Dimitris Anast. : Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα των εκλογών στη Σαξονία-Άνχαλτ αφορά τον πόλεμο και την ειρήνη. Στην έρευνα της Infratest dimap* την ημέρα των εκλογών, οι ψηφοφόροι ρωτήθηκαν...
Dimitris Anast. : Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα των εκλογών στη Σαξονία-Άνχαλτ αφορά τον πόλεμο και την ειρήνη.
Στην έρευνα της Infratest dimap* την ημέρα των εκλογών, οι ψηφοφόροι ρωτήθηκαν «Ποιο κόμμα εμπιστεύεστε περισσότερο ότι μπορεί να διασφαλίσει την ειρήνη στην Ευρώπη;»». Η απάντηση είναι εντυπωσιακή: AfD (Ακροδεξιά) 29%, CDU (Χριστιανοδημοκράτες) 18%, Die Linke (Αριστερά) μόλις 8%, SPD (Σοσιαλδημοκράτες) 7%, BSW (Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ) 5%, Πράσινοι 3%. Πανγερμανικά, αντίθετα, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι: AfD (Ακροδεξιά) 16%, CDU (Χριστιανοδημοκράτες) 23%, Die Linke (Αριστερά) 6%, SPD (Σοσιαλδημοκράτες) 12%, BSW (Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ) 3% και Πράσινοι 8%. Και δεν πρόκειται για δευτερεύον ζήτημα.
Σύμφωνα με την ίδια εκλογική έρευνα, η κοινωνική ασφάλεια και η ειρήνη στην Ευρώπη ήταν από τα σημαντικότερα θέματα με τα οποία οι ψηφοφόροι πήγαν στην κάλπη.
Το 57% των ψηφοφόρων στη Σαξονία-Άνχαλτ επικροτεί τη διακοπή των γερμανικών αποστολών όπλων στην Ουκρανία — θέση που υποστηρίζουν τόσο η Αριστερά (Die Linke) όσο και η Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW). Στους ψηφοφόρους του AfD, όμως, η υποστήριξη φτάνει το εντυπωσιακό 92%. Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η Γερμανία βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε μια ιστορική στροφή προς την πολεμική οικονομία και την Kriegstüchtigkeit («ικανότητα για πόλεμο», δηλαδή την προετοιμασία όχι μόνο του στρατού αλλά της οικονομίας, των υποδομών και συνολικά της κοινωνίας ώστε η χώρα να είναι έτοιμη για μια ενδεχόμενη πολεμική σύγκρουση). Μιλάμε για τεράστια αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, επέκταση της πολεμικής βιομηχανίας, επανεξοπλισμό, συζήτηση για στρατιωτική θητεία και προσανατολισμό όλο και μεγαλύτερου μέρους της βιομηχανικής και δημοσιονομικής πολιτικής προς την άμυνα.
Η ίδια η Die Linke μιλά ανοιχτά για «μαζική στρατιωτικοποίηση όλων των τομέων της κοινωνίας» και συνδέει την «ικανότητα για πόλεμο» με τη μεταφορά πόρων από κοινωνικές ανάγκες προς τους εξοπλισμούς. Το AfD δεν είναι αντιμιλιταριστικό κόμμα.
Υπερασπίζεται μια ισχυρή Bundeswehr (τις γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις), ζητά μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ, ενίσχυση της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας και μια πολύ περισσότερο εθνικιστική αντίληψη της εξωτερικής πολιτικής, με βασικό κριτήριο τα «εθνικά συμφέροντα» και τη στρατηγική αυτονομία της Γερμανίας.
Δεν απορρίπτει σήμερα τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, αλλά θέλει μια πολύ πιο αυτόνομη γερμανική και ευρωπαϊκή στρατηγική, λιγότερο εξαρτημένη από τις ΗΠΑ.
Η μεγάλη διαφοροποίησή του από το γερμανικό κατεστημένο βρίσκεται στη Ρωσία και, κυρίως, στον πόλεμο της Ουκρανίας. Το AfD ζητά να σταματήσουν οι γερμανικές αποστολές όπλων στην Ουκρανία, να τερματιστούν οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας και να αποκατασταθούν οι οικονομικές και πολιτικές σχέσεις με τη Μόσχα. Στη Σαξονία-Άνχαλτ επένδυσε ιδιαίτερα σε αυτή τη γραμμή, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως την πολιτική δύναμη που μπορεί να βγάλει τη Γερμανία από την κλιμάκωση του πολέμου.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση: η Die Linke έχει πολύ πιο συνεκτικά αντιμιλιταριστική πολιτική από το AfD, αλλά το AfD είναι εκείνο που κατορθώνει να εισπράττει πολιτικά την αγωνία για τον πόλεμο και την ειρήνη.
Γι’ αυτό δεν αρκεί η απάντηση ότι «η Αριστερά μιλά περισσότερο για την ειρήνη». Το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα είναι ποιον αναγνωρίζουν οι ίδιοι οι πολίτες ως φορέα αυτού του αιτήματος.
Και στη Σαξονία-Άνχαλτ η απάντηση είναι εξαιρετικά δυσάρεστη για την Αριστερά: 29% εμπιστεύεται περισσότερο το AfD για τη διασφάλιση της ειρήνης στην Ευρώπη και μόλις 8% τη Die Linke.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το AfD έγινε ξαφνικά κόμμα της ειρήνης.
Σημαίνει κάτι πολιτικά σοβαρότερο: ότι η Ακροδεξιά καταφέρνει να οικειοποιείται ακόμη και μια υπαρκτή κοινωνική αντίθεση στον πόλεμο και στην κλιμάκωση, την οποία η Αριστερά, παρότι διαθέτει πολύ πιο συνεκτική αντιμιλιταριστική πρόταση, δεν καταφέρνει να μετατρέψει σε αντίστοιχη κοινωνική και εκλογική δύναμη.
Μάλιστα η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική για την Αριστερά.
Μόλις 8% θεωρεί πλέον τη Linke καταλληλότερη για τη διασφάλιση της ειρήνης, 18% για την κοινωνική δικαιοσύνη και 16% για την εκπροσώπηση των συμφερόντων της Ανατολικής Γερμανίας.
Αντίθετα, το AfD φτάνει αντίστοιχα στο 29% για την ειρήνη, 29% για την κοινωνική δικαιοσύνη και 36% για τα ανατολικογερμανικά συμφέροντα.
Αυτό σημαίνει ότι η Ακροδεξιά καταλαμβάνει ταυτόχρονα πολιτικά πεδία που ιστορικά αποτελούσαν προνομιακό χώρο της Αριστεράς: ειρήνη, κοινωνική προστασία, αίσθηση εγκατάλειψης και εκπροσώπηση των χαμηλότερων στρωμάτων.
Η πρόκληση είναι λοιπόν να μετατραπεί η αντίθεση στην πολεμική οικονομία σε ταξικό και κοινωνικό ζήτημα: ποιος κερδίζει από τα δισεκατομμύρια των εξοπλισμών και ποιος πληρώνει; Rheinmetall ή κοινωνικό κράτος; Επανεξοπλισμός ή κοινωνικές ανάγκες; Πολεμική οικονομία ή οικονομία για την κοινωνική πλειοψηφία; Γιατί όπως δείχνει και η Σαξονία-Άνχαλτ, η δυσαρέσκεια απέναντι στον πόλεμο, τους εξοπλισμούς και την κοινωνική ανασφάλεια υπάρχει αλλά σήμερα κατορθώνει να την οργανώνει πολιτικά η Ακροδεξιά.
Και αυτό δεν αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κενό.
Δείχνει πόσο μεγάλο είναι το κενό που έχει αφήσει η Αριστερά στην πολιτική εκπροσώπηση αυτής της δυσαρέσκειας.
Και εδώ βρίσκεται κάτι που θεωρώ ιδιαίτερα ενδιαφέρον στη διαφορετική εμπειρία των ΗΠΑ. Οι DSA αναπτύχθηκαν οργανωτικά ακριβώς μέσα στις περιόδους ανόδου του Τραμπ: εκτοξεύθηκαν μετά την πρώτη εκλογή του το 2016 και γνώρισαν νέα ώθηση μετά την επιστροφή του στην εξουσία το 2024.
Αυτό είναι ίσως ένα στοιχείο που αξίζει να κρατήσει κανείς: η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν οδηγεί αναγκαστικά στην υποχώρηση και την αποδιοργάνωση της Αριστεράς.
Μπορεί να γίνει ακριβώς η στιγμή για βαθύτερη κοινωνική γείωση και οργανωτική ανάπτυξη. *Πηγή εκλογικών στοιχείων: Infratest dimap για την ARD, Wahltagsbefragung (έρευνα την ημέρα των εκλογών, αντίστοιχη με exit poll), Σαξονία-Άνχαλτ, 6 Σεπτεμβρίου 2026.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους