Τι ακριβώς ανασυγκροτείτε; Κομμουνιστικό Κίνημα χωρίς προσδιορισμό του Κομμουνισμού (Μια Μαρξική Αντιπαραβολή στο «Ανοιχτό Κάλεσμα για την Ανασυγκρότηση του Κομμουνιστικού Κινήματος») Το «Ανοιχτό...
Τι ακριβώς ανασυγκροτείτε; Κομμουνιστικό Κίνημα χωρίς προσδιορισμό του Κομμουνισμού (Μια Μαρξική Αντιπαραβολή στο «Ανοιχτό Κάλεσμα για την Ανασυγκρότηση του Κομμουνιστικού Κινήματος») Το «Ανοιχτό Κάλεσμα» για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος θέτει ένα πραγματικό πρόβλημα.
Και ακριβώς επειδή το πρόβλημα είναι πραγματικό, δεν επιτρέπεται να αντιμετωπιστεί με οργανωτικές συντομεύσεις.
Η ανατροπή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και σε σειρά χωρών της Ευρώπης, η στρατηγική υποχώρηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, η αποδυνάμωση των δεσμών πολλών κομμουνιστικών κομμάτων με την εργατική τάξη και η αδυναμία των επαναλαμβανόμενων καπιταλιστικών κρίσεων να μετατραπούν αυτομάτως σε επαναστατική δυνατότητα δεν αποτελούν φανταστικές κατασκευές.
Αποτελούν ιστορικές πραγματικότητες που απαιτούν εξήγηση.
Από αυτή όμως ακριβώς την παραδοχή δεν προκύπτει αυτομάτως το συμπέρασμα ότι χρειάζεται ένα νέο Κομμουνιστικό Κόμμα.
Πολύ περισσότερο δεν προκύπτει ότι η συγκρότησή του μπορεί να αρχίσει από μια ελάχιστη πολιτική συμφωνία διαφορετικών οργανώσεων και ανένταχτων κομμουνιστών, να περάσει στην κοινή πολιτική δράση και να αποκτήσει στην πορεία τη στρατηγική και θεωρητική ενότητα που αρχικά δεν διαθέτει.
Το πρώτο ερώτημα προηγείται λογικά και ιστορικά της οργανωτικής απάντησης: τι ακριβώς πρόκειται να ανασυγκροτηθεί και ποιο είναι το κοινωνικό και θεωρητικό περιεχόμενο που δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό του ως κομμουνιστικού; Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν αντιμετώπισαν ποτέ τον κομμουνισμό ως ιδεώδες γύρω από το οποίο συγκεντρώνονται άνθρωποι καλής θέλησης.
Στη «Γερμανική Ιδεολογία» η θέση τους είναι θεμελιώδης: «Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες προς το οποίο θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα.
Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων» (Marx & Engels, 1845–1846/1976). Αυτό σημαίνει ότι το κομμουνιστικό κίνημα δεν αποκτά τον χαρακτήρα του από την αυτοονομασία του, από τα σύμβολά του ή ακόμη και από την ειλικρινή πρόθεση των συμμετεχόντων του.
Ο χαρακτήρας του κρίνεται από τη σχέση του με την πραγματική κίνηση υπέρβασης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Το πολιτικό υποκείμενο δεν μπορεί επομένως να κατασκευαστεί πρώτα και να αναζητήσει στη συνέχεια το πλήρες θεωρητικό περιεχόμενο της ύπαρξής του.
Η ίδια η δυνατότητα συγκρότησής του ως κομμουνιστικού υποκειμένου προϋποθέτει έναν ορισμένο βαθμό συνειδητής κατάκτησης της ιστορικής κίνησης την οποία καλείται να οργανώσει.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η πρόταση του «Ανοιχτού Καλέσματος» αρχίζει να παρουσιάζει την πρώτη σοβαρή αντίφαση.
Οι συντάκτες του μιλούν για «διαλεκτική σύνδεση μεταξύ θεωρίας και πράξης, με πρωτεύοντα τον ρόλο της πολιτικής πράξης». Η διατύπωση φαίνεται εκ πρώτης όψεως υλιστική.
Δεν είναι όμως καθόλου αυτονόητο ότι είναι διαλεκτική. Ο Μαρξ δεν ανέτρεψε τον ιδεαλισμό για να εγκαταστήσει στη θέση του έναν εμπειρισμό της άμεσης πολιτικής δράσης.
Η περίφημη ενδέκατη θέση για τον Φόιερμπαχ, σύμφωνα με την οποία οι φιλόσοφοι έχουν μόνο ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους, ενώ το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε, δεν καταργεί τη θεωρία.
Καταργεί τη θεωρία που στέκεται απέναντι από την πραγματικότητα ως αυτάρκης θεωρησιακή δραστηριότητα.
Η επαναστατική πράξη είναι συνειδητή πράξη ακριβώς επειδή μπορεί να συλλάβει θεωρητικά την πραγματική κίνηση του αντικειμένου της.
Γι’ αυτό και η θέση που έχουμε αναπτύξει στη «ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ: Η Θεωρία που Ενώνει την Ιστορία με τη Δυνατότητα» είναι διαφορετική: το Κομμουνιστικό Κόμμα αποτελεί τη μορφή μέσα στην οποία η θεωρία αποκτά υλικότητα και η πράξη αποκτά κατεύθυνση (Μωυσίδης, 2026a). Δεν πρόκειται για λεκτική ισορροπία ανάμεσα σε δύο όρους.
Πρόκειται για διαλεκτική ενότητα.
Και στο «ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ: Θέτω τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων» το Κομμουνιστικό Κόμμα προσδιορίζεται ως «οργάνωση της θεωρίας μέσα στην πράξη» (Μωυσίδης, 2026c). Η θεωρία δεν βρίσκεται έξω από την ταξική πάλη για να την καθοδηγεί αφ’ υψηλού, αλλά ούτε κατασκευάζεται εκ των υστέρων σύμφωνα με τις ανάγκες της τρέχουσας πολιτικής πράξης.
Αν συμβεί το δεύτερο, η θεωρία παύει να αποτελεί επιστημονική αναπαραγωγή του πραγματικού και κινδυνεύει να μετατραπεί σε ιδεολογική δικαιολόγηση μιας ήδη επιλεγμένης πολιτικής γραμμής.
Αυτό αποκτά άμεση σημασία όταν το Κάλεσμα περνά από το γενικό ζήτημα της ανασυγκρότησης στον ιμπεριαλισμό.
Η αντίθεση στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό, στις ΗΠΑ, στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί απολύτως συγκεκριμένο πεδίο της ταξικής και πολιτικής πάλης.
Από αυτό όμως δεν συνάγεται ότι κάθε δύναμη που συγκρούεται με τον ευρωατλαντικό άξονα αποκτά αντιιμπεριαλιστικό, πολύ περισσότερο προοδευτικό ή σοσιαλιστικό χαρακτήρα.
Εδώ απαιτείται να αρνηθούμε κατηγορηματικά μια γεωπολιτική υποκατάσταση της ταξικής ανάλυσης.
Δεν προσδιορίζουμε μια κοινωνία από τον εχθρό της.
Δεν προσδιορίζουμε μια κρατική εξουσία από το αν συγκρούεται με την Ουάσιγκτον.
Δεν προσδιορίζουμε μια οικονομία από το εάν συμμετέχει σε έναν διεθνή συνασπισμό που αμφισβητεί την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.
Ρωτάμε: ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής; Πώς οργανώνεται η εργασία; Ποια είναι η θέση της μισθωτής εργασίας; Πώς πραγματοποιείται η συσσώρευση; Ποια τάξη κατέχει την πολιτική εξουσία; Ποιες κοινωνικές σχέσεις αναπαράγει το κράτος; Αυτό είναι το μαρξικό κριτήριο.
Και γι’ αυτό η κριτική που ασκείται στο ΚΚΕ επειδή αρνείται να αντιμετωπίσει τη Ρωσία ή την Κίνα απλώς ως τμήματα ενός παγκόσμιου αντιευρωατλαντικού στρατοπέδου δεν μπορεί να γίνει δεκτή με τους όρους που τίθεται.
Μπορούμε και πρέπει να εξετάζουμε συγκεκριμένα κάθε ανάλυση του ΚΚΕ.
Δεν υπάρχει αλάθητο κόμμα και η μαρξιστική θεωρία δεν γνωρίζει εκκλησιαστικές αυθεντίες.
Άλλο όμως η κριτική μιας συγκεκριμένης ανάλυσης και άλλο η απαίτηση εγκατάλειψης του ταξικού κριτηρίου υπέρ μιας παγκόσμιας γεωπολιτικής διαίρεσης ανάμεσα στη «Δύση» και στις δυνάμεις που την αμφισβητούν.
Ο αντίπαλος του αντιπάλου μου δεν γίνεται, με κανέναν νόμο της διαλεκτικής, φορέας της δικής μου ιστορικής δυνατότητας.
Το ίδιο ζήτημα εμφανίστηκε με διαφορετικές μορφές στην ιστορία του εργατικού κινήματος.
Η κατάρρευση της Β΄ Διεθνούς το 1914 παραμένει ένα από τα σκληρότερα ιστορικά μαθήματα.
Όταν σημαντικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα υποτάχθηκαν στις ανάγκες των δικών τους αστικών κρατών και στήριξαν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, το πρόβλημα δεν ήταν ότι είχαν πάψει να χρησιμοποιούν σοσιαλιστική ορολογία.
Το πρόβλημα ήταν ότι η ταξική ανεξαρτησία του προλεταριάτου υποτάχθηκε σε έναν άλλο προσδιορισμό, τον εθνικό. Ο Λένιν επέμεινε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος δεν έπαυε να είναι τέτοιος επειδή κάθε αστική τάξη μπορούσε να παρουσιάζει τον δικό της πόλεμο ως αμυντικό ή αναγκαίο.
Η συγκρότηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1919 υπήρξε ιστορική άρνηση αυτής της χρεοκοπίας και προσπάθεια αποκατάστασης της διεθνούς ταξικής αυτοτέλειας του προλεταριάτου (Lenin, 1916/1964). Γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται σήμερα να τεθεί ένα δύσκολο ερώτημα.
Αν στη θέση του «δικού μας έθνους» τοποθετήσουμε το «δικό μας γεωπολιτικό στρατόπεδο», έχουμε πράγματι υπερβεί την αντίφαση της Β΄ Διεθνούς; Αν το βασικό κριτήριο γίνεται ποια κρατική δύναμη εξασθενεί τον κυρίαρχο ευρωατλαντικό πόλο, τότε η διεθνής ταξική αυτοτέλεια του προλεταριάτου κινδυνεύει και πάλι να υποταχθεί σε κρατικές στρατηγικές που δεν είναι δικές του.
Η μορφή αλλάζει.
Το πρόβλημα παραμένει. Ο Λένιν ασφαλώς δεν αγνόησε το εθνικό και αποικιακό ζήτημα.
Το αντίθετο.
Η λενινιστική πολιτική και η Κομμουνιστική Διεθνής αναγνώρισαν την τεράστια επαναστατική δυναμική των εθνικοαπελευθερωτικών και αντιαποικιακών κινημάτων.
Αλλά ακριβώς εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: το εθνικό ζήτημα δεν τοποθετήθηκε πάνω από την παγκόσμια ταξική πάλη.
Εντάχθηκε σε αυτήν. Ο Λένιν επέμενε στην ανάγκη αυτοτελούς οργάνωσης και πολιτικής ανεξαρτησίας του προλεταριάτου ακόμη και μέσα στις αναγκαίες συμμαχίες με επαναστατικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα (Lenin, 1920/1965). Άρα η λενινιστική παράδοση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως θεωρητικό άλλοθι για την απλή αρχή «ο εχθρός του κύριου ιμπεριαλιστικού κέντρου είναι αντικειμενικά σύμμαχος». Εδώ συναντάμε και το ζήτημα της Κίνας.
Στο «ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ: Πατρίδα ως Καθολική Ιδεολογία – Καπιταλιστική Ψευδοφυλακή» έχουμε ήδη θέσει την ανάγκη η ανάλυση να στηρίζεται στη μαρξική λογική και όχι στις γεωπολιτικές εντυπώσεις (Μωυσίδης, 2026b). Το ερώτημα «είναι η Κίνα αντίπαλος των ΗΠΑ;» δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ερώτημα «ποιες κοινωνικές σχέσεις αναπαράγονται στην Κίνα;». Το ίδιο ισχύει για τη Ρωσία και για κάθε άλλο κράτος.
Η σύγκρουση διαφορετικών διεθνών κέντρων μπορεί να μεταβάλλει τον παγκόσμιο συσχετισμό ισχύος.
Αυτό από μόνο του δεν προσδιορίζει το ταξικό τους περιεχόμενο ούτε, πολύ περισσότερο, το ιστορικό συμφέρον της εργατικής τάξης.
Η ίδια ανάγκη ταξικού προσδιορισμού εμφανίζεται και στο ζήτημα της Ελλάδας. Το Κάλεσμα θέτει ως κεντρικό άξονα τη σύγκρουση με τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και την έξοδο από ΕΕ και ΝΑΤΟ.
Αλλά εδώ η μαρξιστική ανάλυση υποχρεούται να προσθέσει τέσσερις λέξεις που αλλάζουν ολόκληρο το περιεχόμενο του αιτήματος: με ποια τάξη στην εξουσία; Η έξοδος ενός καπιταλιστικού κράτους από μια ιμπεριαλιστική συμμαχία δεν καταργεί τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.
Η αντικατάσταση ενός διεθνούς προσανατολισμού από έναν άλλο δεν κοινωνικοποιεί τα μέσα παραγωγής.
Η νομισματική αποδέσμευση δεν καταργεί τη μισθωτή εργασία.
Η εθνική κυριαρχία μιας αστικής τάξης δεν αποτελεί εργατική εξουσία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ΕΕ και το ΝΑΤΟ είναι ουδέτερες μορφές που μπορούν να αγνοηθούν μέχρι την «ημέρα της επανάστασης». Σημαίνει το ακριβώς αντίθετο: η πάλη εναντίον τους πρέπει να εντάσσεται στη στρατηγική της εργατικής εξουσίας και όχι η στρατηγική της εργατικής εξουσίας να αναβάλλεται μέχρι να ολοκληρωθεί ένα προηγούμενο αντιιμπεριαλιστικό στάδιο.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα της σχέσης στρατηγικής και τακτικής.
Η τακτική αποκτά επαναστατικό περιεχόμενο όταν συγκεντρώνει δυνάμεις προς τον στρατηγικό σκοπό· δεν αποκτά στρατηγικό περιεχόμενο επειδή βαφτίζεται «μεταβατική». Ακριβώς γι’ αυτό και η επίκληση του ΕΑΜ χρειάζεται ιστορική και όχι συμβολική αντιμετώπιση. Το ΕΑΜ υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα λαϊκά και απελευθερωτικά κινήματα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, με καθοριστική συμβολή του ΚΚΕ.
Δεν αποτελεί όμως ένα έτοιμο οργανωτικό καλούπι που μεταφέρεται από την Κατοχή στον καπιταλισμό του 21ου αιώνα.
Η ιστορική του αποτίμηση απαιτεί ταυτόχρονα να εξεταστούν η Κατοχή, η ταξική σύνθεση του κινήματος, η ηγεμονία του ΚΚΕ, ο συσχετισμός δυνάμεων, η βρετανική επέμβαση, το ζήτημα της εξουσίας και οι στρατηγικές επιλογές που ακολούθησαν.
Ούτε η αγιοποίηση ούτε η αναδρομική απόρριψη αποτελούν διαλεκτική ιστορική ανάλυση.
Πολύ περισσότερο, το ΕΑΜ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως γενική απόδειξη ότι κάθε σύγχρονο αντιμονοπωλιακό ή αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο αποτελεί αναγκαίο ενδιάμεσο στάδιο προς τον σοσιαλισμό.
Φτάνουμε έτσι στο ίδιο το ΚΚΕ. Το Κάλεσμα το αντιμετωπίζει ως μέρος της στρατηγικής κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος και του αποδίδει σοβαρές ευθύνες.
Η κριτική σε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα όχι μόνο επιτρέπεται αλλά είναι απαραίτητη.
Χωρίς κριτική και αυτοκριτική ο μαρξισμός νεκρώνεται σε δόγμα.
Όμως υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην κριτική μιας κομμουνιστικής στρατηγικής και στην εγκατάλειψη των κριτηρίων με τα οποία αυτή πρέπει να κριθεί.
Το ότι το ΚΚΕ δεν θεωρεί την Ελλάδα απλώς μια «εξαρτημένη χώρα» έξω από το ιμπεριαλιστικό σύστημα, αλλά την εξετάζει ως καπιταλιστικό κράτος ενταγμένο σε αυτό με συγκεκριμένη και άνιση θέση, δεν μπορεί να απορριφθεί απλώς με την κατηγορία του δογματισμού.
Πρέπει να αντικρουστεί με συγκεκριμένη ανάλυση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, της κίνησης κεφαλαίων, της ελληνικής αστικής τάξης, των μονοπωλιακών ομίλων, της συμμετοχής της χώρας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ και της θέσης της στον διεθνή καταμερισμό.
Διαφορετικά η λέξη «εξάρτηση» κινδυνεύει να αντικαταστήσει την ανάλυση που υποτίθεται ότι πραγματοποιεί.
Το ίδιο ισχύει και για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το να απορρίπτεις την υποταγή του εργατικού κινήματος στο ΝΑΤΟ δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να υποταχθείς στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας.
Και το να αναγνωρίζεις τον τεράστιο ρόλο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στους ανταγωνισμούς, στην επέκταση και στη στρατιωτικοποίηση της Ανατολικής Ευρώπης δεν σε απαλλάσσει από την υποχρέωση να αναλύσεις τον χαρακτήρα του ρωσικού κράτους, της ρωσικής οικονομίας και της ρωσικής αστικής τάξης.
Αν ο διεθνισμός σημαίνει κάτι περισσότερο από σύνθημα, σημαίνει ακριβώς την πολιτική αυτοτέλεια της εργατικής τάξης απέναντι στα ανταγωνιζόμενα αστικά κράτη.
Και εδώ ακριβώς επιστρέφουμε στην πρόταση για μια νέα Κομμουνιστική Διεθνή.
Ναι, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα χρειάζεται βαθύτερη διεθνή συνεργασία, θεωρητική επεξεργασία και κοινή δράση.
Αλλά μια Κομμουνιστική Διεθνής δεν δημιουργείται επειδή οργανώσεις διαφορετικών χωρών συμφωνούν ότι οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ αποτελούν εχθρούς.
Αυτό μπορεί να συγκροτήσει αντιιμπεριαλιστική συνεργασία.
Δεν αρκεί για να συγκροτήσει Κομμουνιστική Διεθνή.
Η τελευταία προϋποθέτει πολύ βαθύτερη ενότητα: τι είναι καπιταλισμός σήμερα, τι είναι ιμπεριαλισμός, ποια είναι η σύγχρονη εργατική τάξη, τι σημαίνει εργατική εξουσία, κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, κεντρικός σχεδιασμός, δικτατορία του προλεταριάτου, σοσιαλιστική μετάβαση και τελικά κομμουνιστική κοινωνία.
Ακριβώς εδώ η εμπειρία της Τρίτης Διεθνούς πρέπει να μελετηθεί και όχι να αντιγραφεί. Η Κομμουνιστική Διεθνής γεννήθηκε σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς, όταν το ζήτημα της επαναστατικής εξουσίας είχε πάψει να αποτελεί μόνο θεωρητική δυνατότητα και είχε γίνει πραγματική ιστορική πράξη.
Δεν ήταν μια οργανωτική συνάντηση ανθρώπων που αναζητούσαν εκ των υστέρων τη στρατηγική τους ενότητα.
Υπήρχε ένας ιστορικός άξονας: η επανάσταση, η εξουσία των Σοβιέτ και η ρήξη με τον οπορτουνισμό της σοσιαλδημοκρατίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τρίτη Διεθνής ήταν απαλλαγμένη από αντιφάσεις ή ότι η μεταγενέστερη πορεία της δεν απαιτεί κριτική μελέτη.
Σημαίνει όμως ότι δεν μπορούμε να πάρουμε τη μορφή «Διεθνής» και να αφαιρέσουμε το συγκεκριμένο ιστορικό περιεχόμενο που την παρήγαγε.
Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται σε μικρογραφία στην πρόταση για τη νέα μεταβατική οργάνωση στην Ελλάδα. Το Κάλεσμα αναγνωρίζει ευθέως ότι αρχικά δεν θα υπάρχει βαθιά στρατηγική ενότητα.
Γι’ αυτό προτείνει αυξημένες πλειοψηφίες, δικλείδες ασφαλείας, δυνατότητα δημοσιοποίησης της μειοψηφούσας άποψης, συχνές συνδιασκέψεις και τελικά οργανωτική ενοποίηση.
Αυτές μπορεί να είναι απολύτως θεμιτές δημοκρατικές διαδικασίες.
Δεν λύνουν όμως το πρόβλημα που προηγείται: ποιο κοινό κοινωνικό περιεχόμενο μετατρέπει αυτή την οργανωτική συνύπαρξη σε διαδικασία συγκρότησης Κομμουνιστικού Κόμματος; Η δημοκρατική διαδικασία μπορεί να αποφασίσει ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές προτάσεις.
Δεν μπορεί με ψηφοφορία να αποφασίσει ποια είναι η αντικειμενική κίνηση των καπιταλιστικών σχέσεων.
Εδώ ο Ιλιένκοφ αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Το συγκεκριμένο στη διαλεκτική δεν είναι η απλή συγκέντρωση πολλών σωστών επιμέρους προσδιορισμών.
Είναι η ενότητα των πολλαπλών προσδιορισμών μέσα στην πραγματική τους αλληλοσύνδεση.
Μπορούμε να συγκεντρώσουμε την έξοδο από το ΝΑΤΟ, την έξοδο από την ΕΕ, την αύξηση των μισθών, την υπεράσπιση της δημόσιας υγείας, την κοινωνική ασφάλιση, τα δημοκρατικά δικαιώματα, τον αντιφασισμό και την αντίθεση στον πόλεμο.
Το άθροισμά τους όμως δεν παράγει από μόνο του κομμουνιστική στρατηγική.
Για να αποκτήσουν τέτοιο περιεχόμενο πρέπει να προσδιοριστεί η εσωτερική σχέση τους με τη βασική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνικής ολότητας και με την πραγματική δυνατότητα υπέρβασής της (Ilyenkov, 1960/1982). Και γι’ αυτό τελικά το πρόβλημα του «Ανοιχτού Καλέσματος» δεν είναι ότι θέτει υπερβολικά πολλά ερωτήματα.
Είναι ότι επιχειρεί να λύσει οργανωτικά ένα πρόβλημα που δεν έχει ακόμη λυθεί θεωρητικά.
Η κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος είναι πραγματική.
Η ιστορική ήττα που σφράγισε το τέλος του 20ού αιώνα είναι πραγματική.
Οι αντιφάσεις των κομμουνιστικών κομμάτων είναι πραγματικές.
Αλλά από αυτές τις πραγματικότητες δεν παράγεται αυτομάτως η αναγκαιότητα ενός ακόμη κόμματος.
Παράγεται πρώτα η υποχρέωση να εξηγήσουμε τι συνέβη, γιατί συνέβη, ποιες αντιφάσεις δεν επιλύθηκαν και τι σημαίνει στις σημερινές συνθήκες η πραγματική κίνηση υπέρβασης του κεφαλαίου.
Δεν χρειάζεται επομένως να φοβηθούμε τη λέξη ανασυγκρότηση.
Χρειάζεται να απαιτήσουμε το περιεχόμενό της.
Δεν αρκεί να συγκεντρώσουμε τους κομμουνιστές.
Δεν αρκεί να ενώσουμε τις οργανώσεις τους.
Δεν αρκεί να συμφωνήσουμε ποιοι είναι οι γεωπολιτικοί μας αντίπαλοι.
Δεν αρκεί ακόμη και να ονομάσουμε τον τελικό μας σκοπό σοσιαλισμό και κομμουνισμό.
Το ερώτημα προηγείται και παραμένει αμείλικτο: Τι ακριβώς ανασυγκροτείτε; Γιατί Κομμουνιστικό Κίνημα χωρίς επιστημονικό προσδιορισμό της πραγματικής κίνησης προς τον Κομμουνισμό δεν είναι ακόμη Κομμουνιστικό Κίνημα.
Είναι η πολιτική βούληση να γίνει τέτοιο.
Και ανάμεσα στη βούληση και στην ιστορική δυνατότητα βρίσκεται ολόκληρη η Διαλεκτική. Βιβλιογραφία Ilyenkov, E. V. (1982). The dialectics of the abstract and the concrete in Marx’s Capital. Progress Publishers. (Original work published 1960). Lenin, V. I. (1964). Imperialism, the highest stage of capitalism. In Collected works (Vol. 22). Progress Publishers. (Original work written 1916). Lenin, V. I. (1965). Draft theses on national and colonial questions for the Second Congress of the Communist International. In Collected works (Vol. 31). Progress Publishers. (Original work published 1920). Marx, K., & Engels, F. (1976). The German ideology. In Marx/Engels collected works (Vol. 5). Lawrence & Wishart. (Original work written 1845–1846). Μωυσίδης, Χ. (2026a). ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ: Η θεωρία που ενώνει την ιστορία με τη δυνατότητα. PROCESS ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ. Μωυσίδης, Χ. (2026b). ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ: Πατρίδα ως καθολική ιδεολογία – Καπιταλιστική Ψευδοφυλακή. PROCESS ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ. Μωυσίδης, Χ. (2026c). ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ: Θέτω τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων. PROCESS ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ. Χαράλαμπος Μωυσίδης Συγγραφέας & Εκδότης PROCESS ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους