Ήταν ένα προξενιό κανονισμένο πάνω σε λογαριασμούς και όχι σε καρδιές. Η κοπέλα ήταν από τις όμορφες του χωριού, αλλά η ομορφιά της δεν ήταν επιδεικτική. Ήταν εκείνη η ήσυχη ομορφιά που φαίνεται στο...
Ήταν ένα προξενιό κανονισμένο πάνω σε λογαριασμούς και όχι σε καρδιές.
Η κοπέλα ήταν από τις όμορφες του χωριού, αλλά η ομορφιά της δεν ήταν επιδεικτική.
Ήταν εκείνη η ήσυχη ομορφιά που φαίνεται στο πώς σκύβει να ποτίσει τα λουλούδια, στο πώς μαζεύει τα μαλλιά της πίσω από το αυτί όταν ντρέπεται, στο πώς κοιτάζει τον κάμπο το σούρουπο και όλο της το πρόσωπο γεμίζει μια γλυκιά μελαγχολία.
Οι δικοί της την είχαν τάξει σε γιο πλούσιας οικογένειας, γιατί έτσι έπρεπε, γιατί έτσι γινόταν, γιατί η προίκα έπρεπε να πιάσει τόπο.
Ο γαμπρός ήταν κοντός, με ένα πρόσωπο που δεν έμενε στη μνήμη, και με μια ψυχή που δεν έμενε σε κανέναν.
Ήταν αφάνταστα τσιγκούνης, από εκείνους που φοβούνται να ξοδέψουν ακόμα και μια καλή κουβέντα, που μετρούσαν το λάδι στο λυχνάρι και το ψωμί στο τραπέζι.
Ήταν και απεριποίητος, όχι από φτώχεια αλλά από βαθιά αδιαφορία για τον ίδιο του τον εαυτό, με ρούχα που μύριζαν αποθήκη και μια αίσθηση μόνιμης προχειρότητας πάνω του.
Το χειρότερο όμως ήταν πως ήταν άβουλος, ένα σώμα χωρίς θέληση, που ό,τι έλεγε ο πατέρας του το έκανε νόμο, που δεν είχε ποτέ σηκώσει το βλέμμα να υπερασπιστεί κάτι δικό του.
Εκείνη δεν τον άντεχε, αλλά δεν ήξερε πώς να το πει, γιατί η καρδιά της ήταν ήδη δοσμένη αλλού, και μάλιστα δοσμένη ολόκληρη και από καιρό.
Τον είχε αγαπήσει από παιδί.
Ήταν το φτωχό παλικάρι του χωριού, που δεν είχε κτήματα, παρά μόνο δύο χέρια γερά και μια ψυχή καθαρή.
Τον είχε πρωτοδεί στα αλώνια, να κουβαλά σακιά βαρύτερα από τον ίδιο και να γελά, να γελά αληθινά με τα δόντια να φαίνονται και τα μάτια να λάμπουν.
Μετά τον έβλεπε στο πηγάδι, στον εσπερινό, στο πανηγύρι.
Η αγάπη τους δεν γεννήθηκε με λόγια μεγάλα, αλλά με μικρές κλεμμένες στιγμές που έγιναν ολόκληρος κόσμος.
Με το πώς εκείνος άφηνε πάντα το καλύτερο σύκο από τη συκιά του στο πεζούλι της για να το βρει εκείνη.
Με το πώς εκείνη του κεντούσε κρυφά ένα μαντήλι που δεν τόλμησε ποτέ να του δώσει.
Με το πώς περνούσαν ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς να μιλούν, και μόνο το άγγιγμα του αέρα ανάμεσά τους ήταν αρκετό να τους αναστατώσει.
Ήταν μια αγάπη ντροπαλή και πεισματάρικη, που δεν ζητούσε τίποτα γιατί τα είχε όλα.
Τον αγαπούσε γιατί ήταν καθαρός, όχι μόνο στο σώμα, με τα ρούχα του πάντα πλυμένα και σιδερωμένα όσο φτωχικά κι αν ήταν, αλλά κυρίως στην ψυχή.
Γιατί δεν ήταν τσιγκούνης σε τίποτα, μοίραζε ό,τι είχε, ένα χαμόγελο, μια βοήθεια, το τελευταίο του κομμάτι ψωμί.
Γιατί όταν την κοιτούσε, την κοιτούσε στα μάτια, ίσια, και εκείνη ένιωθε πως κάποιος επιτέλους την έβλεπε όπως ήταν, όχι σαν προίκα, όχι σαν συμφωνία, αλλά σαν γυναίκα και εκείνος την αγαπούσε με έναν τρόπο που την έκανε να νιώθει ασφαλής, όχι φυλακισμένη.
Την αγαπούσε χωρίς να θέλει να την αλλάξει, χωρίς να θέλει να την κλείσει, την αγαπούσε για να την δει να ανθίζει.
Όταν ήρθε η ώρα του προικοσύμφωνου, η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν βαριά σαν πριν από μπόρα.
Είχαν στρώσει τραπέζι, είχαν φέρει τον γραμματικό, είχαν ανάψει τα φώτα.
Η κοπέλα καθόταν στην άκρη, με τα χέρια σφιγμένα πάνω στην ποδιά της, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά τόσο δυνατά που φοβόταν μην την ακούσουν.
Έβλεπε τον κοντό γαμπρό να ιδρώνει και να κοιτά συνέχεια τον πατέρα του για να του πει τι να κάνει, και ένιωθε ένα κύμα αηδίας και φόβου να την πλημμυρίζει.
Ο πεθερός, με ένα ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση, απαίτησε να γραφτεί στο προικοσύμφωνο και το λιοστάσι, το μεγάλο λιοστάσι που ήταν όλη η ζωή της οικογένειάς της, το μόνο που τους κρατούσε όρθιους.
Ήταν μια στιγμή απόλυτης απληστίας και ο γαμπρός, αντί να ντραπεί, αντί να δείξει έστω λίγη αντρεία, συμφώνησε αμέσως με τον πατέρα του, με ένα γρήγορο, άβουλο νεύμα, προδίδοντας έτσι όχι μόνο την κοπέλα αλλά και την τελευταία ικμάδα αξιοπρέπειας που θα μπορούσε να έχει.
Εκείνο το νεύμα ήταν η σωτηρία της.
Ο πατέρας της πετάχτηκε όρθιος, με το πρόσωπο κατακόκκινο από οργή, και έσκισε το χαρτί.
Το προξενιό διαλύθηκε μέσα σε βαριές ανάσες και βιαστικά βήματα προς την έξοδο.
Οι πλούσιοι έφυγαν και πήραν μαζί τους τη μυρωδιά της τσιγκουνιάς και της βρωμιάς τους.
Όταν η αυλή άδειασε, έμεινε μόνο η νύχτα και η ανάσα της που επιτέλους ελευθερωνόταν.
Έκλαψε, αλλά ήταν κλάμα που καθάριζε, κλάμα ανακούφισης, γιατί κατάλαβε πως γλίτωσε από μια ζωή που θα ήταν φυλακή, από έναν άντρα που δεν θα την αγαπούσε ποτέ, που θα μετρούσε το λάδι στο καντήλι της και θα την άφηνε μόνη και αβοήθητη.
Λίγο αργότερα, όταν οι δικοί της ηρέμησαν, έστειλαν να φωνάξουν το φτωχό παλικάρι.
Ήρθε λαχανιασμένος, σαν να έτρεχε σε όλο το χωριό, με τα μάτια του γεμάτα αγωνία και ελπίδα και όταν την είδε να στέκεται εκεί, ελεύθερη πια, κάτι άλλαξε στον αέρα.
Την πλησίασε και της έπιασε το χέρι, και το κράτημά του δεν ήταν ιδιοκτησία, ήταν υπόσχεση.
Το δέρμα του ήταν ζεστό και λίγο σκληρό από τη δουλειά, αλλά το άγγιγμά του ήταν τόσο τρυφερό που εκείνη ένιωσε να λιώνει.
Την κοίταξε στα μάτια βαθιά, και για πρώτη φορά δεν χρειάστηκε να χαμηλώσει το βλέμμα από ντροπή, αλλά το κράτησε ψηλά, γιατί μέσα του έβλεπε το μέλλον της.
Έβλεπε μια ζωή φτωχική ίσως, αλλά καθαρή, με γέλια, με παιδιά που θα έτρεχαν κάτω από τη συκιά, με έναν άντρα που θα της έδινε ό,τι είχε χωρίς να το μετρά, που θα την φρόντιζε και θα την τιμούσε και εκείνος, κρατώντας το χέρι της, ένιωθε επιτέλους πως όλη η φτώχεια του γινόταν πλούτος, γιατί είχε στα χέρια του ό,τι αγαπούσε περισσότερο στον κόσμο, και ήξερε πως από εκείνη τη στιγμή και μετά, δεν θα την άφηνε ποτέ ξανά. Άννα Δανάλη. Ομφαλός της γης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους