[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το βράδυ που βγήκα για ποτά με τη Φρίντα Κάλο Δεν θυμάμαι ποια από τις δυο μας πρότεινε να πάμε για ποτό. Θέλω να πιστεύω ότι ήταν εκείνη. Γιατί εγώ, αν έβλεπα τη Φρίντα Κάλο μπροστά μου, το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το βράδυ που βγήκα για ποτά με τη Φρίντα Κάλο Δεν θυμάμαι ποια από τις δυο μας πρότεινε να πάμε για ποτό.

Θέλω να πιστεύω ότι ήταν εκείνη.

Γιατί εγώ, αν έβλεπα τη Φρίντα Κάλο μπροστά μου, το πιθανότερο είναι ότι θα έκανα πως δεν την αναγνώρισα.

Θα κοιτούσα κάπου πίσω από τον ώμο της, θα έψαχνα κάτι εξαιρετικά σημαντικό μέσα στην τσάντα μου και θα προσευχόμουν να μη με ρωτήσει ποτέ: «Εσύ ζωγραφίζεις;» Πήγαμε σ’ ένα μπαρ που δεν έχω ξαναδεί ποτέ, παρόλο που μέσα στο όνειρο ήξερα ακριβώς πού βρίσκεται.

Η πόρτα του έμοιαζε λίγο με του Berlin αλλά άνοιγε όχι σε χώρο, άνοιγε σε μια άλλη εποχή.

Μόλις μπήκαμε, ο αέρας άλλαξε γεύση.

Καπνός, τεκίλα, παλιό κόκκινο βελούδο. Κλισέ; Κλισέ! Είχε μικρά στρογγυλά τραπέζια, κόκκινους τοίχους κι έναν ανεμιστήρα στο ταβάνι που γύριζε τόσο αργά, σαν να μην κινούσε τον αέρα αλλά τον χρόνο. Η Φρίντα κάθισε σαν να ανήκε εκεί από πάντα.

Παρήγγειλε τεκίλα.

Εγώ κρασί.

Δεν ξέρω γιατί.

Ακόμη και στα όνειρά μου φοβάμαι λίγο μην ξεφύγω.

Ανάψαμε τσιγάρο.

Δεν καπνίζω πια, αλλά στα όνειρα προφανώς δεν ισχύουν ούτε οι παλιές αποφάσεις ούτε οι αντικαπνιστικοί νόμοι.

Καπνίζαμε πολύ.

Και πίναμε.

Εκείνη τεκίλες, εγώ κρασί και μετά —δεν ξέρω πώς έγινε αυτό— τεκίλες μαζί της.

Κάπου στο τρίτο ποτό είχαμε ψιλομεθύσει.

Είχαμε αρχίσει να γελάμε λίγο πιο δυνατά, να ακουμπάμε τα χέρια μας στο τραπέζι όταν μιλούσαμε και να λέμε εκείνα τα πράγματα που λες μόνο όταν έχεις πιει τόσο όσο χρειάζεται για να πάψεις να επιμελείσαι τον εαυτό σου.

Στην αρχή μιλήσαμε για άσχετα πράγματα.

Για τη ζέστη.

Για έναν άντρα στο διπλανό τραπέζι που φορούσε ένα υπερβολικά μεγάλο καπέλο.

Για τα λουλούδια στα μαλλιά της.

Και μετά έγινε αυτό που φοβόμουν. «Εσύ τι κάνεις;» με ρώτησε. «Είμαι συγγραφέας.» Αυτό μπορούσα να το πω. Το έχω πει πολλές φορές.

Έχω γράψει βιβλία.

Οι λέξεις είναι το μέρος στο οποίο ξέρω να στέκομαι. «Και;» είπε. «Και τι;» «Μόνο αυτό;» Γαμώτο.

Έσβησα το τσιγάρο μου και άναψα σχεδόν αμέσως άλλο. «Τελευταία άρχισα να ζωγραφίζω.» Νομίζω ότι το είπα πιο σιγά.

Σαν να της εξομολογούμουν κάτι που δεν δικαιούμουν ακόμη να λέω δυνατά. «Ζωγραφίζεις.» «Ε, ναι.

Λίγο.» «Τι θα πει λίγο;» Δεν ήξερα τι να της απαντήσω.

Γιατί το «λίγο» δεν είχε καμία σχέση με το πόσο ζωγράφιζα.

Ήταν ένας τρόπος να ζητήσω προκαταβολικά συγγνώμη.

Μην περιμένεις πολλά.

Δεν είμαι ζωγράφος.

Δεν έχω σπουδάσει.

Άρχισα τώρα.

Δεν ξέρω αν είμαι καλή.

Απλώς μου αρέσει.

Απλώς δοκιμάζω. Απλώς. Και, Θεέ μου, πόσο συχνά χρησιμοποιούμε αυτό το «απλώς» για να μικρύνουμε κάτι που μας κάνει ευτυχισμένους. Η Φρίντα ήπιε την τεκίλα της. «Και τι ζωγραφίζεις;» Εδώ ήταν το ακόμη χειρότερο. «Γυναίκες.» «Τι γυναίκες;» «Απλές γυναίκες που συναντάω στο μετρό, στο δρόμο.

Εμένα, καμιά φορά.» Χαμογέλασε. «Καλή επιλογή.» Και τότε γέλασα.

Γιατί απέναντί μου καθόταν μια γυναίκα που είχε κάνει τον ίδιο της τον εαυτό έργο ξανά και ξανά κι εγώ ντρεπόμουν να παραδεχτώ ότι, ναι, κάπως είμαι κι εγώ η μούσα του εαυτού μου.

Και ήθελα τόσο πολύ να της πω ότι είναι κι εκείνη μούσα μου.

Ότι έχω κοιτάξει τα έργα της ξανά και ξανά.

Ότι κάτι από τα χρώματα, τις γυναίκες, τα λουλούδια, τα πρόσωπα που κοιτούν κατάματα όποιον τα κοιτάζει, έχει περάσει και στα δικά μου χέρια.

Αλλά ντρεπόμουν. Φαντάσου.

Να κάθεσαι με τη Φρίντα Κάλο, να έχετε ψιλομεθύσει, να καπνίζετε σαν να μην υπάρχει αύριο και να φοβάσαι μήπως σε κρίνει επειδή ζωγραφίζεις.

Ίσως αυτό να ήταν τελικά το αστείο του ονείρου.

Γιατί η Φρίντα δεν με ρώτησε αν είμαι αρκετά καλή.

Δεν με ρώτησε αν έχω σπουδάσει.

Δεν ζήτησε να δει portfolio.

Δεν με ρώτησε με ποιο δικαίωμα αποφάσισα στα πενήντα μου να πιάσω πινέλο.

Απλώς γέμισε ξανά τα ποτήρια μας. «Στην υγειά σου, λοιπόν.» «Γιατί;» «Επειδή ζωγραφίζεις.» Ίσως όλοι πρέπει κάποια στιγμή να γίνουμε η μούσα του εαυτού μας.

Να κοιτάξουμε τον εαυτό μας με αρκετή περιέργεια ώστε να αναρωτηθούμε: Κι αν μπορώ να γίνω κι αυτό; Όχι να είμαι καλή.

Όχι να πετύχω.

Όχι να με χειροκροτήσει κάποιος.

Να γίνω.

Να δοκιμάσω.

Γιατί κανείς δεν πρόκειται να έρθει να σου δώσει άδεια να γράψεις, να ζωγραφίσεις, να φωτογραφίσεις, να φτιάξεις κάτι με τα χέρια σου.

Και —αυτό είναι το καλύτερο— δεν χρειάζεσαι καμία.

Ξύπνησα πριν προλάβω να της πω ότι είναι η μούσα μου.

Και για λίγα δευτερόλεπτα ήμουν σίγουρη ότι κάπου, σ’ ένα μπαρ με κόκκινους τοίχους, υπήρχαν ακόμη δύο γεμάτα τασάκια κι ένα μισοτελειωμένο ποτήρι κρασί που με περίμενε.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το Days Made of Paper.

Να πάρεις μια μέρα, μια σκέψη, μια ανάμνηση, μια πλευρά του εαυτού σου που δεν έχεις γνωρίσει ακόμη και να της δώσεις χώρο πάνω στο χαρτί.

Χωρίς να χρειάζεται να είσαι καλλιτέχνις.

Χωρίς να χρειάζεται να ξέρεις.

Χωρίς να χρειάζεται να το δείξεις σε κανέναν.

Θέλεις να δεις τι μπορείς να φτιάξεις αν σταματήσεις να σκέφτεσαι αν είσαι αρκετά καλή; Τότε έλα στο Days Made of Paper. (Link στο πρώτο σχόλιο. ) Ξεκίνα.

Φτιάξε την πρώτη σου σελίδα.

Δεν χρειάζεται να ξέρεις πού θα σε πάει. Αρκεί αυτή τη φορά να δώσεις εσύ στον εαυτό σου την άδεια.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences