Υπάρχουν φορές που η τύχη ενός βιβλίου στη βιβλιοθήκη μας είναι σχεδόν τόσο παράξενη όσο και η ιστορία που κουβαλά το ίδιο. Και στην περίπτωση της «Οργής», θα μπορούσα πράγματι να πω πως είμαι από...
Υπάρχουν φορές που η τύχη ενός βιβλίου στη βιβλιοθήκη μας είναι σχεδόν τόσο παράξενη όσο και η ιστορία που κουβαλά το ίδιο.
Και στην περίπτωση της «Οργής», θα μπορούσα πράγματι να πω πως είμαι από τους τυχερούς.
Όσοι γνωρίζουν την ιστορία της ξέρουν και τις εξωφρενικές τιμές που έφτασαν να ζητούνται κατά καιρούς για ένα αντίτυπό της, με ορισμένα να εμφανίζονται προς πώληση ακόμη και κοντά στα 1.500 ευρώ.
Κι όμως, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, το δικό μου αντίτυπο βρίσκεται στη βιβλιοθήκη μου έχοντας μου κοστίσει μόλις 7 ευρώ.
Η «Οργή» δεν είναι πια απλώς ένα βιβλίο του Stephen King.
Γύρω της δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος μύθος, τόσο μεγάλος ώστε η φήμη της έχει σχεδόν καταπιεί το ίδιο το έργο.
Υπάρχει, άλλωστε, κάτι βαθιά παράξενο στο να διαβάζεις ένα βιβλίο γνωρίζοντας πως ο ίδιος ο άνθρωπος που το έγραψε αποφάσισε κάποτε ότι δεν ήθελε πια να βρίσκεται στα ράφια, όχι επειδή αποκήρυξε τον νεότερο εαυτό του, αλλά επειδή άρχισε να φοβάται τη ζωή που μπορούσε να αποκτήσει η ιστορία του έξω από τις σελίδες της.
Δημοσιευμένη το 1977 με το ψευδώνυμο Richard Bachman, η «Οργή» απέχει αισθητά από όσα έχουμε συνηθίσει να συνδέουμε με τον King.
Δεν υπάρχουν υπερφυσικές δυνάμεις ή τέρατα.
Ο τρόμος γεννιέται αποκλειστικά μέσα στον άνθρωπο και μάλιστα μέσα σε έναν άνθρωπο τόσο νέο, ώστε η βία του μετατρέπεται αναπόφευκτα και σε ερώτημα για τον κόσμο που τον διαμόρφωσε. Ο Τσάρλι Ντέκερ είναι ένας μαθητής λυκείου που επιστρέφει οπλισμένος στην τάξη του, σκοτώνει καθηγητές και κρατά τους συμμαθητές του ομήρους. Ο King, ωστόσο, δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ομηρία και την έκβασή της όσο για όσα αρχίζουν να συμβαίνουν όταν η πόρτα της αίθουσας κλείνει και μαζί της μοιάζουν να μένουν έξω οι κοινωνικοί κανόνες και οι προκαθορισμένοι ρόλοι.
Τοποθετεί τον αναγνώστη μέσα στον ψυχισμό του Τσάρλι και τον αναγκάζει να παρακολουθήσει μια οργή που δεν γεννήθηκε τη στιγμή που ένα όπλο βρέθηκε στα χέρια του, αλλά είχε ήδη τραφεί από την ταπείνωση, τη δυσλειτουργική οικογένεια, τη σύγκρουση με την εξουσία και τη βαθιά αίσθηση ότι κανείς δεν τον ακούει.
Η «Οργή» γίνεται έτσι πολύ περισσότερο από την ιστορία ενός σχολικού μακελειού, αφού δεν επιχειρεί να δικαιολογήσει τη βία αλλά να εξετάσει όσα μπορούν να προηγηθούν αυτής.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ό,τι συμβαίνει στους ίδιους τους ομήρους, καθώς η σχολική αίθουσα μετατρέπεται σε ένα πεδίο αποκαλύψεων, όπου οι μαθητές εξομολογούνται, αποκαλύπτουν μυστικά και αφήνουν να αναδυθούν δικές τους θαμμένες εκδοχές θυμού και επιθετικότητας.
Η οργή παύει έτσι να ανήκει αποκλειστικά στον Τσάρλι και γίνεται καθρέφτης μιας ολόκληρης μικροκοινωνίας.
Το βιβλίο φανερώνει, βέβαια, και τη νεότητα του δημιουργού του. Ο King διαθέτει ήδη εκείνο το ένστικτο που αργότερα θα τον έκανε να εισχωρεί με εκπληκτική ευκολία στις σκοτεινότερες περιοχές των χαρακτήρων του, όμως ορισμένες ψυχολογικές μετατοπίσεις είναι απότομες και δεν έχουν ακόμη τη λεπτότητα του ώριμου συγγραφέα.
Παρ' όλα αυτά, στις σελίδες του βρίσκονται ήδη πολλά από τα μοτίβα που θα στοιχειώσουν το μεταγενέστερο έργο του: η βία κάτω από την επιφάνεια της καθημερινότητας, η δυσλειτουργική οικογένεια, η εφηβεία, η εξουσία και κυρίως η ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πάντοτε το υπερφυσικό για να συναντήσει το κακό.
Η ανάγνωση της «Οργής» σήμερα είναι σχεδόν αδύνατον να αποσυνδεθεί από όσα συνέβησαν έξω από τις σελίδες της.
Το βιβλίο συνδέθηκε με πραγματικά περιστατικά σχολικής βίας και ο King τελικά συναίνεσε στο να αποσυρθεί από την κυκλοφορία.
Δεν υποστήριξε ότι ένα μυθιστόρημα μπορεί από μόνο του να δημιουργήσει έναν δολοφόνο, αλλά αναγνώρισε όμως τη δυσάρεστη πιθανότητα ένα έργο να λειτουργήσει ως καταλύτης για κάποιον που βρίσκεται ήδη επικίνδυνα κοντά στο χείλος.
Και η απόσυρσή του δημιούργησε ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της ιστορίας του: η προσπάθεια να σιωπήσει μια ιστορία έκανε τελικά τον θόρυβο γύρω της ακόμη μεγαλύτερο.
Δεν θεωρώ την «Οργή» ένα από τα κορυφαία βιβλία του Stephen King.
Το θεωρώ όμως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, ακριβώς επειδή είναι άβολο, νεανικό και τρομακτικά δεμένο με όσα ακολούθησαν τη συγγραφή του.
Διαβάζοντάς το σήμερα, δεν συναντάμε μόνο τον Τσάρλι αλλά και έναν πολύ νεαρό King να αναμετριέται ήδη με ένα ερώτημα που θα τον ακολουθούσε για δεκαετίες: πόσο σκοτάδι μπορεί να συσσωρευτεί μέσα σε έναν φαινομενικά συνηθισμένο άνθρωπο προτού κάποιος αντιληφθεί ότι υπήρχε; Τελειώνοντας την «Οργή», το όπλο δεν είναι τελικά η εικόνα που μένει περισσότερο στη σκέψη.
Περισσότερο μένει η σιωπή που προηγήθηκε, όλα όσα συσσωρεύτηκαν χωρίς κανείς να τα ακούσει, μέχρι η οργή να αποκτήσει τον δικό της τρόπο να απαιτήσει χώρο.
Το πιο σκοτεινό στοιχείο αυτού του βιβλίου δεν βρίσκεται λοιπόν στη στιγμή που ένας έφηβος σηκώνει ένα όπλο, αλλά στη διαδρομή που χρειάστηκε για να φτάσει στο σημείο να πιστέψει πως μόνο έτσι θα μπορούσε πλέον να ακουστεί.
Η «Οργή» παραμένει μία από τις σκοτεινότερες και διεισδυτικότερες ιστορίες της εφηβικής ψυχοπαθολογίας στη σύγχρονη λογοτεχνία, ένα μυθιστόρημα που δεν περιορίζεται στην καταγραφή της βίας, αλλά επιχειρεί να ανιχνεύσει τις υπόγειες διαδρομές που οδηγούν σε αυτήν. Ο King αποδομεί με αμείλικτη οξυδέρκεια τον μύθο της ασφαλούς και τακτοποιημένης αμερικανικής προαστιακής ζωής, αποκαλύπτοντας πίσω από την επίφαση της κανονικότητας την οικογενειακή κακοποίηση, τη συναισθηματική απομόνωση και τη θεσμική αδιαφορία που μπορούν να μετατρέψουν ένα τραύμα που κανείς δεν θέλησε να δει σε μια οργή που, όταν πια γίνεται ορατή, είναι ήδη πολύ αργά για να αναχαιτιστεί.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους