιλοξένησε για κάποιο διάστημα για σπουδές ή για εργασία.
Η θετική ή αρνητική θέση απέναντί της, βέβαια, κλιμακώνεται από την καταδικαστική μέχρι την εγκωμιαστική.
Τις διαφορές ανάμεσα στον χαρακτήρα και την συμπεριφορά των Γερμανών και των Ελλήνων επισημαίνει η Έρικα Αθανασίου στο πρώτο κείμενο της συλλογής με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Περίμενε να περάσουν επτά χρόνια και θα δεις”, όπου διαβάζουμε: “Αγαπούσε και τις δυο πατρίδες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έβλεπε τα στραβά της καθεμιάς.
Κι όσο τα χρόνια πέρναγαν, όλο και περισσότερα στραβά γίνονταν κοινά στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, της κλιματικής κρίσης, του κόσμου της τεχνιτής νοημοσύνης, της όποιας ανάπτυξης”. (σελ. 18) Παρόμοια είναι η κατάληξη και του δεύτερου κειμένου της συλλογής με τίτλο “Στα ξένα”, που υπογράφει η Αλίκη Αλιφέρη: “Δεν έγινα Γερμανίδα, δεν κοιμόμουν στις 10 το βράδυ για να ‘μαι φρέσκια το πρωί στη δουλειά την επομένη.
Ωστόσο, εκτίμησα τον κοινό νου για το καλό όλων, την υπευθυνότητα, την ουμανιστική παιδεία.
Καταπολέμησα όσα ελαττώματα της ράτσας μου συνειδητοποίησα” (σελ. 30). Βασικό πρόβλημα σε αρκετά από τα 28 κείμενα της συλλογής είναι η διαχείριση της μνήμης των εγκλημάτων που διέπραξαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα την περίοδο της Κατοχής (1941-1944). Ο Ηλίας Φραγκάκης στο κείμενό του με τίτλο “Γερμανική έρημος” γράφει σχετικά: “Η σχέση με τη χώρα είχε ξεκινήσει κλασικά. Οι Γερμαναράδες που εγκλημάτησαν στην Ελλάδα.
Κατοχή, πείνα, εκτελέσεις, βασανιστήρια, Δίστομο, Καλάβρυτα, Κάνδανος, και τόσα άλλα ονόματα.
Μετά ήρθε οι μετανάστευση και οι πρώην κατακτητές έγιναν ευεργέτες -όπως το πάρει κανείς αυτό.
Μετά ανακάλυψα τη μουσική τους, μετά τους φιλοσόφους και τους ποιητές.
Τι κρίμα τέτοια παράδοση να συνυπάρχει με εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, σκεφτόμουνα”. Την πρώτη αναφορά στις μνήμες του πολέμου συναντάμε στο κείμενο του Χρήστου Αστερίου με τίτλο “Μπιερφελντ”. Ένας ηλικιωμένος Ανατολικογερμανός αφηγείται μια ερωτική ιστορία από την εποχή που, στα 19 του χρόνια, υπηρετούσε στην Ελλάδα ως στρατιώτης του στρατού κατοχής. (σελ. 39). Πλήρη και ουσιαστική αναφορά στα εγκλήματα των Γερμανών στην Ελλάδατην περίοδο της Κατοχής βρίσκουμε στο κείμενο του Θεόδωρου Γ. Ζαφειρίου με τίτλο “Στην τέταρτη Γερμανία”: “Κρύβονταν και δολοφόνοι σε πολλά από τα συμπαθητικά γερμανικά πρόσωπα, εργοδοτικά, αλλά και εργατικά; Κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό το δυσάρεστο παρελθόν, φαίνονταν όλα περασμένα -ξεχασμένα.
Κάνοντας παρέα με συνομηλίκους μου Γερμανούς, φοιτητές και μη, λίγο κάτω απ’τα τριάντα, καταλάβαινα ότι οι ενοχές βάρυναν πολύ περισσότερο αυτούς, τα παιδιά και τα εγγόνια της γενιάς του πολέμου Στα Καλάβρυτα βρέθηκα το 1975, τρία χρόνια πριν φύγω για τη Γερμανία.
Δεν θυμάμαι να κυκλοφορούσε στην πόλη γυναίκα χωρίς να φοράει μαύρα.
Τριάντα τρία χρόνια περασμένα από τη 13η Δεκεμβρίου του 1943, αλλά όχι ξεχασμένα.
Τα γεγονότα τα πληροφορείται κανείς εύκολα στο διαδίκτυο: 500 άμαχοι άνδρες Καλαβρυτινοί, αντίποινα για 77 Γερμανούς στρατιώτες που εκτελέστηκαν από τους Έλληνες αντάρτες.
Επειδή ο πόλεμος πάντων πατήρ, πάντα και παντού, νεκρών τε και ζωντανών, κηρύσσεται τελικά αθώος”. (σελ. 200) Κι ερχόμαστε στο θέμα της μετανάστευσης.
Το 2025 δεν υπάρχουν στη ζωή μετανάστες/τριες της πρώτης γενιάς για να καταθέσουν τις μαρτυρίες τους. Η Κωστούλα Τομαδάκη, ωστόσο, στο κείμενό της με τίτλο “Η μητέρα του σταθμού” γράφει: “Συγκινήθηκα όταν άκουσα τη σχεδόν 90χρονη Αγάπη Αρτζανίδου στο Μαυρονέρι (του Κιλκίς) να μου διηγείται τα πρώτα χρόνια στη Γερμανία, στη φάμπρικα με τις πορσελάνες.
Για τις περισσότερες η μετανάστευση ήταν μονόδρομος, γιατί ήθελαν ένα καλύτερο μέλλον για εκείνες και τα παιδιά τους.
Και όταν γύρισαν πίσω με τη σύνταξη και προσπάθησαν να πιάσουν το νήμα απ’ την αρχή, ένιωσαν πάλι ξένες στη ίδια τους την πατρίδα”. Η ίδια η συγγραφέας σημειώνει: “Οι ζωές των πρώτων μεταναστριών διασταυρώθηκαν σε κάποιο εργοστάσιο και όλες είχαν το ίδιο όνειρο: Να δουλέψουν, να σπουδάσουν τα παιδιά τους και να επιστρέψουν στην πατρίδα”. (σελ. 196). Τα ψυχικά τραύματα των παιδιών ελληνικών οικογενειών που καλούνται να προσαρμοστούν στα δεδομένα της Γερμανίας καταγράφουν στα κείμενά τους δυο από τις συγγραφείς του βιβλίου.Η Άννα Ταχτσόγου στο κείμενό της με τίτλο “Η δική μου Γερμανία” γράφει: “Όχι, αυτή δεν ήταν η Γερμανία που γνώρισα από τους καταλόγους.
Δεν ήταν η χώρα των ονείρων μου.
Αυτή η Γερμανία ήταν μια χώρα που σκλάβωνε για πάντα την παιδική ψυχή.
Ήμουνα ένα παιδί που δεν είχε όρεξη για παιχνίδι, για όνειρα και για φιλίες.
Η χώρα που είχα ζωγραφίσει με τη φαντασία μου, γεμάτη με καραμελένια χρώματα, τώρα είχε για μένα μια αδιαφανή γκρίζα όψη, αυτή της μοναξιάς” (σελ. 176). Και η Νάστια στο κείμενό της με τίτλο “Hort Hurt” συμπληρώνει: “Κλαίω για κάθε παιδί που ντράπηκε για τη γλώσσα που οι γονείς του δεν ήξεραν, για την προφορά μας που έκανε “μπαμ” και έσκαγε στ’ αυτιά τους, για τα έθιμα που δεν ζήσαμε από μωρά να τα κουβαλάμε μέσα μας, για τις συνήθειες.
Τις ασυνήθιστες” (σελ. 128). Στο δράμα των παιδιών των Ελλήνων μεταναστών θα αντιπαραθέσω την ιδανική εικόνα της Γερμανίας όπως καταγράφεται σε κείμενα ενηλίκων.
Και ξεκινάμε από τις σπουδές. Η Ειρήνη Περπερίδου στο κείμενό της με τον χαρακτηριστικό τίτλο ̈Οι άνθρωποι περπατούν, δεν λοξοδρομούν” γράφει: “Σπουδές στο Goethe Universitat σήμαιναν συμμετοχή σε μια κοινότητα που δεν φοβάται τη διαφορετικότητα.
Οι καθηγήτριες και οι καθηγητές δεν δίδασκαν μόνο.
Συζητούσαν, χαμογελούσαν, έδιναν χώρο στις φοιτήτριες και τους φοιτητές να εκφράσουν αμφιβολίες.
Αυτό που με εντυπωσίαζε ήταν ότι η ακαδημαϊκή αυστηρότητα δεν αναιρούσε τη ζεστασιά, αντίθετα την ενίσχυε.
Η ελευθερία να ρωτήσεις, να αμφισβητήσεις, να προτείνεις κάτι διαφορετικό ήταν η καρδιά της μάθησης” (σελ. 135). Η Βασιλεία Τριάρχη στο κείμενό της με τίτλο “Ένα εφηβικό μου όνειρο γίνεται πραγματικότητα” συμπληρώνει: “Δεν μπορώ να βρω τις κατάλληλες εκφράσεις για να περιγράψω τις αμέτρητες ευτυχισμένες στιγμές που έζησα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στοΜόναχο” (σελ.190). Στον υπερθετικό βαθμό κινείται και το κείμενο του Κώστα Πούλου με τίτλο “FERNWEH”: “Ω, Γερμανία, ξανθή μητέρα, σ’ευχαριστώ για τα ωραία οκτώ χρόνια που μου χάρισες, τις μουσικές στους δρόμους, τις ποδηλατάδες, τα θορυβώδη σεμινάρια με τις διαφορετικές, δήθεν αντικρουόμενες, απόψεις, τις αφρώδεις μπύρες μέσα σε ψηλοτάβανες μπιραρίες, τις απέραντες βιβλιοθήκες αλλά και τα μικρά βιβλιοπωλεία, τον Γκέτε, τον Χάντκε, τον Τόμας Μαν, τον Κουρτ Τουχόλσκι, αλλά και τον Κρουμπάχερ και τον Χανς Γκιοργκ Μπεκ, για τις φωτεινές γυναίκες, τις άπειρες μικρές σου λίμνες με τα θολά νερά” (σελ. 149). Απάντηση σε αυτή την εξιδανίκευση της ξενιτιάς δίνει η Μαρί – Νικόλ Θεοδωράκη στο κείμενό της με τίτλο “Αφήγηση της ζωής μου στη Γερμανία”, όπου διαβάζουμε: “Η ζωή μου μοιράστηκε ανάμεσα σε χώρες, γλώσσες και πολιτισμού;, αλλά οι ελληνικές μου ρίζες παραμένουν σταθερές σαν κορμός δέντρου που βαστάει γερά” (σελ. 84). Τις αρνητικές εμπειρίες τους από την παραμονή τους στην Γερμανία καταγράφουν στα κείμενά τους δυο από τους συγγραφείς του βιβλίου. Ο Βασίλης Ζωνιός στο κείμενο του με τίτλο “Το σημείωμα” γράφει: “Η παραμονή μου σε αυτή τη χώρα συνδυάστηκε με μερικά γεγονότα, τα οποία μου έδωσαν να καταλάβω ότι η Γερμανία, ακόμη και σήμερα, έχει έναν υψηλό βαθμό αστυνομικής επίβλεψης, που δεν είναι πάντα αποτέλεσμα της προσπάθειας που καταβάλλουν τα κρατικά όργανα της τάξης Ένα άλλο περιστατικό έχει τις ρίζες του στη ναζιστική Γερμανία όταν, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ένας νόμος προέτρεπε τους Γερμανούς πολίτες να καταδίδουν όσους μιλούσαν εναντίον των Ναζί, των οργάνων της τάξης, του Χίτλερ, ακόμη κι αν αυτοί ήταν συγγενείς τους, ακόμη και οι πιο στενοί.
Αργότερα ο νόμος απέκτησε επιπλέον διαστάσεις, επιβάλλοντας καταγγελία των αναπήρων και των Εβραίων.
Οι σημερινοί ηλικιωμένοι Γερμανοί, λοιπόν, τα παιδιά του ναζιστικού καθεστώτος, ποτέ δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν αυτό το παιδικό τραύμα τους.
Η ύπαρξή τους έχει συνδυαστεί με την καθημερινή παρακολούθηση πίσω απ’την κουρτίνα του σπιτιού τους όσα συνέβαιναν στη γειτονιά τους.
Ο λόγος της παρακολούθησης δεν ήταν για να ικανοποιηθεί η φυσιολογική ανθρώπινη περιέργεια, αλλά για να είναι σε θέση να καταγγείλουν στην αστυνομία οποιαδήποτε πράξη θεωρούσαν παράνομη” (σελ. 76). Ιδιαίτερα για τη στάση των Γερμανών απέναντι στους Έλληνες μετά το 2010, γράφει η Έλσα -Ursoula Κορνέτη στο κείμενό της με τίτλο “Glockenspiel – Ο κουρδιστής των ημερών”: “Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία των Βαυαρών είχε ενεργοποιηθεί αποτελεσματικά.
Άλλωστε, είχαν προηγηθεί και τα “γόνιμα” χρόνια του κίτρινου Τύπου από την ελληνική χρεοκοπία και η προκατάληψή τους για τους Έλληνες “απατεώνες”. Μη γνωρίζοντας ότι μιλώ και καταλαβαίνω τα γερμανικά, όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε (από την καφετέρια) άκουσα την κυρία του κυρίου Βαυαρού να αναφωνεί δυνατά “Gott sci Dank”, δηλαδή “Δόξα τω Θεό, μας άδειασαν τη γωνιά οι ανεπιθύμητες”. (σελ. 106). Τέλος, για την παροιμιώδη πειθαρχεία και την αυστηρή τήρηση των νόμων από τους Γερμανούς αναρωτιέται ο Δήμος Χρυσός στο τελευταίο κείμενο της συλλογής με τίτλο “Αναζητώντας την γερμανική ψυχή”: “Ξέρω ανθρώπους που τους πνίγει αυτή η απόλυτη τάξη.
Δημιούργησε και σεμένα τον προβληματισμό, αν αφήνει περιθώριο στην πρωτοβουλία, την πρωτοτυπία, τη δημιουργία.
Αναζητώντας την αληθινή ουσία της γερμανικής ψυχής αναρωτήθηκα πώς είναι δυνατόν η ευνομία, η συμμόρφωση στους κανόνες, να περιορίζει ασφυκτικά την ελεύθερη σκέψη, την διάθεση για περιπέτεια, ανακάλυψη, καινοτομία, τέχνη; Αφήνει ο κομφορμισμός αυτός περιθώρια για αυθόρμητη συμπεριφορά, για συναισθήματα, για αγάπη, για φιλανθρωπία...” Τελικά ο Δήμος Χρυσός τα είπε όλα.
Θα κλείσω αυτή την περιδιάβαση στις σελίδες της συλλογής “WILLKOMMEN IN DEUTSHLAND” των εκδόσεων εύμαρος με την ανατροπή του μύθου πουέχει αναγάγει την πτώση του τείχους του Βερολίνου σε σύμβολο ελευθερίας. Ο Έβαν Ράιντς στο κείμενό του με τίτλο “Στη Γερμανία” γράφει: ”...στεκόμουν μπροστά στο τείχος Το μυαλό μου άρχισε να περιπλανιέται σε όλα τα τείχη που βίωσα εγώ.
Στο τείχος ανάμεσα στους γονείς μου, στο τείχος ανάμεσα στους γονείς μου και μένα.
Στο τείχος ανάμεσα στους συμμαθητές μου κι εμένα.
Αυτά τα τείχη δεν γκρεμίστηκαν ποτέ” (σελ. 158). Τελικά και αυτή η συλλογή των εκδόσεων εύμαρος μας προσφέρει, όπως και οι πέντε προηγούμενες, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ευχάριστη ανάγνωση.
Αξίζουν θερμά συγχαρητήρια και ευχαριστίες στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη που ήταν ο συντονιστής και επιμελητής και αυτού του σημαντικού συλλογικού έργου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους