[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μικρή πολιτεία, ζούσε ένας ωρολογοποιός ονόματι Αλκιβιάδης. Δεν ήταν απλώς τεχνίτης. Ήταν καλλιτέχνης. Τα ρολόγια του δεν έδειχναν απλώς την ώρα. Τραγουδούσαν την ώρα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μικρή πολιτεία, ζούσε ένας ωρολογοποιός ονόματι Αλκιβιάδης.

Δεν ήταν απλώς τεχνίτης.

Ήταν καλλιτέχνης.

Τα ρολόγια του δεν έδειχναν απλώς την ώρα.

Τραγουδούσαν την ώρα, με κρυστάλλινους ήχους που άλλαζαν ανάλογα με το φως του ήλιου. Ο Αλκιβιάδης το ήξερε αυτό.

Και το ήξερε πολύ καλά.

Κάθε απόγευμα, στεκόταν στην βιτρίνα του μαγαζιού του, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από την πλάτη και παρατηρούσε τους περαστικούς.

Όταν κάποιος σταματούσε να θαυμάσει το μεγαλύτερο έργο του ένα χρυσό ρολόι εκκρεμές με φτερά εκείνος έπαιρνε βαθιά ανάσα και έλεγε με φωνή γεμάτη προσποιητή μετριοφροσύνη: «Α, ναι... αυτό; Είναι απλώς ένα μικρό πείραμα.

Μου πήρε μόλις τρία χρόνια.

Φυσικά, ο χρόνος δεν μετριέται σε χρόνια για μένα, αλλά σε εμπνεύσεις... Και αυτό το κομμάτι, βλέπετε, είναι φτωχό σε εμπνεύσεις.» Οι περαστικοί χαμήλωναν το βλέμμα, νιώθοντας αδαείς μπροστά σε τόσο μεγαλείο.

Κι εκείνος γελούσε εσωτερικά.

Μια μέρα, ένας ταπεινός νεαρός, ο Θωμάς, μπήκε στο μαγαζί.

Δεν είχε λεφτά, ούτε γνώσεις.

Είχε όμως μια απορία. «Κύριε Αλκιβιάδη, σε θαυμάζω.

Πες μου, πώς κατάφερες να φτάσεις τόσο ψηλά;» Ο Αλκιβιάδης φούσκωσε το στήθος.

Αυτή ήταν η στιγμή του.

Άρχισε μια απαγγελία έπαρσης, γεμάτη ονόματα μεγάλων δασκάλων, σπάνια υλικά που είχε ταξιδέψει ως την Ανατολή να βρει και αινίγματα για τον χρόνο που μόνο εκείνος καταλάβαινε. Ο Θωμάς άκουγε με το στόμα ανοιχτό.

Όταν ο ωρολογοποιός τελείωσε, ο νεαρός τον ευχαρίστησε και βγήκε έξω.

Το βράδυ, ένας τρομερός σεισμός ταρακούνησε την πολιτεία.

Το μαγαζί του Αλκιβιάδη σώθηκε, αλλά όλα τα ρολόγια έπεσαν κάτω.

Τα γυαλιά έσπασαν.

Τα εκκρεμή μπερδεύτηκαν.

Το θρυλικό χρυσό ρολόι με τα φτερά έπεσε στον τοίχο και ακινητοποιήθηκε. Ο Αλκιβιάδης έτρεξε πανικόβλητος.

Πήρε τα εργαλεία του.

Έτρεμαν τα χέρια του. «Θα το φτιάξω, φυσικά και θα το φτιάξω.

Εγώ είμαι ο μόνος...» Αλλά κάτι συνέβαινε.

Μπροστά στο σπασμένο ρολόι του, τα λόγια του είχαν γίνει αέρας.

Η έπαρση δεν έφτιαχνε γρανάζια.

Η αλαζονεία δεν κόλλαγε γυαλιά.

Όσο πιο πολύ φώναζε «το ξέρω, το ξέρω», τόσο πιο πολύ τα χέρια του έπεφταν αδέξια.

Τότε, χτύπησε η πόρτα.

Ήταν ο Θωμάς.

Κρατούσε ένα μικρό, απλό, ξύλινο ρολόι, σκαλισμένο χειροποίητα.

Είχε ένα σημάδι από την πτώση, αλλά δούλευε ακόμα. «Κύριε Αλκιβιάδη», είπε δειλά. «Δεν ξέρω από σπάνια υλικά.

Αλλά όταν έπεσε το δικό μου, το κοίταξα ήσυχα, βρήκα το σπασμένο γρανάζι και το αντικατέστησα με ένα ξύλινο που έκοψα μόνος μου.

Δεν λέει την ώρα με τραγούδι.

Λέει όμως την ώρα.

Και αυτό μου αρκεί.» Ο Αλκιβιάδης κοίταξε το ξύλινο ρολόι.

Το κοίταξε σαν να έβλεπε για πρώτη φορά τι σημαίνει αληθινή φροντίδα.

Μετά κοίταξε το δικό του έργο, γεμάτο πολύτιμα υλικά και κενό ήχο.

Έσκυψε το κεφάλι, όχι με ντροπή, αλλά με ανακούφιση.

Για πρώτη φορά, είδε αυτό που αληθινά ήταν: όχι ένας ρυθμιστής του χρόνου, αλλά απλώς ένας άνθρωπος που αγαπούσε την τέχνη του.

Γύρισε στον Θωμά με μάτια υγρά. «Ξέρεις ποιο είναι το πιο ακριβό ρολόι εδώ μέσα;» ρώτησε. Ο Θωμάς κούνησε το κεφάλι. «Αυτό που μου έφερες εσύ.

Γιατί με δίδαξε ότι ο χρόνος δεν μετριέται με την έπαρσή μας, αλλά με την ταπεινότητα να ξαναφτιάξουμε αυτό που σπάει.» Η έπαρση είναι σαν ένα ρολόι χωρίς εκκρεμές κάνει πολύ θόρυβο, αλλά δεν μετράει τίποτα αληθινό.

Η αλαζονεία σε κάνει να νιώθεις ψηλά, μόνο για να πέσεις πιο βαριά.

Όταν όμως σταματήσεις να φωνάζεις το πόσο ξέρεις, ακούς τον ψίθυρο του τι πραγματικά χρειάζεται να μάθεις.

Και τότε, για πρώτη φορά, ο χρόνος αποκτά νόημα. 🌻 Εκ της συντακτικής ομάδας του: Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου Κολωνού π. Αθανάσιος

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences