Μετά τις εξαγγελίες και τη σημερινή συνέντευξη Τύπου του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, ακολούθησαν όπως πάντα οι πίνακες με τους «κερδισμένους», τα ποσά και τις ημερομηνίες εφαρμογής. Η οικονομική...
Μετά τις εξαγγελίες και τη σημερινή συνέντευξη Τύπου του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, ακολούθησαν όπως πάντα οι πίνακες με τους «κερδισμένους», τα ποσά και τις ημερομηνίες εφαρμογής.
Η οικονομική πολιτική όμως δεν εξαντλείται στο ποιος θα πάρει τι. Κρίνεται και από το αν αντιμετωπίζει τις αιτίες των προβλημάτων, αν οι παρεμβάσεις είναι βιώσιμες και ποιος τελικά πληρώνει τον λογαριασμό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αύξηση του κατώτατου μισθού.
Προφανώς και είναι θετικό να πάρουν οι εργαζόμενοι περισσότερα.
Η πραγματική αξία της αύξησης όμως κρίνεται από όσα θα απομένουν μετά το ενοίκιο, το ρεύμα και το σούπερ μάρκετ.
Και χωρίς αντίστοιχη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, της φορολογίας, της ενέργειας και της γραφειοκρατίας, η πρόσθετη αυτή επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις θα μετακυλιστεί στις τιμές ή θα απορροφηθεί από τις επιχειρήσεις, περιορίζοντας τις επενδύσεις και τις νέες προσλήψεις, απειλώντας τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων.
Σε κάθε περίπτωση, θα επιστρέφει στον εργαζόμενο είτε ως ακρίβεια είτε ως μειωμένη απασχόληση.
Η εύκολη κυβερνητική απάντηση θα ήταν: «Δηλαδή, τι θέλετε; Να μην αυξηθούν οι μισθοί;». Πρόκειται για βολικό ψευτοδίλημμα.
Οι μισθοί πρέπει να αυξηθούν, αλλά παράλληλα πρέπει να μειωθούν ουσιαστικά και τα βάρη της επιχείρησης που τους καταβάλλει.
Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή μονάδα προφανώς δεν αρκεί.
Ο εργαζόμενος δεν μπορεί να ευημερεί όταν η επιχείρηση ασφυκτιά, ούτε η επιχείρηση μπορεί να αναπτύσσεται με εργαζομένους που δεν μπορούν να ζήσουν από τον μισθό τους.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σημερινή δήλωση του πρωθυπουργού ότι η Νέα Δημοκρατία είναι μια παράταξη «οικονομικά φιλελεύθερη», που πιστεύει στους λιγότερους φόρους και στην ιδιωτική πρωτοβουλία.
Και ομολογώ ότι εξεπλάγην όταν το άκουσα, διότι η δήλωση αυτή έχει ένα μικρό πρόβλημα.
Την πραγματικότητα.
Από πότε είναι οικονομικός φιλελευθερισμός να αποφασίζει το κράτος μέσω τεκμηρίων πόσα υποτίθεται ότι κέρδισε ένας ελεύθερος επαγγελματίας, να δημιουργεί υπερπλεονάσματα και στη συνέχεια να επιλέγει σε ποιους και πότε θα επιστρέψει μέρος αυτών των χρημάτων; Το πρόβλημα ασφαλώς και δεν είναι ότι το κράτος εισπράττει φόρους.
Είναι ότι διατηρεί ένα σύστημα τεκμαρτής φορολόγησης και ύστερα παρουσιάζει την επιλεκτική επιστροφή ενός μέρους των υπερπλεονασμάτων ως κυβερνητική παροχή.
Άλλο όμως να περιορίζεις εξαρχής, οριζόντια και μόνιμα τη φορολογική επιβάρυνση και άλλο να επιλέγεις εκ των υστέρων ποιος θα πάρει πίσω ένα μέρος από όσα κατέβαλε.
Αυτό είναι φορολογικός και επιδοματικός κρατισμός ή αν προτιμάτε, κρατικός πατερναλισμός, δηλαδή πρώτα το κράτος αφαιρεί, μετά αποφασίζει ποιος δικαιούται να πάρει κάτι πίσω και στο τέλος περιμένει και πολιτική ευγνωμοσύνη.
Δεν πάει όμως έτσι.
Η ίδια αντίληψη αποτυπώθηκε ακόμη καθαρότερα στο ζήτημα του ΦΠΑ.
Ο πρωθυπουργός απέρριψε τη μείωσή του, προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι θα ωφελούσε όλους, «και τους προνομιούχους και τους λιγότερο προνομιούχους». Το κατά πόσο μια μείωση του ΦΠΑ θα περνούσε πράγματι στις τελικές τιμές είναι απολύτως θεμιτό να συζητηθεί.
Δεν μπορεί όμως να παρουσιάζεται ως μειονέκτημα μιας φοροελάφρυνσης το γεγονός ότι θα ωφελούσε όλους.
Η μείωση ενός φόρου δεν είναι επίδομα για να χρειάζεται εισοδηματικά κριτήρια.
Αν λοιπόν το καθολικό όφελος μιας φοροελάφρυνσης θεωρείται πρόβλημα, τότε πράγματι μιλάμε για μια αρκετά πρωτότυπη εκδοχή οικονομικού φιλελευθερισμού.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα του χρόνου.
Οι εκλογές, όπως επιβεβαίωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, θα γίνουν την άνοιξη του 2027.
Το επίδομα των 500 ευρώ (μικτά) στους δημοσίους υπαλλήλους θα καταβληθεί για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2027, ενώ ο κατώτατος μισθός προβλέπεται να φτάσει τα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028.
Μια παροχή που εξαγγέλλεται πριν από τις κάλπες αλλά καταβάλλεται για πρώτη φορά μετά από αυτές δεν είναι σημερινό μέτρο, αλλά μεταχρονολογημένη προεκλογική επιταγή, και μάλιστα χρεωμένη σε μια τρίτη θητεία που οι πολίτες δεν έχουν ακόμη δώσει στη Νέα Δημοκρατία.
Στο ηλεκτρικό ρεύμα, η μείωση κατά 50% των χρεώσεων ΥΚΩ αποτελεί συγκεκριμένο μέτρο.
Η μείωση της τιμής κατά 30% μέχρι το 2029 όμως παραμένει στόχος, χωρίς να έχει ακόμη παρουσιαστεί ο οδικός χάρτης.
Η ευρωπαϊκή πίεση μπορεί να είναι αναγκαία, αλλά δεν αποτελεί ούτε μέτρο ούτε αποτέλεσμα.
Δεν έχω δει άλλωστε κάποιον λογαριασμό να μειώνεται με προθέσεις.
Στο στεγαστικό, το «Σπίτι μου 3» θα βοηθήσει όσους ενταχθούν, διοχετεύει όμως μεγαλύτερη ζήτηση σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά.
Αν η προσφορά δεν αυξηθεί με ανάλογη ταχύτητα, περισσότεροι αγοραστές θα διεκδικούν τα ίδια σπίτια και μέρος της επιδότησης θα καταλήξει στις τιμές τους.
Και επειδή ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε ότι «χρειαζόμαστε περισσότερα σπίτια», τίθεται το ερώτημα αν η προσφορά θα αυξηθεί εγκαίρως ή αν τελικά το πρόγραμμα θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο όσους μείνουν εκτός.
Τέλος, το ψηφιακό κράτος ήταν αναγκαίο και το gov.gr διευκόλυνε ουσιαστικά εκατομμύρια συναλλαγές, αλλά η ψηφιοποίηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως και μείωση της γραφειοκρατίας.
Αν οι ίδιες άδειες, δηλώσεις και εγκρίσεις εξακολουθούν να απαιτούνται και απλώς μεταφέρονται στο διαδίκτυο, μειώθηκε η γραφειοκρατία ή απλώς ψηφιοποιήθηκε και γλιτώσαμε τις ουρές στον γκισέ; Αυτό είναι τελικά το κοινό νήμα των εξαγγελιών: η διαχείριση των συνεπειών του υφιστάμενου οικονομικού μοντέλου.
Όχι η αλλαγή του.
Και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι κάποιος πρωτοεμφανιζόμενος υποψήφιος.
Κυβερνά από το 2019.
Όταν έπειτα από επτά χρόνια οι μεγάλες υποσχέσεις μεταφέρονται στο 2029 και στο 2030, το πρόγραμμα για το μέλλον αποτελεί αναπόφευκτα και απολογισμό όσων δεν έγιναν στο παρελθόν.
Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι ένα κράτος που εισπράττει αποτελεσματικότερα και αναδιανέμει επιλεκτικότερα.
Είναι ένα κράτος που φορολογεί λιγότερο, λειτουργεί πιο απλά και αφήνει περισσότερο χώρο σε εργαζομένους και επιχειρήσεις να παράγουν και να αναπτύσσονται.
Άλλωστε ο κρατισμός δεν παύει να είναι κρατισμός επειδή απέκτησε ένα καλύτερο λογισμικό και μια φιλελεύθερη ετικέτα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους