🎯(Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αυτό το μικρό διήγημα μπαίνει ως μνημόσυνο στη γιαγιά Κατερίνα και σε όσους Ρωμιούς της Πόλης έζησαν την καταστροφική μανία των Τούρκων τον...
🎯(Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αυτό το μικρό διήγημα μπαίνει ως μνημόσυνο στη γιαγιά Κατερίνα και σε όσους Ρωμιούς της Πόλης έζησαν την καταστροφική μανία των Τούρκων τον Σεπτέμβριο του 1955) ✍️Το εικονοστάσι «Παναγιά μου», είπε κι έκανε το σταυρό της τρεις φορές.
Φίλησε την παλιά και ξεθωριασμένη εικόνα, εκείνη που πάνω της είχε όλες τις φθορές και τον πόνο που έζησαν τη νύχτα των διωγμών και του θανάτου και άναψε το καντήλι στο σπασμένο εικονοστάσι. «Θα σου πάρω άλλο», της είχε πει ο γιος της ο Δημητρός, όταν πια είχαν έρθει στην Ελλάδα και άφησαν πίσω τους τη γη και το σπιτικό τους.
Όμως η γιαγιά Κατερίνα αρνήθηκε.
Κρατούσε αυτό το παλιό, σπασμένο εικονοστάσι ως φυλαχτό, μαζί με το ραγισμένο καντήλι και την εικόνα της Παναγιάς που είχε ξεθωριάσει και ήταν γεμάτη από σφυριές και χτυπήματα.
Τα κρατούσε και τα είχε φέρει μαζί της στην Ελλάδα γιατί ήταν μάρτυρες όσων έζησαν εκείνο τον τρομαχτικό Σεπτέμβρη.
Άναβε το παλιό καντήλι και χάιδευε την εικόνα της Παναγιάς με τα τραχιά από τις δουλειές της χέρια.
Την έπαιρνε στην αγκαλιά της και την κανάκευε όπως οι μάνες κανακεύουν τα μωρά τους. «Σώπα», της έλεγε. «Μην κλαις άλλο Παναγιά μου» και σκούπιζε τα δικά της δάκρυα γιατί μέσα στην προσευχή της θυμόταν πως κανάκευε εκείνο το βράδυ τη Στέλλα, το μικρότερο από τα παιδιά της.
Το κανάκευε για να μην κλάψει και τους ακούσουν οι Τούρκοι. «Γιατί κρατάς αυτή την παλιά εικόνα γιαγιά;», ρωτούσαν ο Αλέξανδρος κι ο Χρήστος, τα εγγόνια της, παιδιά του Δημητρού.
Έπαιζαν τριγύρω της και χοροπηδούσαν όπως τα νιόβγαλτα κριάρια.
Την πείραζαν και της ζητούσαν να τους φτιάξει το αγαπημένο τους φαγητό. «Ελάτε εδώ βρε να προσκυνήσετε», τους έλεγε και τους μάλωνε.
Τα μικρά όμως έτρεχαν έξω στην αυλή για να παίξουν κι η γιαγιά θύμωνε.
Αλλά ο θυμός της περνούσε γρήγορα.
Έμοιαζε με το καλοκαιρινό μπουρίνι που χανόταν με ευκολία πίσω από τη ζέστη.
Πήγαινε τότε στην κουζίνα και τηγάνιζε κεφτεδάκια.
Μοσχοβολούσε η γειτονιά στο Παλιό Φάληρο από τα μπαχάρια που έβαζε.
Άνοιγε το παράθυρο η γιαγιά και φώναζε τη γειτόνισα για να τη φιλέψει και προς στιγμή νόμιζε πως ήταν στο Πέρα, στο σπίτι της, στη γειτονιά της.
Η γιαγιά Κατερίνα δεν γεννήθηκε στην Πόλη αλλά την αγάπησε από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της στα ιερά της χώματα.
Μαγεύτηκε από την ομορφιά της και λάτρεψε τα κάλλη της.
Έφτιαξε το σπιτικό της εκεί, δίπλα στον Φίλιππο.
Έμπορος ήταν ο Φίλιππος όπως και οι γονείς της.
Την γνώρισε σ΄ένα από τα ταξίδια του στην Καστοριά και, χωρίς δεύτερη σκέψη, έστειλε το προξενειό.
Δεκαοχτώ χρονών ήταν η γιαγιά όταν παντρεύτηκαν και έμειναν στη Πόλη, σε μια γειτονιά που έσφυζε από ζωή και από Ελλάδα.
Ακόμη θυμάται τη μυρωδιά του γιασεμιού τα καλοκαιρινά βράδια και το δροσερό αεράκι του Βοσπόρου.
Τις συζητήσεις στο πλακώστρωτο έξω από το σπίτι, τα γέλια των παιδιών και τις αταξίες τους.
Τα μαγειρέματα και τα γλυκά.
Μοσχοβλούσε η γειτονιά και οι νοικοκυρές έδιναν απλόχερα ένα πιάτο από το φαγητό τους η μια στην άλλη ή σε όποιον περαστικό το είχε ανάγκη.
Στις γιορτές τα σπίτια έλαμπαν και οι νοικοκυρές καλούσαν φίλους και γνωστούς.
Προκομμένοι οι Έλληνες της Πόλης, οι Ρωμιοί όπως τους έλεγαν, εις ανάμνηση των κατοίκων της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που σκλαβώθηκε στους Οθωμανούς.
Όμως η γιαγιά το ήξερε, το ένιωθε πως «πάλι με χρόνια και καιρούς, πάλι δικά μας θα είναι». Το μονολογούσε ψιθυριστά κάθε φορά που περνούσε έξω από την Αγιά Σοφιά και, κρυφά, έκανε τον σταυρό της.
Όλα έμοιαζαν να κυλούν ήρεμα μέχρι εκείνον τον Αύγουστο του '55. Λίγες μόνο ημέρες πριν το ημερολόγιο δείξει την αρχή της Ινδίκτου στο παζάρι και στην αγορά άρχισε να συναντά περίεργες φάτσες.
Άνδρες με σκληρά χαρακτηριστικά και άγρια όψη τριγυρνούσαν όλοι μαζί λες και έψαχναν κάτι.
Έμοιαζαν με αγρίμια που περίμεναν το σινιάλο για να επιτεθούν στο θύμα τους.
Περνούσαν από τα μαγαζιά και κοιτούσαν με προσοχή ιδιοκτήτες και πελάτες.
Η γιαγιά σκιάχτηκε. «Κάνε Παναγιά μου να μην μας βρει κανά κακό», μονολόγησε.
Όμως το κακό ήρθε και ξέσπασε την οργή του επάνω τους και επάνω σε όλους τους Έλληνες της Πόλης.
Ξημερώντας η 6η Σεπτεμβρίου του 1955, τίποτε δεν προμήνυε όσα θα ακολουθούσαν.
Η γιαγιά μαγείρευε όταν ο εννιάχρονος Δημητρός μπήκε στο σπίτι. «Ο Φερίτ θέλει να μιλήσει με τον πατέρα», είπε το αγόρι αδιάφορα. Ο Φερίτ ήταν ο Τούρκος γείτονας τους.
Παντρεμένος με την Αϊσέ, μια ευγενική γυναίκα με μεγάλα θλιμμένα μάτια.
Η γιαγιά ακόμη θυμόταν πως κόντεψε να πεθάνει στη γέννα πριν από μερικά χρόνια.
Είχε τρέξει τότε στο σπιτικό τους, βοήθησε τη μαία, έκανε και προσευχή στη Παναγιά και η Αϊσέ και το παιδί έζησαν.
Έκτοτε η γυναίκα ζήτησε μια εικόνα της Παναγιά. «Μια μικρή για να την βάλω στον κόρφο μου», είπε σιγανά. «Μάνα είναι κι αυτή, με καταλαβαίνει». Και η γιαγιά της έδωσε.
Και η Αϊσέ προσευχόταν στη Μάνα των Χριστιανών γιατί η αγκαλιά της Μάνα χωράει όλα τα παιδιά του κόσμου, όπως έλεγε η γιαγιά. Ο Φερίτ ήξερε πως η γυναίκα του προσευχόταν μαζί με τη γυναίκα του Φίλιππου και, παρόλο που θύμωσε, ποτέ δεν είπε τίποτα.
Είχε τέσσερις κόρες ο Φερίτ και ήθελε πολύ έναν γιό.
Και στη κρίσιμη γέννα η Παναγιά και η γυναίκα του Φίλιππου είχαν σώσει το γιό του και την Αϊσέ. «Προσευχήσου όσο θέλεις, αλλά κρυφά», της είχε πει κάποτε. «Και όχι πολλά πάρε δώσε με τους Έλληνες». Γιουνάν – Γκιαούρ τους έλεγαν οι Τούρκοι. «Θέλει να μιλήσει με τον πατέρα μόλις γυρίσει από το μαγαζί το μεσημέρι», είπε ξανά ο Δημητρός και άρπαξε μια πατάτα από την πιατέλα στο τραπέζι. «Καλύτερα να μην ανοίξεις το μαγαζί το απόγευμα», είπε ο Φερίτ στο Φίλιππο όταν πήγε να τον δει. «Μαζέψτε λίγα πράγματα και φύγετε, κάτι κακό θα συμβεί απόψε». Πού να πάνε και τί να μαζέψουν.
Η γιαγιά θυμόταν τον πανικό που ένιωσε όταν γύρισε ο άντρας της με τα κακά μαντάτα.
Πέντε παιδιά είχαν και η Στέλλα ήταν ακόμη μωρό στην κουνιά.
Πριν προλάβουν να να σκεφτούν τα μαντάτα για τις φασαρίες που είχαν ξεσπάσει από τον τουρκικό όχλο έφτασαν στα αυτιά τους.
Η πόρτα χτύπησε δυνατά και η Αϊσέ με τα θλιμμένα μάτια μπήκε στο σπίτι.
Άρπαξε τη Στέλλα από την κούνια και τους ζήτησε να την ακολουθήσουν.
Κρύφτηκαν κάτω από μια καταπακτή και επάνω η γυναίκα έστρωσε ένα χοντρό χαλί που είχε από τα προικιά της.
Όλο το βράδυ άκουγαν τα ουρλιαχτά από τις σφαγές και τους βιασμούς.
Όλο το βράδυ έμειναν εκεί, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου με τέσσερα τρομαγμένα παιδιά να έχουν κουρνιάσει ανάμεσα τους και το μωρό στην αγκαλιά.
Η γιαγιά το κανάκευε για να μην κλάψει και προδοθούν γιατί οι Τούρκοι έψαχναν παντού για Έλληνες ακόμη και σε σπίτια Τούρκων.
Το σπίτι τους λεηλατήθηκε και καταστράφηκε. Οι Τούρκοι έκαψαν κάποια από τα υπάρχοντα που δεν μπόρεσα να πάρουν και έσπασαν κάποια άλλα όπως το εικονοστάσι.
Με τα ραβδιά τους χτύπησαν τις εικόνα της Παναγιάς λες και ήταν σώμα ανθρώπου που ήθελαν να πεθάνει.
Η γιαγιά την βρήκε ανάμεσα στα αποκαϊδια αυτή και το ραγισμένο καντήλι την επόμενη ημέρα.
Την καθάρισε από τις ακαθαρσίες που ο όχλος είχε αφήσει για να την βεβηλώσει και την φύλαξε μαζί με το σπασμένο εικονοστάσι.
Από τότε κάθε χρόνο τις ημέρες των Σεπτεμβριανών την έπαιρνε στην αγκαλιά της και την κανάκευε.
Την ευχαριστούσε που έσωσε την οικογένειά της και έκλαιγε πικρά για όσους δεν σώθηκαν.
Έκλαιγε για την κόρη του φούρναρη που την βίαζα όλο το βράδυ και τρελάθηκε.
Έκλαιγε για τον γιο του Κωνσταντή που τον πέταξαν από την ταράτσα.
Έκλαιγε για τον παπά στο Γενή Μαχαλά που τον έσερναν γυμνό στους δρόμους.
Έκλαιγε για τις γυναίκες που ατιμάστηκαν και τους άνδρες που σκοτώθηκαν, τα σπίτια που λεηλατήθηκαν και τα μαγαζιά που καταστράφηκαν.
Έκλαιγε για τον Ελληνισμό που οι Τούρκοι ξερίζωναν.
Όμως πιο πολύ, τα τελευταία χρόνια, έκλαιγε για την Αϊσέ που είχε μείνει μόνη στην Πόλη. © Σεπτέμβριος 2022 Γιώτα Χουλιάρα 📌Σημείωση: Το παραπάνω διήγημα είναι αφιερωμένο στην Κατερίνα Νίκλαν το γένος Βαλαλά η οποία γεννήθηκε στην Καστοριά το 1913 και παντρεύτηκε στην Πόλη τον Φίλιππο Νίκλαν, ο οποίος είχε γεννηθεί στο Μαυροβούνι Σερβίας και καταγόταν από τη Μάνη. 👉Η Κατερίνα ήταν η γιαγιά του συζύγου μου Αλέξανδρος Νίκλαν.
Όταν το σπίτι τους καταστράφηκε από τους Τούρκους το 1955 το ξανάφτιαξαν.
Έμεινε στην Πόλη μέχρι το 1974 όταν ήρθε μαζί τον γιό της Δημήτρη (πατέρα του συζύγου μου) στην Αθήνα.
Ήδη ο Αλέξανδρος είχε γεννηθεί στο Πέρα και βαφτιστεί στο Φανάρι.
Η γιαγιά πάντα πίστευε ότι κάποια στιγμή θα γυρνούσε στο σπιτικό της. Πέθανε όμως και δεν πρόλαβε. Είμαι σίγουρη ότι η ψυχή της φτερουγίζει πάνω από τον Βόσπορο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους