[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΕ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΝΑ ΚΛΑΙΝΕ Μια λυρική και πολιτική περιδιάβαση στο ποιητικό σύμπαν του Μάρκου Μέσκου Σε μια γη που γεννήθηκε μέσα από την λεπτή ομίχλη του πρωινού, εκεί όπου ο βράχος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΕ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΝΑ ΚΛΑΙΝΕ Μια λυρική και πολιτική περιδιάβαση στο ποιητικό σύμπαν του Μάρκου Μέσκου Σε μια γη που γεννήθηκε μέσα από την λεπτή ομίχλη του πρωινού, εκεί όπου ο βράχος δακρύζει από την ορεινή υγρασία κι ο άνεμος ψιθυρίζει ακόμα παλιά, βουβά μοιρολόγια στις χαράδρες.

Στον ίσκιο του Βέρμιου, εκεί όπου τα νερά της Έδεσσας κατρακυλούν σαν ασημένιες φλέβες στη σάρκα του τοπίου και η φύση φυλάσσει άγρυπνη τις σκιές των κατατρεγμένων, ρίζωσε ο ποιητικός λόγος του Μάρκου Μέσκου.

Ένας τόπος ποτισμένος από το άρωμα του βρεγμένου πουρναριού, την παγωνιά της μνήμης και την αψιά ομορφιά της μακεδονικής γης, που έμελλε να γίνει η αιώνια πατρίδα των στίχων του.

Γεννημένος στις 7 Σεπτεμβρίου 1935, δεν διδάχθηκε την Ιστορία μέσα από στεγνές ακαδημαϊκές σελίδες.

Τη βίωσε ως παιδί στον Εμφύλιο, μέσα από την παγωνιά του φόβου, τα αμίλητα πρόσωπα των κατατρεγμένων, τα σώματα που παραχώθηκαν κρυφά στις αυλές των σπιτιών. Ο Μέσκος δεν υπήρξε απλώς ένας ποιητής της λεγόμενης «δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς». Υπήρξε ένας λυρικός αντάρτης, ένας αθόρυβος ραψωδός που πήρε το δημοτικό τραγούδι, το απάλλαξε από κάθε φολκλορική γραφικότητα και του χάρισε την αιχμηρή, σπαρακτική ομορφιά του 20ού αιώνα.

Η ποίησή του δεν γράφτηκε σε κλειστά σπουδαστήρια, αναπνέει το άρωμα του βρεγμένου πουρναριού, της μούχλας, του μπαρουτιού και της νωπής γης.

Η γλώσσα του, μια τραχιά και συνάμα βαθιά μουσική δημοτική, μπολιάζεται με μια υπερρεαλιστική εικονοποιία γεμάτη φως και σκοτάδι.

Ο ποιητής σκάβει το χώμα της Μακεδονίας και ανασύρει λέξεις-ορυκτά, λέξεις που μυρίζουν ιδρώτα και αίμα.

Στο ποιητικό του σύμπαν, η φύση δεν είναι ένα απλό σκηνικό, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που πάσχει μαζί με τον άνθρωπο.

Τα δέντρα δεν προσφέρουν απλώς ίσκιο, στέκονται ως σιωπηλοί μάρτυρες εκτελέσεων, κρατώντας στις ρίζες τους τις μνήμες των αδικοχαμένων.

Τα πουλιά γίνονται αγγελιοφόροι που μεταφέρουν τις τελευταίες λέξεις των μελλοθάνατων, ενώ τα ποτάμια κυλούν φορτωμένα με τα βουβά δάκρυα των μανάδων.

Ο δεκαπεντασύλλαβος της παράδοσης σπάει, ανασυντίθεται και συναντά τον ελεύθερο στίχο.

Η μουσικότητα δεν προέρχεται από αυστηρούς κανόνες, αλλά αναβλύζει αυθόρμητα από τον εσωτερικό ρυθμό της ανθρώπινης συνείδησης που αναζητά το δίκιο και την ομορφιά.

Κακό όνειρο! πιο πέρα απ’ τα πουλιά κι από τα μάτια εικόνα της Αχερουσίας μαύρο της αβύσσου.

Μήτε στα δόντια νόμισμα τυφλά τα μονοπάτια — ίσως το δέντρο εκείνο το ξερό να ’ναι η φωνή σου.

Από τα δάκρυα των νεκρών οι θάλασσες γεμίζουν.

Αίμα σφαγμένο στην αυλή κρυφά παραχωμένο.

Σκιές της λίμνης χέρια στο νερό μάταια ελπίζουν — φίλοι! κάνει ένα κρύο σήμερα διαβολεμένο.

Με μια ακαριαία μετάβαση από τον μυθικό Αχέροντα στην καθημερινή συναισθηματική εξομολόγηση, ο ποιητής συμπυκνώνει όλο το τραύμα μιας εποχής.

Στο «Κακό όνειρο!», ο Μέσκος απογυμνώνει τη μυθολογική δεξαμενή από κάθε επικό μεγαλείο.

Η απουσία του νομίσματος κάτω από τη γλώσσα φανερώνει τον νεκρό που είναι διπλά εξόριστος, στερημένος ακόμα και από την τελετουργία της δικαίωσης.

Χωρίς ανθρώπινη φωνή να αρθρώσει την αλήθεια, η φωνή του χαμένου συντρόφου ενσαρκώνεται σε ένα ξερό δέντρο, σύμβολο μιας αιώνιας, σιωπηλής διαμαρτυρίας.

Και αυτό το «κρύο» της κατακλείδας δεν αφορά τον καιρό, είναι η εσωτερική παγωνιά της προδοσίας, της απώλειας, της ηθικής ερημιάς και των σημαδεμένων νιάτων.

Σκοτώσανε τον ποιητή οι ληστές των δρόμων μες στο βαθύ το δάσος νύχτα με φεγγάρι.

Δεν είπε λέξη ο ποιητής κοίταξε μόνο τα αστέρια κι ένα πουλί που πέταξε από το κλαδί του.

Εδώ, παρά τον ειρωνικό τίτλο «Τυμπανοκρουσίες», έχουμε μια χαμηλόφωνη, λυρική διαμαρτυρία για την αιώνια σύγκρουση της αθωότητας με την αυθαιρεσία της εξουσίας.

Οι ληστές των δρόμων συμπυκνώνουν την τυφλή, αλόγιστη βία κάθε μηχανισμού που επιζητεί να σιωπήσει το πνεύμα και την ομορφιά.

Ο ποιητής δεν κραυγάζει, δεν ικετεύει, δεν καταριέται.

Η απόλυτη σιωπή του τη στιγμή του θανάτου είναι η υπέρτατη απαξίωση της βίας των εκτελεστών.

Στρέφει το βλέμμα στα αστέρια και στο πουλί που πετάει, αφήνοντας τη φύση να διαφυλάξει την αλήθεια και την ψυχή να δραπετεύσει ελεύθερη στο αιώνιο φως.

Χαιρέτα μου τον πλάτανο στην αγορά τον ίσκιο που μας σκέπαζε παιδιά τότε που ο κόσμος ήταν ακόμα καθαρός πριν μπει το αίμα ανάμεσά μας.

Χαιρέτα μου τα νερά που τρέχουνε και πες τους πως θυμάμαι κάθε πέτρα, κάθε φωνή που χάθηκε στη ρεματιά.

Ο ποιητής επιστρέφει στις ρίζες της αθωότητας.

Η μνήμη γυρίζει στον πλάτανο της αγοράς, το παλιό κέντρο της κοινότητας και της συλλογικής ζωής και στα τρεχούμενα νερά, αναζητώντας την εποχή πριν από τον ιστορικό και πολιτικό διχασμό, πριν μπει το αίμα ανάμεσα στους ανθρώπους.

Δεν πρόκειται για μια απλή νοσταλγία των παιδικών χρόνων, αλλά για τη δίψα μιας ηθικής καθαρότητας, αποδεικνύοντας ότι το ήθος της ποίησής του δεν τρέφεται από μίσος, αλλά από μια ανεξάντλητη τρυφερότητα.

Ο χαιρετισμός στις πέτρες και τα νερά αποκαλύπτει πως η φύση παραμένει ο αληθινός, αψευδής φύλακας των φωνών που χάθηκαν στη ρεματιά.

Ποιος είναι αυτός που περπατεί στη σκοτεινή τη ράχη χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, με μια πληγή στο στήθος; Δεν είναι ο Χάρος που περνά, δεν είναι ο Διγενής, είναι το παλληκάρι που έχασε τη μάχη κι ακόμα ψάχνει στο βουνό το δίκιο του να βρει.

Μεταπλάθοντας τους ακριτικούς θρύλους και την δημοτική παράδοση, ο Μέσκος αποδομεί το παραδοσιακό ηρωικό πρότυπο.

Ο οδοιπόρος της σκοτεινής ράχης δεν είναι ο μυθικός Διγενής ούτε ο υπερφυσικός Χάροντας· είναι ο ανώνυμος, ηττημένος άνθρωπος της Ιστορίας.

Η πληγή στο στήθος του είναι βαθιά υπαρξιακή.

Δεν γυρνά στα βουνά γυρεύοντας εκδίκηση, αλλά αναζητώντας το χαμένο του δίκιο.

Αυτή η διαρκής περιπλάνηση μετατρέπει τον ηττημένο σε διαχρονικό σύμβολο όλων των αδικημένων που η επίσημη Ιστορία προσπέρασε ή καταδίκασε στη λήθη.

Εδώ που σταματήσαμε δεν έχει δρόμο πιο πέρα.

Μονάχα πέτρες και ξερά χόρτα κι ένας άνεμος που φυσάει από τα παλιά τα χρόνια.

Όμως εμείς θα φυτέψουμε ένα δέντρο ακόμα, κι ας ξέρουμε πως δεν θα προλάβουμε να καθίσουμε στον ίσκιο του.

Εδώ αποκαλύπτεται ο πυρήνας της στάσης ζωής του και η φιλοσοφική του διαθήκη.

Απέναντι στο αδιέξοδο ενός άγονου τοπίου με ξερά χόρτα και ανέμους του παρελθόντος, εκεί όπου η ήττα φαίνεται οριστική, η λέξη «Όμως» σηματοδοτεί την απόλυτη υπέρβαση.

Η απόφαση να φυτευτεί ένα δέντρο ακόμα δεν στηρίζεται σε μια αφελή αισιοδοξία, αλλά στη συνειδητή γνώση της θνητότητας.

Η ποιητική πράξη, η δημιουργία και ο αγώνας δεν γίνονται για την προσωπική επιβράβευση ή την απόλαυση του ίσκιου, αλλά ως ανιδιοτελής προσφορά στις επόμενες γενιές. Ο Μάρκος Μέσκος δεν υπήρξε ποτέ ποιητής των σαλονιών, των αυλικών κύκλων ή των βραβείων.

Έζησε αθόρυβα, παρατηρώντας τον κόσμο με την οξύνοια ενός ανθρώπου που γνωρίζει το βάρος των λέξεων.

Η ποίησή του δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με περίτεχνα σχήματα λόγου· επιζητεί την αλήθεια της στιγμής, την καθαρότητα του αισθήματος, την αξιοπρέπεια απέναντι στον πόνο.

Σε μια εποχή όπου οι λέξεις ευτελίζονται και η μνήμη ξεθωριάζει, ο ποιητικός του λόγος στέκει ως κιβωτός.

Μας μαθαίνει πως η πραγματική αντίσταση δεν είναι πάντα η κραυγή, αλλά η διατήρηση της ανθρωπιάς, η φροντίδα για τον διπλανό, η διαφύλαξη του ονόματος των αδικημένων.

Σε έναν κόσμο που συχνά βιάζεται και λησμονεί, η ποίηση του Μάρκου Μέσκου παραμένει μια σταθερή εστία ζεστής ανθρωπιάς.

Μας καλεί να χαμηλώσουμε τους θορύβους, να αφουγκραστούμε τη σιωπή των δέντρων, να σεβαστούμε τη συλλογική μνήμη και να διατηρήσουμε την ευαισθησία μας ζωντανή.

Οι στίχοι του συνεχίζουν να μας συντροφεύουν, υπενθυμίζοντάς μας πως όσο υπάρχει ομορφιά, μνήμη και προσφορά, η παγωνιά του κόσμου μπορεί να νικηθεί.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences