Η άνοδος της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανευθυνότητα της ευρωπαϊκής αριστεράς: Με ενοχλεί ιδιαίτερα ο τρόπος που μιλάει η ελληνική και ευρωπαϊκή (κοινοβουλευτική) αριστερά...
Η άνοδος της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανευθυνότητα της ευρωπαϊκής αριστεράς: Με ενοχλεί ιδιαίτερα ο τρόπος που μιλάει η ελληνική και ευρωπαϊκή (κοινοβουλευτική) αριστερά για τις εκλογές στο κρατίδιο Σαξονία - Άνχαλτ, όπου το AfD σάρωσε· με ενοχλεί ο τρόπος που μιλάει εδώ και καιρό για την άνοδο της ακροδεξιάς εν γένει.
Και αυτό διότι είναι βαθύτατα ανεύθυνος, συνεπώς, βαθύτατα ανώριμος, παιδιάστικος, εγωιστικός· στην τελική έχει τον αέρα της μικροαστικής στενομυαλιάς.
Αυτή η ρητορική για την οποία μιλάω, που σαν κακομαθημένο παιδί αρνείται αναγνωρίσει τις ευθύνες της, χαρακτηρίζεται από τα εξής μοτίβα που είναι γνωστά και επαναλαμβανόμενα, πλέον βαρετά: από την μία κουνάει το δάχτυλο στον ριζοσπαστικοποιούμενο προς τα δεξιά λαό, από την άλλη γελοιοποιεί τον ακροδεξιό δημαγωγό ως τυχοδιώκτη, ύστερα εκφράζει γενικές φιλελεύθερες ανησυχίες για το μέλλον της Ευρώπης και την αναβίωση του φασιστικού παρελθόντος — εκείνες που αρμόζουν στις μορφωμένες μικροαστικές τάξεις — και κλείνει με λίγη τρομοκρατία για τις δυσοίωνες κοινωνικές ή οικονομικές συνέπειες της ανόδου της ακροδεξιάς.
Ο λόγος που αυτή η αριστερά σκέφτεται, ομιλεί και γράφει έτσι, είναι γιατί δεν μπαίνει στην διαδικασία να δει πως η άνοδος του AfD και της ακροδεξιάς εν γένει είναι εν μέρει δική της ευθύνη.
Για όποιον υπάρχει εκείνη η θέληση για αλήθεια και το γνήσιο ενδιαφέρον για τον κόσμο που συναντά κάθε μέρα στον δρόμο, για εκείνον που λόγω αυτών των αξιών αρνείται να εθελοτυφλεί και να αυταπατάται, κάποια πράγματα είναι τόσο απλά που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα· ένα γρήγορο βλέμμα στις προβληματικές που συσπειρώνουν την ακροδεξιά θα ήταν αρκετό για να ανακαλύψουμε που απέτυχε τόσο ντροπιαστικά η αριστερά.
Ας ξεκινήσουμε από το πιο επίμαχο, το πιο αμφιλεγόμενο, ίσως το σημαντικότερο, και εκείνο που συσπειρώνει περισσότερο απ’ όλα την ακροδεξιά: την μετανάστευση.
Η ευρωπαϊκή αριστερά στην πραγματικότητα αρνήθηκε να σηκώσει το βάρος της διαχείρισης της αντιφατικότητας δύο αξιών και καθηκόντων.
Από την μία η ευρωπαϊκή αριστερά, ως ανθρωπιστική, διεθνιστική και αντι-ιμπεριαλιστική έχει το καθήκον να αναλαμβάνει το βάρος της προστασίας και της φροντίδας πληθυσμών από καταπιεσμένα έθνη, οικονομικών μεταναστών και προσφύγων, θυμάτων πολέμου ή διώξεων.
Από την άλλη έχει καθήκον εξαιτίας του τρόπου που συγκροτείται η πολιτειακή οργάνωση στην νεωτερικότητα με όρους έθνους-κράτυος στην βάση της λαϊκής κυριαρχίας, απέναντι στους υφιστάμενους και γηγενείς πολίτες, του όποιος αντιπροσωπεύει, και των οποίων τα συμφέροντα ορκίζεται να υπηρετεί.
Αυτά τα δύο καθήκοντα απέναντι σε γηγενή λαό και μετανάστες συχνά εναρμονίζονται, αλλά στην δική μας εποχή, ειδικά από το 2010 περίπου και μετά, τα δύο αυτά καθήκοντα και οι δύο αυτές αξίες πλέον συχνά έρχονται σε αντίφαση, και μία υπεύθυνη στάση οφείλει να αναγνωρίσει και να αναλάβει τον βάρος της αντίφασης αυτής.
Πρέπει να αναλάβει το δύσκολο έργο να στέκεται ενδιάμεσα σε δύο συμπληγάδες πέτρες και να τις κρατάει με τα χέρια της ανοιχτές, ώστε όταν συγκλίνουν να μην συνθλίβουν ούτε τους μετανάστες, ούτε τους γηγενείς.
Σε αυτό το ζήτημα η ευρωπαϊκή αριστερά στάθηκε εντελώς ανεύθυνη, ακριβώς επειδή δεν είχε το θάρρος όχι να τοποθετηθεί ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες, αλλά ούτε καν να αναγνωρίσει στην ρητορική και την πολιτική της την πραγματική αυτή αντίφαση.
Έκρυβε το πρόβλημα κάτω από το χαλί, το απωθούσε.
Σαν να ήταν όλα εύκολα, τέλεια· σαν ο φιλελεύθερος ανθρωπισμός και το αόρατο χέρι του διεθνούς δικαίου και της πολυπολιτισμικότητας να λύνει με ένα μαγικό ραβδί τα προβλήματα που στην τελική δεν ενδιαφέρθηκαν καν να σκεφτούν αν θα προκύψουν.
Το αστικό κράτος, άλλες φορές υπό την ηγεσία της δεξιάς, άλλες υπό την ηγεσία της αριστεράς, άνοιξε με έναν εντελώς φιλελεύθερο, ανεύθυνο, ανοργάνωτο και αφελή τρόπο τα σύνορα, διαχειρίστηκε τόσο πρόχειρα και αναποτελεσματικά τις μεταναστευτικές ροές με αποτέλεσμα να δημιουργήσει πρόβλημα όχι μόνο στους γηγενείς, αλλά και στους μετανάστες.
Και όταν ο ντόπιος πληθυσμός παραπονέθηκε για αυτήν την αποτυχία τι έκανε η αριστερά; Τον κατηγόρησε για ξενοφοβία· όταν, ύστερα, ο λαός διαμαρτυρήθηκε εντονότερα, κατηγορήθηκε ως ακροδεξιός και ρατσιστής, αν και ο ίδιος αυτός λαός επέμενε ξανά και ξανά ότι δεν είναι ούτε ρατσιστής ούτε ακροδεξιός, αλλά μετριοπαθής που ανησυχεί για ένα πραγματικό ζήτημα.
Όμως οι μικροαστοί Democrats ηθικολόγοι ανά την Ευρώπη παραήταν αυστηροί και δύσπιστοι απέναντι στα λαϊκά αισθήματα για να τους «συναισθανθούν» — όπως τους αρέσει να λένε.
Αυτός λοιπόν ο λαϊκός κόσμος που βίωνε στο πετσί του προβλήματα που εν μέρει σχετίζονται με την μετανάστευση και εν μέρει με την νεοφιλελεύθερη ατομικιστική κουλτούρα, όπως π.χ η αύξηση της εγκληματικότητας, η άνοδος των ενοικίων, η πτώση των μισθών, η εμπορευματοποίηση των πάντων, η διάλυση του κοινοτισμού και ο κοινωνικός ανταγωνισμός σε βαθμό κανιβαλισμού, κάποια στιγμή αγανάκτησε.
Και αγανάκτησε δίπλα όταν αυτοί που υποτίθεται ότι τον εκπροσωπούν, η αριστερά, αντί να διεκδικεί τα συμφέροντά του, τον κατήγγειλε ως φασίστα και ακροδεξιό και δεν καταδεχόταν ούτε να τον ακούσει.
Έτσι λοιπόν κι αυτός κάποια στιγμή βαρέθηκε και οικειοποιήθηκε και υιοθέτησε την κατηγορία περί ακροδεξιάς, που μέχρι τότε του είχε κολλήσει σαν ρετσινιά και μάταια προσπαθούσε να ξεπλύνει, και έκανε την ρετσινιά του παράσημο του.
Σταματησε να απολογείται, φώναξε ηχηρά όσα για καιρό έλεγε διστακτικά και εξεγέρθηκε σε μαζικές διαδηλώσεις.
Τότε η ευρωπαϊκή αριστερά σοκαρίστηκε, και από την σύγχυσή της συνέχισε να κουνάει το δάχτυλο με μεγαλύτερη ταχύτητα.
Η ευρωπαϊκή αριστερά δεν είχε την υπευθυνότητα να σκεφτεί στα σοβαρά δύσκολα και άβολα ερωτήματα περί μετανάστευσης όταν ήταν ακόμη νωρίς, κι έτσι αφήνοντας το ζήτημα να εξελιχθεί σε πρόβλημα, έδωσε πάσα στον ακροδεξιό λαϊκισμό και την πραγματική ξενοφοβία να αναλάβει το ζήτημα και να φανταστεί λύσεις που ικανοποιούν αγανακτισμένους ανθρώπους που δεν έχουν σπουδάσει ανθρωπιστικές σπουδές στο πανεπιστήμιο.
Θα μπορούσα να τα πιάσω όλα τα σημαντικά ζητήματα, αλλά θα αρκεστώ σε μία δεύτερη σημαντική συνισταμένη και κεντρομόλο για την ακροδεξιά θεματική, εκείνη της λεγόμενης «woke agenda» και του «anti-woke». Από το 2010 και μετά ο σύγχρονος φιλελευθερισμός είχε πρόβλημα· είχε κερδίσει τον ιστορικό του αντίπαλο, την ΕΣΣΔ και τον ιστορικό πλέον σοσιαλισμό, και είχε εξαντλήσει το όραμα και την νομιμοποίηση του ως προοδευτικής δύναμης.
Είχε φάει μία σοβαρή κρίση το 2008 και βρισκότανε σε ζάλη.
Αυτό που του επέτρεψε το LGBTQI+ και τα λοιπά μειονοτικά κινήματα ήταν να ανακατήσει για άλλη μία φορά την νομιμοποίηση του ως πράγματι προοδευτικής παράδοσης που έχει πράγματα να δώσει στην ανθρωπότητα· και είχε δίκιο.
Οι κοινωνίες μας πράγματι στερούν θεμελιώδεις ελευθερίες σε μειονοτικές κοινωνικές ομάδες, όπως η ελεύθερη έκφραση του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της σωματικής-έμφυλης αυτοδιάθεσης.
Όμως ακριβώς επειδή το φιλελεύθερο πρόγραμμα έχει πράγματι εξαντληθεί και παραπατούσε ζαλισμένο απ’ το στραπάτσο του ‘08, ο φιλελευθερισμός πιάστηκε από αυτά τα λίγα που του είχαν απομείνει και τα φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε σαν να επρόκειτο για επαναστατικά ζητήματα· σαν να πλησιάζει η Τελική Κρίση.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι αυτά τα ζητήματα δεν είναι καθόλου επαναστατικά, είναι καταφανώς μεταρρυθμιστικά. Το Κεφάλαιο και το Κράτος πάντοτε σοφό και πονηρό υιοθέτησε αυτά τα αιτήματα, τα μεταβόλισε και τα έκανε σημαία του κι έτσι από την μία παγίδευσε στην στενότητα του δικαιωματισμού τον δημόσιο διάλογο και το πολιτικό φαντασιακό και από την άλλη, η τάξη των ιδιοκτητών και το κράτος της έστρεψε τις εργαζόμενες τάξεις (αγροτικές, εργατικές και μικροαστικές) σε ενδοταξικό πόλεμο.
Ο ενδοταξικός πόλεμος είχε μάχες που βιώνονταν ως υπαρξιακές και επαναστατικές, όμως όπως φανέρωσε η εκδίπλωση της ιστορίας, η μεταρρύθμιση εν μέρει του νόμου, εν μέρει των θεσμών, και εν μέρει των νορμών και των καθημερινών πρακτικών ήταν αρκετή είτε για να ικανοποιήσουν ορισμένα αιτήματα στο σήμερα, είτε για να τα δρομολογήσουν με σταθερό βήμα για το μέλλον.
Ε λοιπόν, λίγο η ώθηση από το Κεφάλαιο και τους κρατικούς και δικαϊκούς θεσμούς, λίγο το αίμα της νεολαίας που βράζει, λίγο η ανάγκη για υπαρξιακά νοήματα και υπαρξιακούς αγώνες σε έναν ρηχό και καταναλωτικό, αποξενωμένο, κυνικό και απομαγευμένο κόσμο, έφτιαξαν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Η ορμή και η επιθετικότητα με την οποία βγήκαν τα μειονοτικά κινήματα στην φόρα — και καλό θα ήταν κανείς να δείξει κατανόηση σε αυτό — ήταν δυσανάλογη της φύσης τους.
Πεπεισμένοι ότι έχουν την Ιστορία και την Δικαιοσύνη στο πλευρό τους — πράγμα αληθές — και σε κάποιον βαθμό με την μνησικακία που θρέφει και το θράσος που αποκτά ένας υποτελής που προσφάτως χειραφετήθηκε, το κίνημα αποχαλινώθηκε, και δημιούργησε πολύ γρήγορα, πολλούς εχθρούς.
Κατά την γνώμη μου, κυρίως όχι λόγω της ουσίας του, δηλαδή του περιεχομένου του, αλλά της μορφής και της έντασής του.
Ενδεικτικό παράδειγμα είναι ότι κόσμος, όχι λίγος, που ήταν μέλος και εκπρόσωπος αυτού του κινήματος κατέληξε στην αντιπέρα όχθη επειδή ακυρώθηκε από ένα κίνημα που μέσα στην μανία του άρχισε σιγά σιγά να τρώει τα σωθικά του.
Ο πανικός και η σπασμωδικότητά του του χάρισαν εχθρούς όχι μονάχα στον χώρο των συμπαθούντων και των μετριοπαθών ή την κοινωνία των καθημερινών, σχετικά απολίτικων ανθρώπων, αλλά μέχρι και σε εκείνη των συμμάχων του.
Έτσι ξυπνήσαμε ξαφνικά μία μέρα σε μέσα σε μία Δύση διχασμένη από τα culture wars, πράγμα που κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει πριν το 2008, και που δεν θα είχε συμβεί αν ο εν λόγω αριστερός φιλελευθερισμός είχε υιοθετήσει την στάση, την ρητορική και την πολιτική πρακτική που αρμόζει στην ουσία του: την μεταρρύθμιση, και την μετριοπάθεια.
Την διάθεση μετασχηματισμού αλλά και συμφιλίωσης.
Κόσμος που υπό διαφορετικές συνθήκες δημοσίου διαλόγου θα είχε αποβάλλει π.χ την ομοφοβία του ή τον σεξισμό του οχυρώθηκε πίσω απ'αυτά, ακριβώς διότι συναντήθηκε πολεμικά στην δημόσια σφαίρα με ένα προοδευτικό κίνημα που συχνά απολάμβανε σαδιστικά να του τα θυμίζει.
Για άλλη μια φορά οι μορφωμένες μικροαστικές τάξεις κούνησαν το δάχτυλο σε έναν οπισθοδρομικό λαό που υποφέρει, που βιώνει την διάλυση θεσμών που μέχρι τότε έδιναν νόημα στην ζωή του, όπως η οικογένεια, και του φώναζαν «σκατά στην οικογένεια» όσο ταυτόχρονα προωθούσαν την πορνοποίηση της κουλτούρας και την σεξουαλικοποίηση της γυναίκας ως χειραφέτηση· ύστερα σοκαρίστηκαν που ο κόσμος αυτός στράφηκε στην ακροδεξιά, την αντίδραση και τους διάφορους νεοφασισμούς.
Για άλλη μία φορά δεν ανέλαβαν την ευθύνη να τοποθετηθούν ενδιάμεσα σε συμπληγάδες πέτρες: πως θα γίνει να αρθεί η νομική και θεσμική ανισότητα και η καταπίεση μειονοτικών ομάδων και να αναδειχθεί η αξία τους χωρίς να αποσαρθρωθεί ο,τι δίνει νόημα στις ζωές των καθημερινών ανθρώπων και χωρίς να απαξιωθεί και συρθεί στην λάσπη ό,τι μέχρι τότε δεν είχε απαξιωθεί (όπως η λευκότητα ή η αρρενωπότητα); Ως εάν να ήταν αδύνατο, για παράδειγμα, για εκείνους τους liberals κάποιος να ασκεί κριτική στην λευκή κυριαρχία και να διεκδικεί τα συμφέροντα των μαύρων χωρίς να λοιδορεί τον πολιτισμό των λευκών.
Ύστερα, θέματα όπως η εκτόξευση των διαζυγίων, η υπογεννητικότητα, ο εθισμός στα video games, την πορνογραφία ή τον τζόγο θα έπρεπε να συζητούνται στα σοβαρά από την αριστερά ως σοβαρά προβλήματα· αντ’ αυτού είτε στιγματίστηκαν ως ακροδεξιός λόγος ή να σιγονταρίστηκαν έμμεσα ως αδιάφορα, έως και θεμιτά.
Δεν θα μιλήσω καν για εκείνο το είδος του φιλελεύθερου-μεταμοντερνου φεμινισμού — είναι ένα κεφάλαιο από μόνο του — που τελικά ηγεμόνευσε επί και εκτόπισε τον πραγματικό φεμινισμό και δεν σταματάει να ζητοκραυγάζει υπέρ της εμπορευματοποίηση του σεξ, της περαιτέρω σεξουαλικοποίησης της γυναίκας και του μηδενιστικού υποβιβασμού και εκχυδαισμού του έρωτα.
Κι ετσι καταλήξαμε να βλέπουμε στην Αμερική μαύρους και λατίνους MAGA, γυναίκες MAGA, και αντίστοιχα φαινόμενα κι εδώ, και αντί στην εκεί και εδώ πέρα αριστερά να προβληματιστούν για αυτό το παράδοξο φαινόμενο, τους κορόιδεψαν και τους γελοιοποίησησαν όλους αυτούς ως ηλίθιους με ψευδή συνείδηση που δεν καταλαβαίνουν τα συμφέροντα τους.
Όταν λοιπόν αυτός ο λαϊκός κόσμος, άντρες και γυναίκες, δεν ξέρει τι να σκεφτεί, πως να αντιδράσει, τι ακριβώς να κάνει για να βρει άκρη σε μία συνθήκη όπου υποφέρει από την οικονομική επισφάλεια και την φτώχεια, την ατομίκευση, την αποξένωση, τον εθισμό και τον καταναλωτικό μηδενισμό, την σάρωση όλων αυτών από τα οποία θα μπορούσε να κρατηθεί ή που κάποτε είχαν αξία για εκείνους, και όταν κατά συνέπεια αυτός ο λαϊκός κόσμος εκφράζει πράγματι διαστρεβλωμένα, με διαστρεβλωμένη σκέψη και λόγο μία πραγματική και οδυνηρή δυσφορία, για άλλη μία φορά η αριστερά αντί να αναλάβει τις ευθύνες της και να βρει μία λύση, του κουνάει το δάχτυλο.
Η ευρωπαϊκή αριστερά έχει μεθύσει από αλαζονεία τόσο πολύ, και το αλκοόλ είναι τόσο μπόμπα, που πλέον έχει τυφλωθεί.
Αρνείται να συζητήσει ότι πάει ενάντια στις ιδεολοψίες της ονομάζοντας πολεμικά ακροδεξιούς και φασίστες όσους προβληματίζονται για σημαντικά ζητήματα.
Τα χώνει κάτω από το χαλί, αλλά η επιστροφή του απωθημένου ως γνωστόν εκδικείται.
Όταν, αναμενόμενα, αυτοί οι αρχικά σχετικά απολίτικοι και μετριοπαθείς, ενίοτε κεντροαριστεροί άνθρωποι, στην ουσία από απόγνωση, γίνονται όντως ακροδεξιοί και φασιστοειδείς τότε λένε «ο φασισμός σηκώνει κεφάλι». Φίλε μου, δεν σηκώνει ακριβώς κεφάλι ο φασισμός, είναι η βαρβαρότητα της αστικής κοινωνίας σε συνεργασία με την δική σου ανικανότητα να είσαι το καταφύγιο και ο αντιπρόσωπος ενός λαού που υποφέρει και σκοντάφτει από τον ίλιγγο αυτά που του έσπασαν το κεφάλι· ο φασισμός είναι απλώς ένας ψευδοεπιστημονικός, αντι-ορθοπεδικός νάρθηκας.
Η περίοδος της νηφαλιότητας, της ωριμότητας και της υπευθυνότητας για αυτήν την ευρωπαϊκή αριστερά έχει παρέλθει· τώρα χρειάζονται ντροπιαστικές σφαλιάρες μπας και συνέλθουμε λίγο και καταλάβουμε πως σε μεγάλο βαθμό η άνοδος της ακροδεξιάς είναι οι καρποί των δικών μας έργων.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους