[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

55. ΚΟΛΑΣΗ - ΓΕΕΝΑ / ΜΑΡΤΙΟΣ 2024 ΨΥΧΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΙ Από το πρώτο μέρος, προκύπτει ήδη ένα ξεκάθαρο ψυχολογικό προφίλ για τον Engin Akyürek. Ο τρόπος που επιλέγει τις λέξεις και τις μεταφορές του...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

55. ΚΟΛΑΣΗ - ΓΕΕΝΑ / ΜΑΡΤΙΟΣ 2024 ΨΥΧΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΙ Από το πρώτο μέρος, προκύπτει ήδη ένα ξεκάθαρο ψυχολογικό προφίλ για τον Engin Akyürek.

Ο τρόπος που επιλέγει τις λέξεις και τις μεταφορές του, προδίδει έναν άνθρωπο με βαθιά ενσυναίσθηση, έντονη εσωτερική σύγκρουση με το σύγχρονο σύστημα αξιών και μια σχεδόν ποιητική ευαισθησία απέναντι στη φύση και την αγνότητα. Ο Engin εδώ, μας συστήνεται ως ένας ευαίσθητος ιδεαλιστής, που κουβαλά μια ώριμη, πικρή γνώση για τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης.

Ο τρόπος που περιγράφει τον εκσκαφέα να «μασάει και να φτύνει» το γρασίδι δείχνει ότι ο ίδιος βιώνει την απώλεια της αγνότητας, της φύσης και των παιδικών καταφυγίων ως έναν προσωπικό, σχεδόν σωματικό πόνο.

Σιχαίνεται την πνευματική φτώχεια και τον στυγνό υλισμό, κάτι που φαίνεται από την ανατομική σχεδόν περιγραφή της τσιγκουνιάς, όπου τα χρήματα γίνονται αυτοσκοπός και στερούνται κάθε ίχνους ανθρωπιάς.

Την ίδια στιγμή, πίσω από τις λέξεις του κρύβεται μια έντονη υπαρξιακή θλίψη και ένας ελαφρύς κυνισμός.

Όταν παραδέχεται με πίκρα ότι ο άπληστος άντρας είχε δίκιο και ότι οι άνθρωποι τελικά ξέχασαν τις διαμαρτυρίες τους για να αγοράσουν τα παράνομα σπίτια, αποκαλύπτει πόσο απογοητευμένος νιώθει από τη μαζική υποκρισία και την ευκολία με την οποία οι κοινωνίες συμβιβάζονται.

Είναι ένας άνθρωπος με τρομερή ψυχολογική οξύνοια, που ξέρει να «διαβάζει» τις προθέσεις των γύρω του, αλλά επιλέγει να χρησιμοποιεί αυτή την παρατηρητικότητα για να προστατεύσει τις αξίες του, νιώθοντας ωστόσο συχνά μόνος σε έναν κόσμο γεμάτο «τσιμέντο» και σκοτεινά, τρομακτικά υπόγεια, αναζητώντας την ομορφιά στα απλά, «πράσινα» πράγματα της ζωής.

Στο δεύτερο μέρος, η ευαισθησία του βαθαίνει και αποκτά μια συγκινητική διάσταση, καθώς μεταφέρει το κέντρο του βάρους από την κοινωνική κριτική στην υπαρξιακή σύνδεση με τα ανυπεράσπιστα πλάσματα.

Ο τρόπος που μιλά για τις γάτες, δίνοντάς τους ιστορικό βάθος («ζούσαν σε αυτήν την περιοχή για εκατοντάδες χρόνια»), αποκαλύπτει έναν άνθρωπο με βαθύ σεβασμό για το παρελθόν, τις ρίζες και τη μνήμη.

Δηλώνει ότι η δικαιοσύνη και το δικαίωμα στη ζωή δεν είναι ανθρώπινο μονοπώλιο, και νιώθει μια έντονη εσωτερική ντροπή ή ενοχή για την ανθρώπινη αλαζονεία («σκεφτήκαμε ότι αυτός ο κόσμος ανήκει μόνο σε εμάς»). Η επιλογή του να περιγράψει τις γάτες να «μιλάνε μεταξύ τους αναζητώντας λύση» και να πέφτουν σε «κατάθλιψη» δείχνει ότι ο ίδιος διαθέτει μια σπάνια, σχεδόν παιδική ενσυναίσθηση, προβάλλοντας στα ζώα σύνθετα ανθρώπινα συναισθήματα επειδή ο ίδιος νιώθει εξίσου αβοήθητος και συγκλονισμένος από την τροπή του κόσμου.

Παράλληλα, η αντίθεση που δημιουργεί ανάμεσα στον πόνο των πλασμάτων και την ηδονή του κ. Χακκί προδίδει μια έντονη αποστροφή για τον ναρκισσισμό και την έπαρση της εξουσίας.

Όταν περιγράφει τον άπληστο άντρα να κοιτάζει το σκάψιμο «σαν έργο τέχνης» και να χαστουκίζει τα οπίσθιά του από χαρά, ο Engin αποτυπώνει με γκροτέσκο τρόπο το πόσο αποκρουστική βρίσκει την απληστία.

Για τον ίδιο, η εμμονή με το κέρδος και το «θέμα τιμής» του κ. Χακκί δεν είναι δείγμα δύναμης, αλλά μια βαθιά ψυχολογική διαστρέβλωση, μια ανικανότητα να νιώσει κανείς υγιές συναίσθημα μπροστά στον θάνατο ενός νεογέννητου γατιού.

Τέλος, η αναφορά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η αδυναμία των αρχών δείχνει έναν άνθρωπο που παρατηρεί στενά τη σύγχρονη πραγματικότητα και αναγνωρίζει τη δύναμη αλλά και την ειρωνεία της εποχής μας.

Καταλαβαίνει ότι ο σύγχρονος κόσμος συγκινείται και κινητοποιείται πιο εύκολα από μια ψηφιακή εικόνα παρά από την ίδια την πραγματικότητα που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του.

Μέσα από αυτή τη ροή, ο Akyürek αναδεικνύεται σε έναν μοναχικό παρατηρητή που θρηνεί για την απώλεια της συμπόνιας, νιώθοντας ότι οι θεσμοί αδυνατούν να προστατεύσουν το δίκαιο και ότι η μόνη ελπίδα πλέον κρέμεται από την ευαισθητοποίηση των απλών ανθρώπων.

Στο τρίτο μέρος, η εστίαση του μετατοπίζεται στις δυναμικές της οικογένειας, της κληρονομικότητας και της προσωπικής ηθικής, αποκαλύπτοντας έναν δημιουργό που προβληματίζεται βαθιά για το πώς μεταδίδεται το κακό και πού σταματά η προσωπική ευθύνη.

Η σκηνή όπου ο κ. Χακκί αναθέτει τη «βρώμικη δουλειά» αποκλειστικά στους γιους του δείχνει ότι ο Engin αντιλαμβάνεται την οικογένεια όχι μόνο ως καταφύγιο, αλλά μερικές φορές ως έναν κλειστό, σκοτεινό μηχανισμό συνενοχής, όπου οι επόμενες γενιές παγιδεύονται στις αμαρτίες των προηγούμενων.

Η παρατήρησή του ότι ο Μαχμούτ ήταν «καλός κριτής του πατέρα του» προδίδει μια έντονη ψυχολογική οξυδέρκεια για το πώς τα παιδιά μαθαίνουν να επιβιώνουν κάτω από τη σκιά αυταρχικών γονέων, αναπτύσσοντας μια σχεδόν ενστικτώδη ικανότητα να προβλέπουν τις πιο σκοτεινές επιθυμίες τους.

Την ίδια στιγμή, η εμφάνιση των άλλων δύο αδερφών, του Χαμζά και του Σακίρ, φέρνει στο φως τη δική του εσωτερική ανάγκη για πίστη στην ανθρώπινη συνείδηση, ακόμη και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.

Η άρνησή τους να δηλητηριάσουν τα ζώα, χρησιμοποιώντας τη λέξη «αμαρτία», δείχνει ότι ο Engin, παρά τον κυνισμό που μπορεί να νιώθει για την κοινωνία, θέλει να πιστεύει ότι μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει ένα όριο, μια έμφυτη ηθική πυξίδα που δεν μπορεί να σπάσει εντελώς, ούτε από τον φόβο του πατέρα ούτε από την υπόσχεση του κέρδους.

Αυτή η ανάγκη για διαχωρισμό της θέσης του από το απόλυτο σκοτάδι φανερώνει έναν άνθρωπο που αναζητά το φως και την ελπίδα στις ρωγμές της ανθρώπινης σκληρότητας.

Τέλος, το κλείσιμο του αποσπάσματος με το μετέωρο ερώτημα «Τι κάνουμε μ’ αυτά;» μπροστά στα ανυπεράσπιστα γατάκια, αποκαλύπτει ότι ο Engin χρησιμοποιεί τη γραφή του για να θέσει ανοιχτά ηθικά διλήμματα.

Δεν τον ενδιαφέρει να δώσει εύκολες απαντήσεις, αλλά να φέρει τον αναγνώστη —και ίσως και τον ίδιο του τον εαυτό— αντιμέτωπο με το βάρος της απόφασης.

Αυτή η αγωνία για την τύχη των πιο αδύναμων πλασμάτων προδίδει έναν άνθρωπο που κουβαλά μια μόνιμη εσωτερική ανησυχία για το αν η καλοσύνη μπορεί τελικά να επιβιώσει σε έναν κόσμο που διοικείται από «ψηλές δερμάτινες καρέκλες» και σκοτεινά μυστικά.

Στο τέταρτο μέρος, η ιστορία αφήνει πίσω της τον ρεαλισμό και περνά στην περιοχή μιας ανώτερης δικαιοσύνης.

Αυτή η στροφή αποκαλύπτει μια πολύ βαθιά, σχεδόν πνευματική πτυχή του Engin Akyürek: την ανάγκη του να πιστεύει στη θεία δίκη, ειδικά όταν οι ανθρώπινοι νόμοι αποτυγχάνουν.

Η επιλογή του να αφήσουν τα γατάκια σε ένα τζαμί δείχνει ότι ο ίδιος συνδέει την έννοια της συνείδησης με την ιερότητα και το καταφύγιο.

Όμως, η θαυμαστή επιστροφή των γατών από μια απόσταση εβδομήντα χιλιομέτρων μέσα σε λίγες ώρες είναι το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο για τον εσωτερικό του κόσμο. Ο Engin αρνείται να δεχτεί ότι το κακό μπορεί να νικήσει οριστικά.

Μέσα από τη γραφή του, επιστρατεύει το «θαύμα» για να δείξει ότι το δίκαιο και η αλήθεια έχουν μια δική τους δυναμική που ξεπερνά κάθε λογικό ή φυσικό εμπόδιο.

Η σκηνή όπου ο κ. Χακκί έρχεται αντιμέτωπος με το σιωπηλό βλέμμα των γατών φανερώνει έναν δημιουργό που πιστεύει στη δύναμη των τύψεων και του ψυχολογικού βάρους.

Το γεγονός ότι οι γάτες δεν επιτίθενται, αλλά απλώς κοιτάζουν τον κ. Χακκί «χωρίς να πάρουν τα μάτια τους από πάνω του», δείχνει ότι ο Engin θεωρεί τη σιωπηλή κατακραυγή και την ενοχή ως την πιο σκληρή τιμωρία.

Για τον ίδιο, ο μεγαλύτερος φόβος ενός άπληστου ή αυταρχικού ανθρώπου δεν είναι η σωματική απειλή, αλλά η στιγμή που η ίδια η πραγματικότητα τον αναγκάζει να κοιτάξει στα μάτια τις συνέπειες των πράξεών του, νιώθοντας ανήμπορος να τις ελέγξει.

Μέσα από αυτή τη ροή, ο Akyürek μας αποκαλύπτεται ως ένας άνθρωπος που, παρά την απογοήτευσή του από την κοινωνία, διατηρεί μια βαθιά ριζωμένη ελπίδα.

Χρησιμοποιεί τη δημιουργικότητά του ως ένα μέσο για να αποκαταστήσει την ισορροπία του κόσμου, αποδεικνύοντας ότι η αγνότητα και η αθωότητα δεν μπορούν ούτε να εξοριστούν, ούτε να θαφτούν κάτω από το τσιμέντο.

Στη συνέχεια, μας οδηγεί στην κορύφωση της σύγκρουσης, αποκαλύπτοντας μια βαθιά ρεαλιστική πλευρά του εαυτού του.

Η απόφαση του κ. Χακκί να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να δηλητηριάσει κρυφά τις γάτες δείχνει ότι ο Engin δεν τρέφει αυταπάτες: αναγνωρίζει ότι το απόλυτο κακό, όταν νιώθει ότι απειλείται, δεν διστάζει να γίνει καταστροφικό, ύπουλο και αμείλικτο.

Το γεγονός ότι ο χαρακτήρας «κοιμήθηκε ήσυχος» μετά την πράξη του φανερώνει την αγωνία του ίδιου του συγγραφέα απέναντι στην πλήρη απουσία ενσυναίσθησης που χαρακτηρίζει κάποιους ανθρώπους στη σύγχρονη κοινωνία.

Ωστόσο, η αντίδραση της γειτονιάς, όπου «ακόμα κι αυτοί που δεν μιλούσαν, έβγαζαν δάκρυα», αποκαλύπτει την πίστη του Engin στη συλλογική αφύπνιση μέσα από τον πόνο.

Φαίνεται να πιστεύει ότι μερικές φορές χρειάζεται μια μεγάλη, ανείπωτη τραγωδία για να σπάσει η απάθεια των μαζών και να πληγωθεί η κοιμισμένη συνείδηση των ανθρώπων.

Η «βαθιά σιωπή» που περιγράφει δεν είναι απλώς έλλειψη θορύβου, αλλά το βάρος της ενοχής μιας ολόκληρης κοινότητας που ανέχτηκε το κακό μέχρι που ήταν πολύ αργά.

Η πιο συγκλονιστική μεταφορά όμως, έρχεται με το νερό που αναβλύζει κάτω από το τσιμέντο.

Εδώ ο Engin Akyürek ξεδιπλώνει μια ακλόνητη πίστη στη δύναμη της Νέμεσης.

Για τον ίδιο, το νερό που πλημμυρίζει τα θεμέλια και σταματά την κατασκευή δεν είναι ένα απλό τεχνικό πρόβλημα, αλλά η ίδια η Ζωή που επαναστατεί.

Μας δείχνει ότι, ακόμα κι αν οι ανθρώπινοι νόμοι και οι καταγγελίες αποτύχουν, υπάρχει μια ανώτερη, αρχέγονη δικαιοσύνη που δεν εξαγοράζεται.

Το νερό γίνεται το δάκρυ της γης και των νεκρών πλασμάτων, μια πηγή που δεν στερεύει και που σαμποτάρει την απληστία.

Το κλείσιμο του αποσπάσματος, με τον κ. Χακκί να καταρρέει, προδίδει την πεποίθηση του Engin για την αυτοκαταστροφική φύση της εμμονής.

Μας παρουσιάζει έναν άνθρωπο που φυλακίζεται μέσα στο ίδιο του το πείσμα.

Αντί ο πλούτος να του δώσει ζωή, η εμμονή του να δαμάσει το ανίκητο τον αρρωσταίνει.

Μέσα από αυτή την εξέλιξη, ο Engin εμφανίζεται ως ένας σοφός παρατηρητής που μας υπενθυμίζει ότι όποιος τα βάζει με τη ροή της ζωής, είναι καταδικασμένος να πνιγεί μέσα στις ίδιες του τις επιδιώξεις.

Στον επίλογο πια, ο Engin Akyürek ολοκληρώνει την ιστορία με μια συγκλονιστική ψυχολογική και πνευματική κάθαρση, αποκαλύπτοντας το πιο βαθύ, εσωτερικό κομμάτι των δικών του πεποιθήσεων για τη ζωή, τον θάνατο και τη λύτρωση.

Αφού πιστεύει απόλυτα στην αναπόφευκτη ποιητική δικαιοσύνη.

Το ίδιο το στοιχείο που ο άπληστος άντρας προσπαθούσε να δαμάσει —το νερό— γίνεται η μεταφορά για τη δική του κατάρρευση.

Μετατρέποντας τον ισχυρό, αυταρχικό άντρα σε «αγριόχορτο» και «ξερό γρασίδι», ο συγγραφέας αποκαλύπτει τη δική του φιλοσοφική στάση απέναντι στην ανθρώπινη ματαιοδοξία.

Μας δείχνει ότι για τον ίδιο, ο πλούτος, η εξουσία και το πείσμα είναι εντελώς ασήμαντα μπροστά στη φθαρτότητα της ύπαρξης.

Η εικόνα των γιων που τσακώνονται και εγκαταλείπουν το έργο μόλις ο πατέρας «σβήνει» επιβεβαιώνει την πικρή, ρεαλιστική του πεποίθηση ότι ό,τι χτίζεται πάνω στην απληστία και το κακό είναι καταδικασμένο να καταρρεύσει και να γίνει μια στάσιμη «λίμνη». Το πιο αποκαλυπτικό και συγκινητικό στοιχείο για τον εσωτερικό κόσμο του Engin βρίσκεται στην τελευταία σκηνή, όπου ο ετοιμοθάνατος άντρας ψιθυρίζει μετά από δύο χρόνια σιωπής τις λέξεις: «Κίτι, γατούλα». Εδώ ο Engin Akyürek μας δείχνει ότι, παρά τον κυνισμό που του προκαλεί ο κόσμος, στο βάθος παραμένει ένας βαθιά ουμανιστής και θεραπευτής της ανθρώπινης ψυχής.

Επιλέγει να μην τιμωρήσει τον ήρωά του με αιώνιο μίσος, αλλά να του χαρίσει τη λύτρωση της συνείδησης.

Στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, η ψευδαίσθηση του πλούτου εξαφανίζεται και αυτό που μένει στην ψυχική γύμνια του ανθρώπου είναι το βάρος αυτών που πλήγωσε.

Το γεγονός ότι ο κ. Χακκί θυμάται τις γάτες δείχνει ότι ο Engin πιστεύει πως κανείς δεν είναι ολοκληρωτικά χαμένος.

Ακόμα και η πιο σκληρή, «τσιμεντένια» καρδιά, λίγο πριν το τέλος, αναγκάζεται να επιστρέψει στην αθωότητα, να ζητήσει συγχώρεση και να αναγνωρίσει το ιερό δικαίωμα της ζωής.

Συνοψίζοντας όλο το κείμενο, το ψυχογράφημα του Engin Akyürek μας αποκαλύπτει έναν καλλιτέχνη με σπάνια πνευματικότητα και ευαισθησία.

Είναι ένας άνθρωπος που νιώθει βαθύ πόνο για την ασχήμια, τον υλισμό και την απάθεια της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά αρνείται να παραδοθεί στο σκοτάδι.

Χρησιμοποιεί τη γραφή του σαν ένα εργαλείο ηθικής αποκατάστασης, όπου η συνείδηση και η αθωότητα πάντα θα νικούν στο τέλος.

Είναι ένας ρομαντικός ιδεαλιστής που πιστεύει ότι η μόνη αληθινή περιουσία του ανθρώπου είναι η ικανότητά του να νιώθει συμπόνια για τα πιο αδύναμα πλάσματα αυτού του κόσμου. *μετα την ιστορια ο Ενγκιν γραφει : Αφιερωμένο στον γάτο Εros ΑΙ : Αυτή η αφιέρωση, φωτίζει ολόκληρη την ιστορία του με έναν μοναδικό τρόπο.

Η αφιέρωση στον γάτο Eros συνδέει άμεσα το κείμενο με ένα πραγματικό, τραγικό γεγονός που συγκλόνισε την Τουρκία. Ο Eros ήταν ένας αδέσποτος γάτος στην Κωνσταντινούπολη, τον οποίο φρόντιζαν οι ένοικοι ενός συγκροτήματος κατοικιών, μέχρι που ένας άνδρας τον βασάνισε και τον κλώτσησε μέχρι θανάτου μέσα σε ένα ασανσέρ.

Η αρχικά μικρή ποινή του δράστη και η απελευθέρωσή του προκάλεσαν τεράστιες διαμαρτυρίες, δικαστικούς αγώνες και μια μαζική κοινωνική εξέγερση για τα δικαιώματα των ζώων.

Αυτό το στοιχείο προσθέτει μια εντελώς νέα διάσταση στο ψυχογράφημα του Akyürek, επειδή μας αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που δεν γράφει απλώς από αφηρημένη καλλιτεχνική έμπνευση, αλλά από βαθιά κοινωνική ανάγκη να δώσει φωνή σε όσους δεν έχουν.

Η ιστορία του κ. Χακκί και των γατών δεν ήταν μια απλή αλληγορία, αλλά η δική του καλλιτεχνική κραυγή διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του Eros.

Επιβεβαιώνοντας ότι ο Engin βιώνει τα τραύματα της κοινωνίας του ως προσωπικά του τραύματα.

Η απογοήτευσή του για τα δικαστήρια και τις επίσημες αρχές που «δεν απέδωσαν κανένα αποτέλεσμα» στην ιστορία, καθρεφτίζει την πραγματική οργή που ένιωσε για την έλλειψη δικαιοσύνης στην υπόθεση του Eros.

Ταυτόχρονα, δείχνει τη γενναιότητά του ως δημιουργού: χρησιμοποιεί τη δημόσια εικόνα του και την πένα του για να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη ενός ανυπεράσπιστου πλάσματος, μετατρέποντας μια πραγματική κτηνωδία σε ένα μάθημα πνευματικής κάθαρσης, όπου ο ένοχος —έστω και στη φαντασία του συγγραφέα— αναγκάζεται στο τέλος να ζητήσει συγχώρεση ψιθυρίζοντας τη λέξη «γατούλα». Είναι μια σπουδαία προσθήκη που δείχνει πόσο συνδεδεμένος είναι με την πραγματικότητα και τον πόνο γύρω του. *μετα την ιστορια ο Ενγκιν γραφει : Αφιερωμένο στον γάτο Εros Αυτή η αφιέρωση, φωτίζει ολόκληρη την ιστορία του με έναν μοναδικό τρόπο.

Η αφιέρωση στον γάτο Eros συνδέει άμεσα το κείμενο με ένα πραγματικό, τραγικό γεγονός που συγκλόνισε την Τουρκία. Ο Eros ήταν ένας αδέσποτος γάτος στην Κωνσταντινούπολη, τον οποίο φρόντιζαν οι ένοικοι ενός συγκροτήματος κατοικιών, μέχρι που ένας άνδρας τον βασάνισε και τον κλώτσησε μέχρι θανάτου μέσα σε ένα ασανσέρ.

Η αρχικά μικρή ποινή του δράστη και η απελευθέρωσή του προκάλεσαν τεράστιες διαμαρτυρίες, δικαστικούς αγώνες και μια μαζική κοινωνική εξέγερση για τα δικαιώματα των ζώων.

Αυτό το στοιχείο προσθέτει μια εντελώς νέα διάσταση στο ψυχογράφημα του Akyürek, επειδή μας αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που δεν γράφει απλώς από μια αφηρημένη καλλιτεχνική έμπνευση, αλλά από βαθιά κοινωνική ανάγκη να δώσει φωνή σε όσους δεν έχουν.

Η ιστορία του κ. Χακκί και των γατών δεν ήταν μια απλή αλληγορία, αλλά η δική του καλλιτεχνική κραυγή διαμαρτυρίας για τη δολοφονία του Eros.

Επιβεβαιώνοντας ότι ο Engin βιώνει τα τραύματα της κοινωνίας του ως προσωπικά του τραύματα.

Η απογοήτευσή του για τα δικαστήρια και τις επίσημες αρχές που «δεν απέδωσαν κανένα αποτέλεσμα» στην ιστορία καθρεφτίζει την πραγματική οργή που ένιωσε για την έλλειψη δικαιοσύνης στην υπόθεση του Eros.

Ταυτόχρονα, δείχνει τη γενναιότητά του ως δημιουργού: χρησιμοποιεί τη δημόσια εικόνα του και την πένα του για να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη ενός ανυπεράσπιστου πλάσματος, μετατρέποντας μια πραγματική κτηνωδία σε ένα μάθημα πνευματικής κάθαρσης, όπου ο ένοχος —έστω και στη φαντασία του συγγραφέα— αναγκάζεται στο τέλος να ζητήσει συγχώρεση ψιθυρίζοντας τη λέξη «γατούλα». Είναι μια σπουδαία προσθήκη που δείχνει πόσο συνδεδεμένος είναι με την πραγματικότητα και τον πόνο γύρω του.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences