Το «Σοφία ήταν κάποτε το όνομά μου» ήταν ένα από τα βιβλία που πήρα μαζί μου στις φετινές διακοπές μου, χωρίς να γνωρίζω πως, όταν θα επέστρεφα, θα κουβαλούσα μαζί μου και την ιστορία του. Ήταν η...
Το «Σοφία ήταν κάποτε το όνομά μου» ήταν ένα από τα βιβλία που πήρα μαζί μου στις φετινές διακοπές μου, χωρίς να γνωρίζω πως, όταν θα επέστρεφα, θα κουβαλούσα μαζί μου και την ιστορία του.
Ήταν η πρώτη φορά που διάβαζα την Κατερίνα Γυφτάκη, παρόλο που βιβλία της βρίσκονται εδώ και καιρό στη βιβλιοθήκη μου, περιμένοντας εκείνη τη στιγμή που συνεχώς αναβάλλουμε οι αναγνώστες, με την παράλογη βεβαιότητα πως τα βιβλία μπορούν να περιμένουν για πάντα.
Και κάπως έτσι, χρειάστηκε να βρεθεί στα χέρια μου αυτό το μυθιστόρημα για να συνειδητοποιήσω πόσο άδικα τα είχα αφήσει να περιμένουν.
Γιατί η αλήθεια είναι πως το βιβλίο αυτό με γοήτευσε πολύ περισσότερο απ’ όσο περίμενα.
Όχι μόνο για την ιστορία που αφηγείται, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο, πίσω από μια μεγάλη περιπέτεια εποχής, κατορθώνει να θέσει ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: πόσα μπορεί να χάσει ένας άνθρωπος και να εξακολουθεί να είναι ο ίδιος; Ίσως γι’ αυτό ο τίτλος του αποκτά ήδη από τις πρώτες σελίδες μια παράξενη βαρύτητα.
Γιατί ένα όνομα είναι πολύ περισσότερα από μερικές συλλαβές με τις οποίες μάθαμε να γυρίζουμε το κεφάλι όταν κάποιος μας φωνάζει.
Είναι καταγωγή, μνήμη, παρελθόν.
Είναι οι άνθρωποι που μας γνώρισαν πριν αλλάξουμε, οι τόποι στους οποίους κάποτε ανήκαμε, όλα εκείνα που κουβαλάμε χωρίς να χρειάζεται να τα αφηγηθούμε.
Και όταν ένας άνθρωπος αναγκάζεται να αλλάξει το όνομά του για να επιβιώσει, δεν εγκαταλείπει απλώς μια λέξη.
Αφήνει πίσω μια εκδοχή του εαυτού του.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται, για μένα, η καρδιά του «Σοφία ήταν κάποτε το όνομά μου». Με φόντο μία από τις βιαιότερες ιστορικές μεταβάσεις της Ευρώπης, τη Γαλλική Επανάσταση και τον κόσμο που γεννιέται μέσα από τα συντρίμμια της, η Κατερίνα Γυφτάκη παρακολουθεί μια γυναίκα που δεν ταξιδεύει απλώς από τόπο σε τόπο, από την Ευρώπη μέχρι την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Ταξιδεύει αναγκαστικά και από ταυτότητα σε ταυτότητα, προσπαθώντας κάθε φορά να διασώσει εκείνο το κομμάτι του εαυτού της που οι περιστάσεις δεν έχουν ακόμη καταφέρει να της αφαιρέσουν.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες αρετές του βιβλίου: η Ιστορία δεν χρησιμοποιείται σαν ένα εντυπωσιακό σκηνικό εποχής.
Εισβάλλει στις ζωές των ανθρώπων, τις ανατρέπει, τις μετακινεί, τις διαλύει και τις ξαναχτίζει.
Η επανάσταση, η κοινωνική αστάθεια, η βία και τα παιχνίδια εξουσίας παύουν να είναι ημερομηνίες και γεγονότα και αποκτούν το πραγματικό τους μέγεθος: γίνονται όσα συμβαίνουν στον απλό άνθρωπο όταν η μεγάλη Ιστορία αποφασίζει να περάσει μέσα από τη μικρή, προσωπική του ζωή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Γυφτάκη υφαίνει μια ιστορία πάθους, κτητικότητας, προδοσίας, εκδίκησης, φιλίας και αφοσίωσης, χωρίς όμως να αφήνει τους χαρακτήρες της να μετατραπούν σε απλούς φορείς αυτών των συναισθημάτων.
Οι άνθρωποί της κάνουν λάθη, πληγώνουν και πληγώνονται, κουβαλούν ενοχές, επιθυμίες και σκοτεινές πλευρές.
Κυρίως, όμως, μεταβάλλονται.
Και αυτή η μεταβολή είναι που τους χαρίζει αληθοφάνεια, γιατί κανείς δεν διασχίζει τόση βία, απώλεια και φόβο και παραμένει ο άνθρωπος που ήταν όταν ξεκίνησε.
Ιδιαίτερα η κεντρική ηρωίδα δεν παρουσιάζεται ως μια εξιδανικευμένη μορφή γυναικείας δύναμης.
Η δύναμή της γεννιέται μέσα από την ανάγκη.
Κάθε αλλαγή ονόματος, κάθε φυγή, κάθε απώλεια μοιάζει να αφαιρεί κάτι από την παλιά της ύπαρξη και ταυτόχρονα να προσθέτει κάτι στη γυναίκα που αναγκάζεται να γίνει.
Κι έτσι η επιβίωση αποκτά εδώ ένα παράξενο τίμημα: για να σώσεις τον εαυτό σου, ίσως χρειαστεί πρώτα να αποχωριστείς κομμάτια του.
Παρά τις 544 σελίδες και το μεγάλο γεωγραφικό και χρονικό εύρος της αφήγησης, το μυθιστόρημα διαθέτει αξιοσημείωτη ροή.
Η γραφή είναι εικονοπλαστική χωρίς να γίνεται επιδεικτική, ο λόγος ρέει με φυσικότητα, ενώ η αγωνία χτίζεται σταδιακά μέσα από μυστικά, ανατροπές και γεγονότα που δεν υπάρχουν απλώς για να εντυπωσιάσουν, αλλά για να μετακινούν συνεχώς τους ανθρώπους και τις μεταξύ τους σχέσεις.
Το παρελθόν επιστρέφει όταν πρέπει, υπενθυμίζοντας πως όσα αφήνουμε πίσω μας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έπαψαν να μας ακολουθούν.
Ίσως, όμως, εκείνο που εκτίμησα περισσότερο είναι ότι κάτω από την ιστορική περιπέτεια υπάρχει ένα βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα.
Γιατί πίσω από τις αλλαγές τόπων και ονομάτων, τις διώξεις, τα πάθη και τις προδοσίες, βρίσκεται τελικά η ανάγκη που διατρέχει σχεδόν κάθε ανθρώπινη ζωή: να ανήκουμε κάπου χωρίς να χρειάζεται να αρνηθούμε αυτό που είμαστε για να μας επιτραπεί να υπάρχουμε.
Έκλεισα το «Σοφία ήταν κάποτε το όνομά μου» έχοντας την αίσθηση ότι ο τίτλος του είχε πια εντελώς διαφορετικό βάρος από εκείνο που είχε όταν το άνοιξα.
Γιατί στο τέλος δεν αναρωτιέσαι μόνο ποια ήταν κάποτε η Σοφία.
Αναρωτιέσαι πόσες φορές μπορεί ένας άνθρωπος να χάσει όσα τον προσδιορίζουν και να εξακολουθεί, κάτω από όλα τα ονόματα που του επέβαλε η ζωή, να παραμένει ο ίδιος.
Άλλωστε , δεν έχει σημασία πόσα ονόματα χρειάστηκε να φορέσεις για να επιβιώσεις, αλλά αν κάτω από όλα αυτά κατάφερες να διασώσεις εκείνο που δεν μπορεί να ονομαστεί: αυτό που πραγματικά είσαι.
Κι αν η ζωή μπορεί να σου πάρει ακόμη και το όνομά σου, η μεγαλύτερη νίκη είναι να μην της επιτρέψεις να σου πάρει εσένα.
Είναι από εκείνες τις καθηλωτικές ιστορίες που σε ταρακουνούν συθέμελα και μένουν ανεξίτηλες μέσα σου.
Ένα βιβλίο που σας το προτείνω ανεπιφύλακτα, με κλειστά μάτια. Rate: 5 / 5 ⭐ Katerina Giftaki Beck Eκδόσεις ΧΑΡΤΙΝΗ ΠΟΛΗ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους