Στο βιβλίο "Τίποτα δεν είναι αληθινό", ο σπουδαίος μουσικογραφιάς Ντέιβιντ Χέπγουορθ συγκεντρώνει κείμενα που κουβαλούν όχι μόνο γνώση, αλλά και το βάρος πενήντα χρόνων εμπειρίας πάνω στη μουσική...
Στο βιβλίο "Τίποτα δεν είναι αληθινό", ο σπουδαίος μουσικογραφιάς Ντέιβιντ Χέπγουορθ συγκεντρώνει κείμενα που κουβαλούν όχι μόνο γνώση, αλλά και το βάρος πενήντα χρόνων εμπειρίας πάνω στη μουσική βιομηχανία.
Ανάμεσά τους υπάρχει ένας τίτλος που σε σταματά αμέσως, σχεδόν σε ταρακουνά: "Οι Beatles είναι υποτιμημένοι". Και μόνο που το βλέπεις, σηκώνεις το φρύδι. Οι Beatles; Το πιο δοξασμένο συγκρότημα της σύγχρονης μουσικής; Κι όμως, εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Η λέξη "underrated" έχει φθαρεί από τη χρήση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Την πετάμε εύκολα για πρόσωπα, έργα, ομάδες, τραγούδια.
Στην πραγματικότητα, όμως, σημαίνει κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: ότι κάποιος δεν έχει λάβει το αληθινό μέγεθος της αναγνώρισης που του αναλογεί.
Όχι απλώς ότι τον εκτιμούν λιγότερο απ' όσο πρέπει, αλλά ότι η πραγματική του αξία ξεπερνά ακόμη και τον ήδη τεράστιο έπαινο που δέχεται.
Αυτό ακριβώς υποστήριζε ο Χέπγουορθ για τους Beatles.
Ότι, όσο μεγάλη κι αν ήταν η αποθέωση στην εποχή τους, το πλήρες βάθος αυτού που πρόσφεραν δεν είχε ακόμη κατανοηθεί.
Η κληρονομιά τους δεν εξαντλήθηκε στην επιτυχία των δίσκων, στις πωλήσεις, στα νούμερα ή στην υστερία του κοινού.
Αντίθετα, διογκώθηκε με τον χρόνο.
Μετά τη διάλυσή τους, μετά την ωρίμανση του κόσμου που τους άκουσε, μετά την απόσταση που επιτρέπει την καθαρότερη αποτίμηση, η αξία τους φάνηκε ακόμη μεγαλύτερη.
Σαν να χρειαζόταν η ιστορία λίγα χρόνια παραπάνω για να καταλάβει τι ακριβώς είχε μπροστά της. Ο Χέπγουορθ θυμίζει και κάτι ακόμα: οι Beatles είχαν την ευφυΐα να σταματήσουν τη σωστή στιγμή.
Δεν άφησαν την καλλιτεχνική τους παρακαταθήκη να ξεθωριάσει μέσα από αναπόφευκτα χρόνια φθοράς, επανάληψης ή παρακμής.
Υπάρχει μεγάλη σοφία στη φράση του: "Ποτέ δεν μετανιώνεις που έφυγες νωρίς από ένα πάρτι· συνήθως μετανιώνεις που έμεινες περισσότερο". Είναι μια σκέψη που δεν αφορά μόνο τη μουσική.
Αφορά και τον αθλητισμό.
Αφορά και τον Λιονέλ Μέσι.
Γιατί, αν οι Beatles ήταν υποτιμημένοι, τότε σε έναν παράδοξο βαθμό υποτιμημένος ήταν -και ίσως παραμένει - και ο Μέσι.
Ακούγεται υπερβολικό μόνο στην πρώτη ανάγνωση.
Γιατί ο Μέσι δεν είναι ένας ποδοσφαιριστής που απλώς δοξάστηκε.
Είναι ένας αθλητής που σήκωσε πάνω του μια ολόκληρη εποχή του ποδοσφαίρου.
Κι όμως, ακόμη και μπροστά σε βουνά από τρόπαια, "Χρυσές Μπάλες", "Χρυσά Παπούτσια", ασύλληπτους αριθμούς σε γκολ και ασίστ, εξακολουθούσε για χρόνια να αντιμετωπίζεται σαν να χρωστούσε κάτι.
Σαν να έπρεπε διαρκώς να αποδείξει ξανά αυτό που ήταν ήδη ολοφάνερο μέσα στο γήπεδο.
Αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο με τον Μέσι: ότι η συζήτηση γύρω του για πολύ καιρό δεν γινόταν με ποδοσφαιρικούς όρους, αλλά με όρους εμμονής.
Αντί να μιλά ο κόσμος για την αντίληψη χώρου, για την ικανότητά του να δέχεται ανάμεσα στις γραμμές, να γυρίζει με μία επαφή, να επιταχύνει στο πρώτο βήμα, να παγώνει τον χρόνο στον ημιχώρο και να διαλύει οργανωμένες άμυνες με μία κάθετη πάσα ή με μία αλλαγή ρυθμού, η συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε ένα μόνο ερώτημα: "Ναι, αλλά τι έχει κάνει με την Αργεντινή;" Κι έτσι ένα ποδοσφαιρικό θαύμα μετατράπηκε για πολλούς σε υπόθεση ενός και μόνο τίτλου.
Το 2018, όταν γράφονταν αυτές οι σκέψεις, ο Μέσι είχε ήδη κατακτήσει σχεδόν τα πάντα σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο με την Μπαρτσελόνα.
Είχε μεταμορφώσει το παιχνίδι της ομάδας του, είχε κυριαρχήσει στη Λα Λίγκα, στο Τσάμπιονς Λιγκ, σε κάθε μεγάλη σκηνή.
Είχε υπάρξει ο απόλυτος εκφραστής ενός ποδοσφαίρου κατοχής και θέσεων, αλλά και ο άνθρωπος που μπορούσε να σπάσει κάθε δομή μόνος του.
Δεν ήταν απλώς ένας σκόρερ ούτε μόνο ένας δημιουργός.
Ήταν ταυτόχρονα οργανωτής, εκτελεστής, ρυθμιστής του τέμπο και ο παίκτης που καθόριζε το πού θα παιχτεί η επόμενη φάση.
Κι όμως, επειδή δεν είχε ακόμη σηκώσει το μεγάλο τρόπαιο με την εθνική ανδρών, πολλοί ένιωθαν ότι μπορούσαν να μικρύνουν το μέγεθός του.
Αγνοούσαν ότι είχε ήδη κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο Νέων και το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο.
Αγνοούσαν ότι οδήγησε την Αργεντινή σε τρεις διαδοχικούς τελικούς, στο Μουντιάλ του 2014 και στα Κόπα Αμέρικα του 2015 και του 2016.
Αγνοούσαν, κυρίως, ότι στο ποδόσφαιρο η αξία ενός παίκτη δεν μετριέται μόνο από το αν η μπάλα θα μπει ή θα βγει για λίγα εκατοστά σε έναν τελικό.
Για όσους πραγματικά βλέπουν το παιχνίδι, η πορεία του Μέσι ήταν πλήρης από πολύ νωρίς.
Δεν χρειαζόταν πιστοποίηση.
Δεν χρειαζόταν δικαστική απόφαση της ιστορίας.
Ο τρόπος με τον οποίο διάβαζε τις αποστάσεις, το πώς έλκυε αντιπάλους για να ελευθερώσει συμπαίκτες, η ικανότητά του να αποφασίζει σε κλάσματα δευτερολέπτου τη σωστή επιλογή, ήταν πράγματα που δεν χωρούσαν σε απλή στατιστική.
Τα νούμερα απλώς συνόδευαν το φαινόμενο· δεν το εξηγούσαν πλήρως.
Και μετά ήρθε το δεύτερο μέρος της ιστορίας.
Το πιο απίθανο.
Το πιο ανθρώπινο.
Το πιο όμορφο.
Εκεί όπου πολλοί πίστεψαν ότι η διεθνής του διαδρομή είχε πια σφραγιστεί από την ατυχία και τη ματαίωση, ο Μέσι επέστρεψε και ξανάγραψε το τέλος μόνος του.
Μετά τα τριάντα του, κατέκτησε με την Αργεντινή όχι ένα, αλλά δύο Κόπα Αμέρικα.
Κατέκτησε το Φιναλίσιμα.
Και πάνω απ' όλα, σήκωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο, όχι συμβολικά, όχι συμπληρωματικά, αλλά ως ηγετική μορφή μιας από τις πιο δυνατές και δραματικές πορείες που έχουμε δει ποτέ σε Μουντιάλ.
Κάπου εκεί, θεωρητικά, η συζήτηση έπρεπε να έχει λήξει οριστικά.
Δεν έμενε πια κανένα "ναι, αλλά". Δεν υπήρχε καμία πραγματική ποδοσφαιρική ένσταση που να στέκει.
Κι όμως, ο Μέσι συνέχισε.
Σαν να μην του έφτανε ότι είχε ήδη κλείσει όλα τα στόματα, θέλησε να επεκτείνει τον μύθο του και χρονικά.
Να δείξει ότι η ιδιοφυΐα δεν εξαρτάται μόνο από την έκρηξη ή τη νεότητα, αλλά και από το διάβασμα του παιχνιδιού, τη γεωμετρία των κινήσεων, την οικονομία στις επαφές, τη διοίκηση του ρυθμού.
Στα τριάντα εννέα του, απέναντι σε αντιπάλους που θα μπορούσαν σχεδόν να είναι μικρότεροι αδελφοί του, παρέμεινε σημείο αναφοράς σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ίσως όχι με το ακαριαίο σλάλομ των νεανικών του χρόνων, όχι με τη διαρκή εκρηκτικότητα του παιδιού που ξερίζωνε άμυνες, αλλά με κάτι που συχνά είναι ακόμη σπουδαιότερο: με την απόλυτη κατανόηση του παιχνιδιού.
Ορισμένοι χάνουν τα πόδια τους και χάνονται. Ο Μέσι, ακόμη κι όταν μειώνεται η ωμή ταχύτητα, συνεχίζει να βλέπει το ποδόσφαιρο μισό δευτερόλεπτο νωρίτερα από όλους τους άλλους.
Και σ' αυτό το επίπεδο, μισό δευτερόλεπτο είναι αιωνιότητα.
Γι' αυτό και η ιστορία του με την Αργεντινή δεν είναι απλώς μια ιστορία λύτρωσης.
Είναι κάτι βαθύτερο.
Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που κουβάλησε την υπερβολή των προσδοκιών, την αδικία των συγκρίσεων, την τοξικότητα της αμφισβήτησης και, αντί να λυγίσει, απάντησε με ποδόσφαιρο.
Με διάρκεια.
Με επιμονή.
Με ομορφιά.
Σαν εκείνες τις ιστορίες που, αν τις έβλεπες στον κινηματογράφο, θα έλεγες ότι ο σεναριογράφος το παράκανε.
Κι όμως, εδώ συνέβη στ' αλήθεια.
Και πάλι, παρά όλα αυτά, θα το πω ξεκάθαρα: ο Μέσι εξακολουθεί να είναι υποτιμημένος.
Όχι επειδή δεν έχει θαυμαστές.
Όχι επειδή δεν έχει βραβεία.
Όχι επειδή δεν έχει αναγνώριση.
Αλλά επειδή ακόμη και το μέγεθος της παγκόσμιας αποθέωσης συχνά αποτυγχάνει να συλλάβει το πραγματικό μέγεθος αυτού που είδαμε.
Δεν μιλάμε απλώς για έναν σπουδαίο ποδοσφαιριστή.
Μιλάμε για τον πιο ολοκληρωμένο, τον πιο επιδραστικό και ίσως τον πιο ανεξήγητα φυσικό εκφραστή του αθλήματος που έχει εμφανιστεί ποτέ.
Ο παίκτης με τους περισσότερους τίτλους στην ιστορία του ποδοσφαίρου.
Ο ποδοσφαιριστής με τις περισσότερες ατομικές διακρίσεις.
Ο άνθρωπος που μπορούσε να οργανώσει, να εκτελέσει, να ελέγξει τον ρυθμό, να σκοτώσει χώρους και να γεννήσει φάσεις από το τίποτα.
Ο ποδοσφαιριστής που δεν άλλαξε μόνο αγώνες, αλλά άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τι είναι εφικτό μέσα σε ένα γήπεδο.
Ίσως, τελικά, κάποιοι άνθρωποι είναι τόσο μεγάλοι, ώστε ούτε η λατρεία που δέχονται να μην επαρκεί για να τους χωρέσει.
Κάπως έτσι ήταν οι Beatles.
Κάπως έτσι είναι και ο Μέσι.
Και ίσως γι' αυτό το πιο αληθινό πράγμα που μπορεί να ειπωθεί στο τέλος δεν είναι ότι υπήρξε ο πιο επιτυχημένος.
Ούτε ότι υπήρξε ο πιο βραβευμένος.
Είναι ότι όσοι τον είδαμε, του χρωστάμε κάτι σπάνιο: τη χαρά ότι, έστω για λίγα χρόνια, είδαμε το ποδόσφαιρο να παίζεται όπως το φαντάζεται η ιδιοφυΐα.
Και γι' αυτό, όσος έπαινος κι αν του έχει δοθεί, θα μοιάζει πάντα λίγο λιγότερος απ' όσο πραγματικά του αξίζει.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους