ΜΕΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΜΕ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ – ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ; ΑΙΤΗΣΗ – ΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΤΡΑ COVID-19, ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΩΝ...
ΜΕΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΜΕ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ – ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ; ΑΙΤΗΣΗ – ΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΤΡΑ COVID-19, ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΩΝ, ΤΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ, ΤΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΥΘΥΝΩΝ Κάποια στιγμή ο κόσμος πρέπει να ξεχωρίσει εκείνους που πραγματικά ενήργησαν όταν τα γεγονότα συνέβαιναν από εκείνους που εμφανίζονται σήμερα, χρόνια αργότερα, στα κανάλια και στα κοινωνικά δίκτυα για να μας εξηγήσουν τι πήγε λάθος.
Πολιτικοί, δικηγόροι, καθηγητές Νομικής, γιατροί, δημοσιογράφοι, επιστήμονες και κάθε είδους «ειδικοί» μιλούν πλέον για παρενέργειες, δυσανάλογα μέτρα, περιορισμούς δικαιωμάτων, οικονομική καταστροφή, κοινωνικό διχασμό και λανθασμένες κρατικές επιλογές.
Το ουσιαστικό όμως δεν είναι τι λένε σήμερα.
Είναι τι έκαναν τότε, όταν επιβάλλονταν περιορισμοί μετακίνησης, μάσκες, τεστ, πιστοποιητικά, πρόστιμα, αποκλεισμοί και σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.
Εγώ δεν περίμενα να τελειώσει αυτή η περίοδος.
Από το 2020 και ιδίως μέσα στο 2021 προέβαινα σε θεσμικές ενημερώσεις προς δημόσιες αρχές, έστελνα emails, επέδιδα ενημερωτικό και τεκμηριωτικό υλικό μέσω δικαστικού επιμελητή, δημοσίευα στοιχεία και ερωτήματα μέσω της sfagi.gr, συμμετείχα σε δημόσιες ομιλίες και διατηρούσα πρωτόκολλα, εκθέσεις επίδοσης, ηλεκτρονική αλληλογραφία, υπηρεσιακά και δικαστικά έγγραφα.
Άρα δεν πρόκειται για έναν εκ των υστέρων ισχυρισμό ότι «εγώ τα έλεγα». Υπάρχει αποδεικτικό ίχνος.
Υπάρχουν ημερομηνίες, παραλήπτες, υπογραφές και επιδόσεις. Τον Απρίλιο του 2022 άρχισε η ποινική ενεργοποίηση σε βάρος μου με την πρώτη κλήση και την πρώτη κατηγορία για διασπορά ψευδών ειδήσεων.
Μέσα στο ίδιο έτος υπήρχε ήδη βεβαίωση δικασίμου με υπογραφή αρμόδιου Εισαγγελέα.
Ακολούθησε και δεύτερη ποινική υπόθεση.
Τελικά οδηγήθηκα δύο φορές ενώπιον ποινικών δικαστηρίων και αθωώθηκα και στις δύο περιπτώσεις, με την υπ’ αριθ. 877/2023 απόφαση στην Καβάλα και την υπ’ αριθ. 3008/2024 απόφαση στη Θεσσαλονίκη.
Οι αθωώσεις δεν σημαίνουν ότι τα δικαστήρια αποφάνθηκαν αυτομάτως για κάθε στοιχείο που είχα καταγγείλει.
Σημαίνουν όμως κάτι συγκεκριμένο: εγώ ελέγχθηκα ποινικά για όσα έλεγα και δεν καταδικάστηκα.
Το ερώτημα παραμένει: ελέγχθηκαν με την ίδια θεσμική σοβαρότητα αυτά για τα οποία είχα ενημερώσει τις αρχές; Παράλληλα υπήρξε δημόσιος χλευασμός, απαξίωση και στοχοποίηση από ιστοσελίδες «fact-checking/hoaxes» και από ανθρώπους που θεωρούσαν ότι όποιος αμφισβητούσε την επίσημη διαχείριση της περιόδου COVID-19 ήταν αυτομάτως διακινητής ψευδών ειδήσεων.
Στη συνέχεια εμφανίστηκαν και διοικητικές και οικονομικές συνέπειες, μέτρα αναγκαστικής είσπραξης, δεσμεύσεις απαιτήσεων και εισοδημάτων και κατασχέσεις.
Γι’ αυτό η χρονική σειρά έχει σημασία: πρώτα υπήρξε η ενημέρωση των αρχών και μετά ήρθε η ποινική και διοικητική πίεση.
Και εδώ τίθεται το ερώτημα προς όλους τους σημερινούς «σωτήρες», «αντισυστημικούς» και «ειδικούς»: Όταν εγώ από το 2021 έβαζα το όνομά μου κάτω από έγγραφα, εσείς τι κάνατε; Όποιος είχε πράγματι ενεργήσει τότε μπορεί να παρουσιάσει σήμερα το έγγραφο, την ημερομηνία, τον παραλήπτη, τον αριθμό πρωτοκόλλου και την απάντηση της αρχής.
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «τα έλεγα» και στο «ενήργησα θεσμικά όταν υπήρχε πραγματικό προσωπικό, επαγγελματικό και οικονομικό κόστος». Ιδιαίτερο ζήτημα υπάρχει για τη δημοσιογραφία.
Η περίοδος COVID-19 συνδέθηκε με την κρατική διαφημιστική καμπάνια που έμεινε γνωστή ως «λίστα Πέτσα». Για τα μέσα που χρηματοδοτήθηκαν τίθεται ζήτημα ως προς τα κριτήρια χρηματοδότησης και τη δημοσιογραφική τους ανεξαρτησία.
Υπάρχει όμως εξίσου σοβαρό ερώτημα και για εκείνους που δεν χρηματοδοτήθηκαν.
Δεν χρειαζόταν να συμφωνήσουν μαζί μου.
Χρειαζόταν να ερευνήσουν: να ζητήσουν έγγραφα, να ελέγξουν ΚΥΑ, επιστημονικές εισηγήσεις, συμβάσεις, χρηματοδοτήσεις, πρόστιμα, καταγγελίες πολιτών και τη νομική βάση των περιορισμών.
Δημοσιογραφία σημαίνει έρευνα και έλεγχο της εξουσίας, όχι απλή αναπαραγωγή επίσημων ανακοινώσεων.
Το ίδιο αφορά πρόσωπα που απέκτησαν δημόσια αναγνωρισιμότητα ως «αντισυστημικοί», «αντιστασιακοί», γιατροί, επιστήμονες ή υπερασπιστές των πολιτών και αργότερα βρέθηκαν σε κόμματα, κομματικές θέσεις ή ψηφοδέλτια.
Η πολιτική συμμετοχή είναι νόμιμο δικαίωμα και από μόνη της δεν αποδεικνύει συναλλαγή.
Ο πολίτης όμως δικαιούται να γνωρίζει τι έκανε ο καθένας τότε, πριν εμφανιστεί αργότερα ως πολιτικός εκπρόσωπος ή υποψήφιος.
Για τους δικηγόρους το θεσμικό πλαίσιο είναι συγκεκριμένο.
Ο ν. 4194/2013 – Κώδικας Δικηγόρων χαρακτηρίζει τον δικηγόρο δημόσιο λειτουργό και αναθέτει στους Δικηγορικούς Συλλόγους θεσμικό ρόλο στην υπεράσπιση του κράτους δικαίου και της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δικηγόρος ήταν υποχρεωμένος να υποβάλει μήνυση.
Σημαίνει όμως ότι όσοι σήμερα εξηγούν πόσο αντισυνταγματικά ή δυσανάλογα ήταν ορισμένα μέτρα οφείλουν να δέχονται και το ερώτημα: Τι κάνατε τότε; Για τους γιατρούς, τα άρθρα 11 και 12 του ν. 3418/2005 προβλέπουν ενημέρωση και συναίνεση του ασθενούς, ενώ το άρθρο 5 της Σύμβασης του Οβιέδο, που κυρώθηκε με τον ν. 2619/1998, θεμελιώνει τον γενικό κανόνα της ελεύθερης και ενημερωμένης συναίνεσης.
Το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος προστατεύει το πρόσωπο έναντι βιοϊατρικών παρεμβάσεων και το άρθρο 25 παρ. 1 επιβάλλει την αρχή της αναλογικότητας.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν το κράτος δεν περιορίζεται στην ενημέρωση ή στη σύσταση αλλά συνδέει την άρνηση μιας ιατρικής πράξης με πρόστιμο, απώλεια εισοδήματος, αποκλεισμό ή άλλη σοβαρή οικονομική συνέπεια.
Τότε τίθεται ένα πραγματικό ερώτημα: Πόσο ελεύθερη παραμένει η επιλογή όταν η διαφορετική απόφαση συνεπάγεται κρατικά επιβαλλόμενη οικονομική βλάβη; Το ζήτημα των προστίμων και του οικονομικού καταναγκασμού όμως δεν περιορίζεται στον εμβολιασμό.
Κατά την περίοδο COVID-19 χρησιμοποιήθηκαν διοικητικές κυρώσεις και άλλες δυσμενείς συνέπειες για την επιβολή περιορισμών μετακίνησης και κυκλοφορίας, χρήσης μάσκας, διαγνωστικών ελέγχων, πιστοποιητικών και περιορισμών πρόσβασης σε εργασία, υπηρεσίες, καταστήματα και άλλους χώρους.
Στο ειδικό ζήτημα του μη εμβολιασμού, το άρθρο 24 του ν. 4865/2021 προέβλεψε διοικητική χρηματική κύρωση, με συμμετοχή της ΑΑΔΕ στη σχετική διαδικασία, ενώ μεταγενέστερα το άρθρο 49 του ν. 5102/2024 προέβλεψε διαγραφή μη εισπραχθέντων ποσών της συγκεκριμένης κατηγορίας.
Άρα χρειάζεται πλήρης λογιστικός και διοικητικός απολογισμός: πόσα επιβλήθηκαν, πόσα εισπράχθηκαν, πόσα διαγράφηκαν και ποιες συνέπειες είχαν ήδη δημιουργηθεί.
Το πραγματικό ζήτημα είναι ευρύτερο: η απειλή οικονομικής ζημίας χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα ως μηχανισμός εξαναγκασμού προς συμμόρφωση με κρατικά επιβαλλόμενες συμπεριφορές.
Ο πολίτης δεν βρισκόταν απλώς απέναντι σε μία σύσταση αλλά στο δίλημμα «συμμορφώσου ή υπέστη την κύρωση». Ο όρος «εκβίαση» έχει ειδικό ποινικό περιεχόμενο στο άρθρο 385 ΠΚ και δεν ταυτίζεται αυτομάτως με κάθε διοικητική κύρωση.
Δεν παύει όμως να πρέπει να εξετάζεται ο εκβιαστικού χαρακτήρα οικονομικός και διοικητικός καταναγκασμός, όταν η απειλή προστίμου, απώλειας εισοδήματος, αποκλεισμού ή άλλης σοβαρής βλάβης χρησιμοποιείται συστηματικά για να εξαναγκάσει τον πολίτη σε συγκεκριμένη συμπεριφορά.
Και η πίεση αυτή δεν είχε το ίδιο πραγματικό βάρος για όλους.
Για έναν οικονομικά ισχυρό ένα πρόστιμο μπορούσε να είναι απλή ενόχληση· για έναν άνεργο, χαμηλοσυνταξιούχο, οικογενειάρχη ή μικρό επαγγελματία μπορούσε να επηρεάζει άμεσα τον βιοπορισμό του.
Γι’ αυτό η αναλογικότητα δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από το ονομαστικό ποσό, αλλά και από τον πραγματικό βαθμό εξαναγκασμού που προκαλούσε στην καθημερινή ζωή του πολίτη.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο αποτελεί και η επιστημονική τεκμηρίωση των ίδιων των μέτρων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ωριαίες απαγορεύσεις κυκλοφορίας. Ο SARS-CoV-2 δεν αποκτούσε διαφορετική βιολογική συμπεριφορά επειδή το ρολόι έδειχνε 21:00. Η επίσημη λογική ήταν η μείωση των κοινωνικών επαφών.
Αυτό όμως δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: ποια ήταν η ειδική επιστημονική τεκμηρίωση για την επιλογή ακριβώς της συγκεκριμένης ώρας; Γιατί 21:00 και όχι διαφορετική ώρα; Ποια δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν; Ποιο όφελος αναμενόταν; Ποιες εναλλακτικές εξετάστηκαν; Ελέγχθηκε αν η συμπίεση των δραστηριοτήτων σε λιγότερες ώρες μπορούσε να αυξήσει τον συνωστισμό; Όταν μάλιστα η παραβίαση συνοδευόταν από πρόστιμο, η ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Υπάρχει και ένα ακόμη ζήτημα που πρέπει να παραμένει ξεκάθαρο: SARS-CoV-2 και COVID-19 δεν είναι ο ίδιος όρος.
SARS-CoV-2 είναι η ονομασία του ιού.
COVID-19 είναι η ονομασία της νόσου.
Άλλο η ανίχνευση του ιού ή γενετικού υλικού, άλλο η λοίμωξη και άλλο η κλινική νόσηση.
Επομένως πρέπει να εξετάζεται αν στη δημόσια επικοινωνία, στις στατιστικές, στα τεστ και στην αιτιολόγηση των μέτρων διατηρούνταν πάντοτε αυτή η διάκριση ή αν διαφορετικές έννοιες παρουσιάζονταν ως ταυτόσημες.
Και εφόσον προκύπτει ότι τέτοια σύγχυση χρησιμοποιήθηκε εν γνώσει για να παρουσιαστεί διαφορετική εικόνα του πραγματικού κινδύνου, τότε το ζήτημα δεν είναι πλέον απλή κακή επικοινωνία αλλά αποκτά διαφορετική θεσμική και ενδεχομένως ποινική διάσταση.
Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία ότι οι αρμόδιες αρχές είχαν ήδη ενημερωθεί από εμένα από το 2021.
Δεν είχε ενημερωθεί μόνο η Δ.Ο.Υ./ΑΑΔΕ.
Είχαν πραγματοποιηθεί θεσμικές γνωστοποιήσεις και επιδόσεις, μεταξύ άλλων προς Αστυνομικό Διευθυντή, Δήμο και Εισαγγελία, ενώ είχαν αποσταλεί emails και τεκμηριωτικό υλικό μέσω δικαστικού επιμελητή.
Άρα υπήρχε ήδη από το 2021 θεσμικό ίχνος γνώσης σε διαφορετικές δημόσιες αρχές, πριν από την ποινική ενεργοποίηση του 2022.
Η παραλαβή μιας αναφοράς δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο παραλήπτης αποδέχθηκε το περιεχόμενό της ως αληθές.
Σημαίνει όμως ότι μπορεί να αποδειχθεί ποιος ενημερώθηκε, πότε, τι ακριβώς παρέλαβε και τι έκανε μετά.
Αυτό μπορεί να ελεγχθεί μέσα από πρωτόκολλα, εκθέσεις επίδοσης, υπηρεσιακές χρεώσεις, εσωτερικές διαβιβάσεις, emails, ηλεκτρονικά logs, απαντήσεις και τα πρόσωπα που χειρίστηκαν τους σχετικούς φακέλους.
Για τους δημοσίους υπαλλήλους, τα άρθρα 24 και 25 του ν. 3528/2007 προβλέπουν πίστη στο Σύνταγμα, υπηρεσία προς τον λαό και ευθύνη για τη νομιμότητα των υπηρεσιακών ενεργειών.
Τα άρθρα 106 και 107 ρυθμίζουν την πειθαρχική ευθύνη.
Αντίστοιχες αρχές ισχύουν για τους υπαλλήλους των ΟΤΑ βάσει του ν. 3584/2007.
Για τους αστυνομικούς, ο Κώδικας Δεοντολογίας του Π.Δ. 254/2004 προβλέπει προσωπική ευθύνη για πράξεις και παραλείψεις και ειδική αντιμετώπιση της προδήλως παράνομης ή αντισυνταγματικής διαταγής.
Το άρθρο 38 ΚΠΔ προβλέπει επίσης υποχρεώσεις αναφοράς αυτεπαγγέλτως διωκόμενων αδικημάτων που περιέρχονται σε γνώση δημοσίων οργάνων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η ΑΑΔΕ έχει επιπλέον ειδικό κανονιστικό και πειθαρχικό πλαίσιο, ενώ ο Κώδικας Δεοντολογίας της θέτει ως αρχές τη διαφάνεια, την ακεραιότητα και τη λογοδοσία.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα των δεδομένων υγείας.
Τα άρθρα 5 και 9 του GDPR απαιτούν νομιμότητα, διαφάνεια, συγκεκριμένο σκοπό και ειδικές εγγυήσεις για δεδομένα υγείας.
Άρα πρέπει να είναι γνωστό ποιο δεδομένο περί εμβολιασμού, νόσησης ή τεστ διαβιβάστηκε, από ποιον, σε ποιον, με ποια νομική βάση, ποιος είχε πρόσβαση και για πόσο διάστημα.
Σε επίπεδο ποινικού δικαίου είναι κρίσιμη η διάκριση μεταξύ αμέλειας και δόλου.
Τα άρθρα 27 και 28 ΠΚ διακρίνουν εκείνον που δεν προέβλεψε ένα αποτέλεσμα ενώ όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει από εκείνον που γνώριζε την πιθανότητα επέλευσής του και την αποδέχθηκε.
Γι’ αυτό το «δεν γνώριζα» δεν αποτελεί πάντοτε επαρκή απάντηση.
Εάν ένα πρόσωπο είχε υπηρεσιακή, επιστημονική ή διοικητική υποχρέωση να ενημερωθεί, είχε λάβει συγκεκριμένες προειδοποιήσεις ή είχε στη διάθεσή του κρίσιμα στοιχεία και παρ’ όλα αυτά αμέλησε τον κίνδυνο, μπορεί να τίθεται ζήτημα ευθύνης από αμέλεια.
Εφόσον από αμέλεια προκλήθηκε θάνατος ή βλάβη της υγείας, τίθενται αντίστοιχα τα άρθρα 302 και 314 ΠΚ. Εάν όμως αποδεικνύεται γνώση και δόλος, η αξιολόγηση μπορεί, ανάλογα με την αιτιώδη συνάφεια και τα πραγματικά περιστατικά, να φτάσει στις διατάξεις περί ανθρωποκτονίας με δόλο του άρθρου 299 ΠΚ και σωματικών βλαβών των άρθρων 308-310 ΠΚ. Όπου συγκεκριμένο πρόσωπο είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει αποτέλεσμα και παρέλειψε να ενεργήσει, αποκτά σημασία και το άρθρο 15 ΠΚ. Η δική μου ενημέρωση των αρχών από το 2021 αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία.
Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι κάθε παραλήπτης γνώριζε ότι κάθε καταγγελία ήταν αληθής.
Αποδεικνύει όμως ότι η προειδοποίηση είχε φτάσει στην αρμόδια αρχή.
Η υπόθεση δεν μπορεί συνεπώς να περιορίζεται στο απλοϊκό ερώτημα αν «έγιναν λάθη». Εφόσον από τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτουν κατασκευή του ιού, προγενέστερος σχεδιασμός, οργανωμένη σκηνοθεσία της πανδημικής κατάστασης, ουσιώδης παραποίηση στοιχείων, συνειδητή παραπλάνηση, κοινή γνώση ή οργανωμένος συντονισμός, τότε δεν μιλάμε πλέον απλώς για αποτυχημένη πολιτική δημόσιας υγείας.
Μιλάμε για εντελώς διαφορετικής βαρύτητας υπόθεση, στην οποία πρέπει να εξατομικευθεί η ευθύνη όσων σχεδίασαν, αποφάσισαν, γνώριζαν, έδωσαν εντολές, εκτέλεσαν ή συνέχισαν τις σχετικές πράξεις.
Ακόμη βαρύτερη γίνεται η αξιολόγηση όταν προκύπτει ότι συγκεκριμένα πρόσωπα γνώριζαν πως μέτρα, πολιτικές ή ιατρικές παρεμβάσεις προκαλούσαν ή μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές βλάβες στην υγεία ή θανάτους και, παρά τη γνώση αυτή, τις ενέκριναν ή τις συνέχισαν.
Τότε η εξέταση περνά από την αμέλεια στη γνώση, στον δόλο, στην αποδοχή του αποτελέσματος, στην αιτιώδη συνάφεια και στον πραγματικό ρόλο κάθε φυσικού προσώπου.
Και όταν τέτοια στοιχεία εμφανίζονται σε διεθνές επίπεδο, πρέπει να εξετάζονται οι κοινές οδηγίες, τα κέντρα λήψης αποφάσεων, οι συμβάσεις, οι χρηματοδοτήσεις, οι επικοινωνίες και ο πραγματικός βαθμός συντονισμού κρατικών, υπερεθνικών και ιδιωτικών φορέων.
Η εφαρμογή παρόμοιων πολιτικών σε πολλές χώρες δεν αποδεικνύει από μόνη της εγκληματικό σχέδιο.
Εάν όμως συγκεκριμένα στοιχεία τεκμηριώνουν οργανωμένη και ευρεία ή συστηματική δράση κατά άμαχου πληθυσμού, με γνώση και τις πράξεις που απαιτεί το διεθνές ποινικό δίκαιο, μπορεί να τίθεται ζήτημα εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, κατά το άρθρο 7 του Καταστατικού της Ρώμης και τον ν. 3948/2011.
Η γενοκτονία είναι διαφορετικό και πολύ στενότερο νομικό έγκλημα, που απαιτεί ειδικό σκοπό καταστροφής συγκεκριμένης προστατευόμενης ομάδας.
Ο όρος «δημοκτονία» που χρησιμοποιώ πολιτικά για τη συνολική κοινωνική, οικονομική και ανθρώπινη βλάβη δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τη νομική έννοια της γενοκτονίας.
Για τους πολιτικούς το Σύνταγμα δεν προβλέπει γενική ανευθυνότητα.
Το άρθρο 85 προβλέπει ευθύνη Υπουργών και Υφυπουργών για πράξεις και παραλείψεις της αρμοδιότητάς τους και το άρθρο 86 την ειδική διαδικασία για αδικήματα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Άλλο είναι η προστατευόμενη κοινοβουλευτική γνώμη και ψήφος των άρθρων 60 και 61 και άλλο η βουλευτική ασυλία ή το ακαταδίωκτο του άρθρου 62. Η ασυλία δεν είναι αθώωση και το ακαταδίωκτο δεν μετατρέπει μία παράνομη πράξη σε νόμιμη.
Μετά την αναθεώρηση του 2019, όταν εισαγγελική αίτηση αφορά αδίκημα που δεν συνδέεται με τα βουλευτικά καθήκοντα ή την πολιτική δραστηριότητα, η άδεια της Βουλής δίδεται υποχρεωτικά, ενώ στα αυτόφωρα κακουργήματα δεν απαιτείται άδεια.
Άλλο λοιπόν η προστασία της κοινοβουλευτικής λειτουργίας και άλλο οι υπουργικές αποφάσεις, οι διοικητικές πράξεις, οι εντολές, οι υπογραφές, η οικονομική διαχείριση, η απόκρυψη στοιχείων και κάθε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη φυσικού προσώπου.
Το ίδιο ισχύει και για τη νομοθέτηση.
Ο ν. 4622/2019 περιλαμβάνει αρχές καλής νομοθέτησης, αναλογικότητας, αποτελεσματικότητας, διαφάνειας και λογοδοσίας.
Και το γεγονός ότι μετά την περίοδο COVID-19 ψηφίζονται νέοι νόμοι δεν διαγράφει όσα προηγήθηκαν.
Ο νέος νόμος δεν εξαφανίζει πράξεις, παραλείψεις, υπογραφές, οικονομικές ροές ή ενδεχόμενες ποινικές, διοικητικές, αστικές ή πολιτικές ευθύνες.
Το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος προβλέπει άλλωστε ότι τα δικαστήρια δεν εφαρμόζουν νόμο αντίθετο προς το Σύνταγμα.
Η νομοθέτηση δεν μπορεί να λειτουργεί ως θεσμική αμνησία.
Όπου προκύπτουν πραγματικές ενδείξεις αξιόποινων πράξεων, πρέπει να αναζητούνται τα φυσικά πρόσωπα, η πράξη ή παράλειψή τους, η γνώση, ο δόλος ή η αμέλεια, η αιτιώδης συνάφεια και η πραγματική συνέπεια.
Άλλο η αμέλεια.
Άλλο η γνώση.
Άλλο ένα αποδεδειγμένο οργανωμένο σχέδιο.
Και εδώ επιστρέφω στη δική μου περίπτωση.
Για να ελεγχθώ εγώ υπήρξε κρατικός μηχανισμός, ποινική κατηγορία από τον Απρίλιο του 2022, εισαγγελική διαδικασία και δύο δικαστήρια.
Αθωώθηκα και στις δύο υποθέσεις.
Επομένως δικαιούμαι να ζητώ την ίδια θεσμική σοβαρότητα απέναντι στα ίδια τα στοιχεία και τις αναφορές που είχα καταθέσει από το 2021. ΤΙ ΠΕΤΥΧΑΙΝΕΙ ΑΥΤΗ Η ΑΙΤΗΣΗ – ΑΝΑΦΟΡΑ; Κάποιος μπορεί να πει: «Και τι έγινε που κατέθεσες μία αίτηση;» Η συγκεκριμένη αίτηση δεν είναι μία ανάρτηση ούτε μία απλή επιστολή διαμαρτυρίας.
Είναι μία 95σέλιδη, επίσημη και πρωτοκολλημένη θεσμική πράξη, με συγκεκριμένα ερωτήματα, αιτήματα και αποδεικτικό υλικό.
Πρώτον, δημιουργεί επίσημο διοικητικό ίχνος για το ποιος ενημερώθηκε, πότε και για ποιο θέμα.
Δεύτερον, ζητά ειδικές και αιτιολογημένες έγγραφες απαντήσεις και πρωτογενή έγγραφα: αποφάσεις, εισηγήσεις, πρακτικά, επιστημονικά στοιχεία, συμβάσεις, οικονομικά δεδομένα, υπηρεσιακές χρεώσεις, emails και ηλεκτρονικά ίχνη.
Εάν κάποιο κρίσιμο έγγραφο δεν υπάρχει, ζητείται να προκύψει και αυτό εγγράφως.
Τρίτον, ζητά να ελεγχθεί ποιες αρχές είχαν ενημερωθεί ήδη από το 2021 και τι έκαναν μετά.
Τέταρτον, ζητά να διασφαλιστούν φυσικά και ηλεκτρονικά αρχεία ώστε να μη χαθούν αποδεικτικά στοιχεία και να προσδιοριστούν τα φυσικά πρόσωπα που εισηγήθηκαν, υπέγραψαν, αποφάσισαν ή εκτέλεσαν συγκεκριμένες πράξεις.
Πέμπτον, όπου κάποιο σκέλος ανήκει σε διαφορετική αρμόδια αρχή, ζητείται η νόμιμη διαβίβασή του.
Η σημασία της Αίτησης ενισχύεται και από το εύρος των κοινοποιήσεών της.
Δεν περιορίστηκε στις ελληνικές αρχές, αλλά κοινοποιήθηκε και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) και, για εξωτερική θεσμική ενημέρωση, στον Λευκό Οίκο / Γραφείο του Προέδρου των ΗΠΑ, στο U.S. Department of Defense, στο U.S. Department of Justice και στην Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, με καταγεγραμμένες συστημένες αποστολές.
Έτσι δημιουργείται αποδεικτικό ίχνος ενημέρωσης σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Η αίτηση δεν καταδικάζει κανέναν και δεν υποκαθιστά το δικαστήριο.
Κάνει όμως κάτι απολύτως απαραίτητο: μεταφέρει το θέμα από τα λόγια στα έγγραφα και από το «κανείς δεν ξέρει» στο «ποιος γνώριζε τι και πότε». Δημιουργεί την αποδεικτική βάση πάνω στην οποία μπορούν, εφόσον προκύψουν τα αντίστοιχα στοιχεία, να ακολουθήσουν διοικητικές, πειθαρχικές, εισαγγελικές, δικαστικές ή αποζημιωτικές ενέργειες.
Με απλά λόγια: ΕΛΕΓΞΤΕ ΤΑ. ΑΠΑΝΤΗΣΤΕ ΕΓΓΡΑΦΩΣ. ΔΩΣΤΕ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ. ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΤΕ ΤΑ ΑΡΧΕΙΑ. ΚΑΙ ΟΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΕΥΘΥΝΗ, ΕΝΕΡΓΗΣΤΕ ΟΠΩΣ ΟΡΙΖΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ.
Και προς όλους εκείνους που σήμερα εμφανίζονται ως «σωτήρες», «ειδικοί», «αντισυστημικοί» ή άνθρωποι που «τα γνώριζαν από την αρχή», η δημόσια πρόκληση παραμένει απλή: Αντί για άλλο ένα βίντεο, παρουσιάστε το έγγραφο που καταθέσατε τότε.
Με ημερομηνία, υπογραφή, παραλήπτη, αριθμό πρωτοκόλλου και απάντηση της Αρχής.
Τα λόγια είναι εύκολα.
Η υπογραφή έχει ευθύνη.
Το πρωτόκολλο αφήνει ίχνος.
Η ασυλία δεν είναι αθωότητα.
Το ακαταδίωκτο δεν είναι ατιμωρησία.
Η άγνοια δεν απαλλάσσει όταν υπήρχε υποχρέωση γνώσης και επιμέλειας.
Η γνώση αλλάζει ριζικά την ποινική αξιολόγηση.
Ο νέος νόμος δεν διαγράφει την προηγούμενη ευθύνη.
Και όταν αποδεικνύεται οργανωμένη και εν γνώσει πρόκληση μαζικής βλάβης, η ευθύνη δεν σταματά στα εθνικά σύνορα. ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ Η προσπάθεια αυτή δεν αφορά μόνο εμένα.
Αφορά όλους τους Έλληνες πολίτες, γιατί αφορά αποφάσεις, μέτρα και συνέπειες που εφαρμόστηκαν σε ολόκληρη την κοινωνία.
Η έρευνα, τα έγγραφα, οι επιδόσεις, οι αιτήσεις και οι θεσμικές ενέργειες έχουν πραγματικό κόστος, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου μέχρι σήμερα έχω καλύψει προσωπικά.
Όποιος θεωρεί ότι αυτή η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί μπορεί, απολύτως προαιρετικά και χωρίς οποιαδήποτε ανταπόδοση, να τη στηρίξει οικονομικά: https://www.sfagi.gr/dorea/ Όποιος δεν μπορεί να βοηθήσει οικονομικά μπορεί να στηρίξει την προσπάθεια με μία κοινοποίηση της παρούσας ανάρτησης.
Γιατί αυτή η υπόθεση δεν αφορά έναν άνθρωπο.
Αφορά το τι συνέβη σε μια ολόκληρη χώρα.
Αφορά όλους μας.
Και η αναζήτηση της αλήθειας και της λογοδοσίας δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός μόνο πολίτη. @ακόλουθοι Ioannis Demertzis
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους