Το ζήτημα των Αρβανιτών Η διαχείρισή του προκαλεί έντονες συζητήσεις ανάμεσα στους σύγχρονους Έλληνες ιστορικούς, ενώ η συστηματική εργαλειοποίησή του από την αλβανική προπαγάνδα αντιμετωπίζεται στην...
Το ζήτημα των Αρβανιτών Η διαχείρισή του προκαλεί έντονες συζητήσεις ανάμεσα στους σύγχρονους Έλληνες ιστορικούς, ενώ η συστηματική εργαλειοποίησή του από την αλβανική προπαγάνδα αντιμετωπίζεται στην Ελλάδα από την συντριπτική πλειοψηφία, με ξεκάθαρη απόρριψη και εθνική εγρήγορση.
Στην ελληνική ακαδημαϊκή και ιστορική κοινότητα επικρατεί μια βασική, κοινή σταθερά, η οποία όμως προσεγγίζεται μέσα από δύο διαφορετικές μεθοδολογίες.
Ιστορικοί και ερευνητές (όπως ο Κ. Καραστάθης, ο Αχ. Λαζάρου και παλαιότερα ο Κ. Μπίρης) τονίζουν ότι η γλώσσα δεν ταυτίζεται με το έθνος.
Επισημαίνουν ότι οι Αρβανίτες αποτελούν οργανικό, αυτόχθονο και αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνισμού.
Η κάθοδός τους από την περιοχή των Αρβάνων κατά τον 13ο-14ο αιώνα έγινε κατόπιν προσκλήσεων Βυζαντινών αυτοκρατόρων.
Ήταν πληθυσμοί ορθόδοξοι χριστιανοί, οι οποίοι μέσω της κοινής θρησκείας, των επιγαμιών και των κοινών αγώνων είχαν ελληνική συνείδηση αιώνες πριν από το 1821.
Άλλοι σύγχρονοι πανεπιστημιακοί εστιάζουν στη διγλωσσία.
Εξηγούν το φαινόμενο με βάση τα δεδομένα των Βαλκανίων της προ-νεωτερικής εποχής, όπου η ταυτότητα καθοριζόταν από τη θρησκεία (το Rum Millet της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) και όχι από τη γλώσσα.
Υπογραμμίζουν ότι η πλήρης ταύτιση των Αρβανιτών με το ελληνικό εθνικό σχέδιο ήταν απολύτως εθελούσια.
Οι ίδιοι αρνήθηκαν ιστορικά οποιαδήποτε σύνδεση με το αλβανικό έθνος όταν αυτό άρχισε να συγκροτείται στα τέλη του 19ου αιώνα.
Όλες οι τάσεις των Ελλήνων ιστορικών συμφωνούν στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι Αρβανίτες υπήρξαν οι θεμελιωτές του σύγχρονου ελληνικού κράτους (Μιαούλης, Μπότσαρης, Κουντουριώτης) και η ελληνικότητά τους έχει σφραγιστεί με αίμα στους εθνικούς αγώνες.
Η επίσημη Ελλάδα, η ακαδημαϊκή κοινότητα και οι ίδιοι οι αρβανιτόφωνοι αντιμετωπίζουν τις προσπάθειες των Τιράνων να παρουσιάσουν τους Αρβανίτες ως «αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα» με έντονη καταδίκη, χαρακτηρίζοντάς τις ως ανιστόρητο αναθεωρητισμό.
Η πιο ισχυρή απάντηση έρχεται από τους ίδιους τους απογόνους των Αρβανιτών στην Ελλάδα.
Αντιδρούν οργισμένα σε κάθε προσπάθεια της Αλβανίας να τους «ιδιοποιηθεί». Ξεκαθαρίζουν ότι δεν αποτελούν καμία μειονότητα, δεν έχουν καμία αλβανική εθνική συνείδηση και θεωρούν προσβολή την προσπάθεια των Τιράνων να καπηλευτούν τους ήρωες του 1821.
Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και Έλληνες αναλυτές επισημαίνουν ότι η Αλβανία πάσχει από ένα «ιστορικό κενό», καθώς η αλβανική εθνική συνείδηση συγκροτήθηκε πολύ αργά (στα τέλη του 19ου αιώνα με τη Λίγκα της Πριζρένης). Στην προσπάθειά τους να κατασκευάσουν ένα κρατικό αφήγημα και να τονώσουν τον εθνικισμό τους (ιδιαίτερα για την εσωτερική κατανάλωση και το όραμα της «Μεγάλης Αλβανίας»), επιχειρούν να «κλέψουν» την αίγλη των Ελλήνων ηρώων του 1821. Οι Έλληνες γλωσσολόγοι απαντούν με επιστημονικά δεδομένα, ότι η αρβανίτικη διάλεκτος στην Ελλάδα είναι μια αρχαϊκή μορφή της τοσκικής που αποκόπηκε από τον κορμό της πριν από 600-700 χρόνια.
Έχει δεχθεί τέτοια επίδραση από την ελληνική γλώσσα, ώστε ένας σημερινός Αλβανός και ένας Έλληνας Αρβανίτης μόλις μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους (κάτι που αποδείχθηκε περίτρανα και στον πόλεμο του 1940, όταν οι Έλληνες Αρβανίτες στρατιώτες δεν καταλάβαιναν τους ντόπιους στην Αλβανία). Όταν Αλβανοί ψευδο-ιστορικοί φτάνουν στο σημείο να υποστηρίζουν σε εκπομπές ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Αισχύλος ή ακόμα και σύγχρονοι Έλληνες ποιητές και πολιτικοί ήταν... Αλβανοί, η ελληνική πλευρά τις αντιμετωπίζει με ειρωνεία ως γραφικούς, αλλά και με επίσημες ιστορικές μελέτες που ξεσκεπάζουν την προπαγάνδα.
Αλβανία προσπαθεί να μετατρέψει ένα καθαρά γλωσσολογικό και ιστορικό φαινόμενο σε σύγχρονο γεωπολιτικό ζήτημα. Η Ελλάδα ξεκαθαρίζει σε κάθε τόνο ότι τέτοιου είδους αναθεωρητισμοί δεν γίνονται ανεκτοί και προσκρούουν στην ακλόνητη ελληνική συνείδηση των ίδιων των Αρβανιτών.
Η ιστορία σε περιόδους γεωπολιτικής αστάθειας δεν είναι ένα «αθώο χόμπι» ούτε ένα πεδίο για ακαδημαϊκά πειράματα.
Όταν μια χώρα (όπως η Αλβανία ή η Τουρκία) επιδεικνύει αναθεωρητισμό, το να πηγαίνει μια καθηγήτρια πανεπιστημίου σε ελληνικές πόλεις και χωριά για να αναλύει τις αλβανικές γλωσσικές ρίζες των Αρβανιτών, θεωρείται ανεύθυνο, επικίνδυνο και υπονομευτικό. Οι Αρβανίτες είναι Έλληνες, δεν έθεσαν ποτέ ζήτημα διαφοροποίησης, και το να έρχεται κάποιος «αυτόκλητα» να τους διαχωρίσει γλωσσικά ή ιστορικά, στα μάτια σας (και στα μάτια πολλών άλλων) μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως εξωτερικά καθοδηγούμενη σκοπιμότητα για τη δημιουργία μελλοντικών μειονοτικών ζητημάτων εκεί που δεν υπάρχουν.
Ποια ανάγκη όμως κάνει κάποιον ακαδημαϊκό του σήμερα, να κάνει περιοδεία σε όλη την Ελλάδα και να θέλει να μιλήσει για την κάθοδο των Αρβανιτών τον 14ο αιώνα για να καταλήξει στα σημερινά όρια της Αλβανίας και να το προχωρήσει ακόμα περισσότερο; Η ανάγκη της, λοιπόν, είναι να πείσει την ελληνική κοινωνία για το δικό της ιδεολογικό αφήγημα.
Η ιστορικός Μαρία Ευθυμίου ξεκίνησε να γυρίζει την Ελλάδα και δίνει δωρεάν διαλέξεις «από απελπισία» https://www.lifo.gr Πολλοί πανεπιστημιακοί νιώθουν βαθιά απογοήτευση διαπιστώνοντας ότι η ελληνική κοινωνία πάσχει από ιστορική αμάθεια, ιδεολογικές αγκυλώσεις και φανατισμούς.
Η επιλογή της καθομιλουμένης γλώσσας και του «θεατρικού» στυλ γίνεται σκόπιμα.
Στόχος είναι να αγγίξει τον απλό πολίτη που δεν θα άνοιγε ποτέ ιστορικό βιβλίο.
Ένας πανεπιστημιακός που έχει συνηθίσει επί δεκαετίες να έχει το «πάνω χέρι» σε ένα αμφιθέατρο, αντλεί τεράστια ψυχολογική ικανοποίηση και αίσθηση σκοπού όταν βλέπει μια αίθουσα στην επαρχία γεμάτη από ανθρώπους που τον ακούνε με ανοιχτό το στόμα.
Αυτή η αίσθηση ότι «διαμορφώνεις συνειδήσεις σε πραγματικό χρόνο» είναι για πολλούς ίσως ισχυρότερο κίνητρο από το χρήμα.
Η κ. Ευθυμίου είναι ίσως μια ιδεαλίστρια καθηγήτρια που κάνει το δικό της «κήρυγμα» εκλαϊκευμένης ιστορίας, οι πράξεις της έχουν συγκεκριμένο πολιτικό αντίκτυπο που ευνοεί την παγκοσμιοποίηση και τον αλβανικό αναθεωρητισμό, καθιστώντας την εξήγηση της «ανιδιοτέλειας» μη πιστευτή.
Δεν ξέρει αρβανίτικα αλλά φρόντισε να μάθει Αλβανικά! Αν το κίνητρό της ήταν καθαρά η εσωτερική ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών, τα επίσημα αλβανικά των Τιράνων δεν θα της χρησίμευαν σε τίποτα.
Η εκμάθηση της αλβανικής γλώσσας δείχνει ότι το πραγματικό της ενδιαφέρον ήταν εξ αρχής στραμμένο προς την Αλβανία με κάποιο δικό της σκεπτικό.
Έχοντας αυτό το εργαλείο, απέκτησε πρόσβαση στο αλβανικό αφήγημα και αντί να προστατεύσει την ελληνική πλευρά, μετέφερε αυτούς τους χάρτες και τις διεκδικήσεις μέσα στην Ελλάδα.
Δεν ακούσαμε να λέει ή να γράφει, ότι «μίλησε με Έλληνες Αρβανίτες». Αν επισκεπτόταν τους αρβανίτικους συλλόγους στην Αττική, τη Βοιωτία ή την Πελοπόννησο, θα διαπίστωνε ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν μιλάνε για κάτι άλλο παρά μόνο για 100% Έλληνες και δεν θέλουν καμία σύνδεση με το κράτος της Αλβανίας.
Το γεγονός ότι επέλεξε να μιλήσει «για τους αρβανίτες χωρίς τους αρβανίτες», παρουσιάζοντάς τους με όρους που βολεύουν τα Τίρανα, δείχνει ότι η περιοδεία της δεν εξυπηρετούσε καμία τοπική ανάγκη.
Το γεγονός ότι η προσωπική της επιλογή να μάθει την αλβανική γλώσσα «έδεσε» απόλυτα με τις μετέπειτα αναλύσεις της για το Κόσσοβο, το Μαυροβούνιο και τις άλλες περιοχές που διεκδικεί η αλβανική προπαγάνδα, αφαιρεί κάθε επιχείρημα περί «τυχαίας εκλαΐκευσης». Όταν ένας επιστήμονας αποκτά τη γλώσσα ενός γειτονικού αναθεωρητικού κράτους και στη συνέχεια γυρίζει την Ελλάδα χαρτογραφώντας τις περιοχές του, η γραμμή ανάμεσα στην προσωπική ιδιωτική ζωή και την εθνικά επικίνδυνη σκοπιμότητα παύει να υφίσταται.
Διερωτάται κανείς: Αυτή είναι ότι η «απελπισία» της; Να περάσει η αλβανική προπαγάνδα σε ελληνικά ακροατήρια, χωρίς κανείς να της το έχει ζητήσει; Όταν η επιστημονική γνώση βγαίνει από το πανεπιστήμιο και μετατρέπεται σε «σόου» ή λαϊκό θέαμα, ο κίνδυνος της απλούστευσης και της εργαλειοποίησης είναι τεράστιος.
Τα ιστορικά δεδομένα για τις μετακινήσεις των πληθυσμών στα Βαλκάνια είναι ήδη καταγεγραμμένα σε εκατοντάδες ακαδημαϊκά συγγράμματα.
Το γεγονός ότι επιλέγει να τα επαναλαμβάνει σε ένα ευρύ κοινό με παραστατικό, σχεδόν θεατρικό τρόπο, δεν προσφέρει τίποτα στην επιστήμη.
Για πολλούς επικριτές της, οι υπερβολικές εκφράσεις, τα επιφωνήματα και το χιούμορ μειώνουν τη σοβαρότητα των εθνικών θεμάτων και μετατρέπουν την Ιστορία σε μια μορφή διασκέδασης, όπου ο ομιλητής απολαμβάνει την αποθέωση του κοινού χωρίς να αναλογίζεται τις συνέπειες.
Όταν το τελικό προϊόν αυτής της «παράστασης» καταλήγει να λειτουργεί ως ιδεολογικό πυρομαχικό στα χέρια όσων προωθούν τον αλβανικό αναθεωρητισμό ή την παγκοσμιοποίηση, η ανιδιοτέλεια της πράξης τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Στην πολιτική πραγματικότητα, η πρόθεση έχει μικρή σημασία, αυτό που βαραίνει είναι το αποτέλεσμα και το ποιος επωφελείται από αυτό.
Αυτή η συζήτηση αναδεικνύει το μεγάλο δίλημμα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία.
Πρέπει οι πανεπιστημιακοί να εκλαϊκεύουν με κάθε κόστος ευαίσθητα ιστορικά ζητήματα; Η κριτική και οι διαφωνίες προς την προσέγγιση της κ. Μαρίας Ευθυμίου δεν προέρχονται μόνο από απλούς πολίτες, αλλά αποτελούν μέρος μιας έντονης, εσωτερικής σύγκρουσης στους ακαδημαϊκούς κύκλους της Ελλάδας.
Οι επικριτές της έχουν διαφορετικές απόψεις.
Ιστορικοί, αναλυτές και πανεπιστημιακοί που εμφορούνται από μια πιο ελληνοκεντρική ή συντηρητική θεώρηση της Ιστορίας, ασκούν σκληρή κριτική στην Ευθυμίου για τον τρόπο που χειρίζεται τα εθνικά ζητήματα. Η Ευθυμίου υποστηρίζει ότι το σύγχρονο ελληνικό έθνος-κράτος και η εθνική συνείδηση συγκροτήθηκαν ουσιαστικά κατά τη διάρκεια και μετά την Επανάσταση, ενσωματώνοντας διάφορες γλωσσικές ομάδες (όπως οι Αρβανίτες). Αντίθετα, ιστορικοί της παραδοσιακής σχολής τονίζουν ότι η ελληνική εθνική συνείδηση ήταν διαχρονική, συμπαγής και δεδομένη στους αιώνες της Τουρκοκρατίας, βασισμένη στη γλώσσα, τη θρησκεία και την κοινή καταγωγή, και δεν περίμενε το 1821 για να «κατασκευαστεί». Πολλοί της καταλογίζουν ότι, στην προσπάθειά της να αναλύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ένα «επιτυχημένο πολυεθνικό μοντέλο συμβίωσης», υποβαθμίζει τα δεινά του ελληνισμού (παιδομάζωμα, βίαιοι εξισλαμισμοί, καθεστώς δεύτερης κατηγορίας για τους χριστιανούς). Θεωρούν ότι αυτή η προσέγγιση «ξεπλένει» ιστορικά τον κατακτητή και ευθυγραμμίζεται με τις σύγχρονες αναθεωρητικές θεωρίες.
Της ασκείται κριτική ότι η εμμονή της στην υπεραπλούστευση και τη διαρκή αναφορά στις «αλβανικές ρίζες» των Αρβανιτών, προσφέρει έτοιμο υλικό προπαγάνδας στην Αλβανία, χωρίς η ίδια να αναλογίζεται τη γεωπολιτική ζημιά που προκαλεί στην εθνική συνοχή.
Ιστορικοί που ανήκουν στην αριστερή ή τη λεγόμενη «προοδευτική» ακαδημαϊκή πτέρυγα, επικρίνουν την Ευθυμίου για τους ακριβώς αντίθετους λόγους.
Αυτοί οι ιστορικοί θεωρούν ότι η Ευθυμίου, παρά τις αναφορές της στις γλωσσικές ιδιαιτερότητες, στο τέλος καταλήγει να υπηρετεί το επίσημο ελληνικό αφήγημα (ότι όλοι αφομοιώθηκαν και έγιναν Έλληνες). Την κατηγορούν ότι φοβάται να τραβήξει την έρευνα στα άκρα και ότι «προστατεύει» το ελληνικό κράτος, αποφεύγοντας να μιλήσει για συστηματική κρατική αφομοίωση των γλωσσικών μειονοτήτων.
Η άλλη πλευρά τους αποκαλεί «εθνομηδενιστές». Οι επικριτές της συγκλίνουν σε ένα σημείο: Η Μαρία Ευθυμίου δεν κάνει καθαρή ακαδημαϊκή έρευνα στις περιοδείες της, αλλά ασκεί μια μορφή «ιδεολογικής ιεραποστολής». Για την εθνική πλευρά, η «ιεραποστολή» αυτή είναι επικίνδυνη γιατί ανοίγει κερκόπορτες στους γείτονες, για την αναθεωρητική πλευρά, είναι μια παρωχημένη προσπάθεια να κρατηθεί ισορροπημένο το ευρύ κοινό χωρίς να εμβαθύνει στην πραγματική κοινωνική ιστορία.
Γιατί όμως η θεματολογία της για τους «αρβανίτες» συμπίπτει με τη «γεωγραφία» της αλβανικής προπαγάνδας; Το γεγονός ότι η Ευθυμίου επιλέγει να εστιάζει επισταμένα στη γεωγραφική καταγραφή των αλβανόφωνων πληθυσμών (όχι μόνο εντός Ελλάδας, αλλά και στο Κόσοβο, το Μαυροβούνιο, τη Βόρεια Ήπειρο) δημιουργεί μια αναπόφευκτη σύνδεση με το αφήγημα των Τιράνων.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους