Ιστορική άνοδος της ακροδεξιάς (44,5%, σύμφωνα με τα exit polls) στο ανατολικό κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, στη Γερμανία. Κι αν η επιστροφή του ναζισμού στη γενέτειρά του προκαλεί τρόμο, ας...
Ιστορική άνοδος της ακροδεξιάς (44,5%, σύμφωνα με τα exit polls) στο ανατολικό κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, στη Γερμανία.
Κι αν η επιστροφή του ναζισμού στη γενέτειρά του προκαλεί τρόμο, ας αναλογιστούμε πώς συστηματικά, με σχέδιο,και χωρίς -επί της ουσίας- να ανοίξει ρουθούνι, ο φασισμός κανονικοποιείται.
Πάρτε, για παράδειγμα, την επικείμενη αποφυλάκιση Κασιδιάρη στα μέσα Σεπτέμβρη.
Δείτε πώς, όπως γράφω και στην εφημερίδα Η Εποχή, ένα έγκλειστο ηγετικό στέλεχος της Χρυσής Αυγής μπορεί να καταλαμβάνει καθημερινά χώρο στον δημόσιο διάλογο, πώς επιχειρεί “αποκαθαρμένος” να επιστρέψει, πώς μετριέται στις δημοσκοπήσεις -μεταξύ των πολιτικών αρχηγών- για τη δημοτικότητά του.
Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά όλο και λιγοστεύουν τα σύννεφα για να πέφτουμε... Η ΚΑΝΟΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ Υπάρχει κάτι βαθύτερα ανησυχητικό στην επικείμενη αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη, από το ίδιο το γεγονός της εξόδου του από τη φυλακή.
Δεν είναι ότι ένας καταδικασμένος για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης ολοκληρώνει την έκτιση της ποινής του, έτσι λειτουργεί το κράτος δικαίου.
Το πρόβλημα αρχίζει από την επόμενη ημέρα: από την επιχείρηση μετατροπής της αποφυλάκισης σε πολιτική «επανεκκίνηση» και, κυρίως, από την προσπάθεια να παρουσιαστεί ο ίδιος όχι ως ηγετικό στέλεχος της Χρυσής Αυγής, αλλά ως ένας ακόμη –και μάλιστα περίπου «δικαιωμένος»– πολιτικός διεκδικητής.
Η ημερομηνία έχει ήδη αποκτήσει συμβολικό χαρακτήρα. Ο Κασιδιάρης αποφυλακίζεται οριστικά στα μέσα Σεπτέμβρη και έχει προαναγγείλει ότι θα επιστρέψει «δυναμικά» στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής.
Παράλληλα, έχει καλέσει τους υποστηρικτές του να συγκεντρωθούν έξω από τις φυλακές Δομοκού, ώστε η έξοδός του να μετατραπεί σε πολιτικό γεγονός, σε ένα σκηνοθετημένο στιγμιότυπο «αντίστασης» απέναντι στο σύστημα.
Δεν πρόκειται για αυθόρμητη επιστροφή αλλά για πολιτικό σχεδιασμό ο οποίος στηρίζεται σε μια παλιά αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική σήμερα ακροδεξιά τεχνική: τη μετάθεση του πολιτικού πεδίου από το «τι εκπροσωπείς» στο «εναντίον ποιου στρέφεσαι». Ο άνθρωπος που συνδέθηκε οργανικά με μια ναζιστική εγκληματική οργάνωση, επιχειρεί να επανασυστηθεί ως ο κατεξοχήν «αντισυστημικός». Η εγκληματική οργάνωση μετατρέπεται σε «παλιό πολιτικό κεφάλαιο», η καταδίκη σε «δίωξη», η φυλακή σε «πολιτική κράτηση», και η επιστροφή σε «δικαίωση». Ο Κασιδιάρης είναι, από αυτή την άποψη, χαρακτηριστικό προϊόν μιας διεθνούς μετάλλαξης της Ακροδεξιάς.
Πατενταρισμένος εθνικιστής, με φιλοχουντικές αναφορές, και πλέον ενταγμένος στο τραμπικό λεξιλόγιο της πολιτισμικής σύγκρουσης, επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο άνθρωπος που «λέει αυτά που οι άλλοι φοβούνται να πουν». Το περιεχόμενο υποχωρεί και απομένει το ύφος της σύγκρουσης.
Δεν έχει σημασία τόσο τι προτείνει όσο το ότι εμφανίζεται ως εκείνος που «τα βάζει με όλους». Η πολιτική της διαρκούς ορατότητας Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν κρίσιμο πεδίο της επιστροφής του.
Η συνεχής ψηφιακή παρουσία δημιουργεί μια παράδοξη πολιτική συνθήκη: ένας άνθρωπος που βρίσκεται στη φυλακή μπορεί να καταλαμβάνει καθημερινά χώρο στον δημόσιο διάλογο.
Αναρτήσεις, βίντεο, συνεντεύξεις, αναπαραγωγές, αποσπάσματα και αντιδράσεις συγκροτούν ένα οικοσύστημα διαρκούς δημοσιότητας.
Και η δημοσιότητα, σε μια οικονομία της προσοχής, δεν χρειάζεται να είναι θετική για να είναι πολιτικά χρήσιμη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η παρέμβαση του Έλον Μασκ τον Ιούλιο, όταν αναδημοσίευσε ανάρτηση που παρουσίαζε τον Κασιδιάρη ως θύμα της ελληνικής Δικαιοσύνης.«This is messed up», σχολίασε.
Και ο Κασιδιάρης έσπευσε να παρουσιάσει την παρέμβαση ως σημαντική διεθνή υποστήριξη των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Αποκτώντας έτσι η Ακροδεξιά ένα ακόμη όπλο στην επιχείρηση κανονικοποίησής της: αν ένας παγκόσμιος δισεκατομμυριούχος παρεμβαίνει υπέρ σου, γιατί να θεωρείσαι πολιτικά περιθωριακός; Το ίδιο παιχνίδι παίζεται και στα συστημικά μέσα ενημέρωσης.
Η συνέντευξη δεν είναι πλέον απλώς ενημέρωση αλλά πολιτικός πόρος.
Κάθε τηλεοπτική ή διαδικτυακή εμφάνιση, μετατρέπει ένα πρόσωπο σε «παίκτη». Η ίδια η συζήτηση για το «τι ποσοστό θα πιάσει», προϋποθέτει ήδη ότι υπάρχει κάτι που αξίζει να μετρηθεί.
Η δημοσκόπηση δεν μετρά μόνο, παράγει Κι εδώ, μπαίνουν στο κάδρο οι δημοσκόποι.
Που θεωρούν σκόπιμο να συμπεριλάβουν τον Κασιδιάρη σε ερώτηση για τη δημοτικότητα πολιτικών προσώπων, όταν απουσιάζουν από αυτή άλλοι όπως ο Γιάνης Βαρουφάκης ή ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης (το αντιμετώπισε η γράφουσα). Και είναι πολιτικά και μεθοδολογικά σημαντικό να αναρωτηθούμε ποιο ακριβώς αντικείμενο μετράμε όταν βάζουμε έναν καταδικασμένο για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης στο ίδιο ερωτηματολόγιο με τους υπόλοιπους πολιτικούς.
Η κοινωνική έρευνα γνωρίζει πολύ καλά ότι η διατύπωση μιας ερώτησης, η σειρά των ερωτήσεων και οι διαθέσιμες απαντήσεις μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα.
Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό: όταν ρωτάς, διαμορφώνεις ήδη ένα κομμάτι του πεδίου πάνω στο οποίο θα μετρήσεις.
Έτσι, δεν μετράς απλώς προτιμήσεις.
Ενεργοποιείς συνειρμούς, καθιστάς ένα πρόσωπο διαθέσιμη πολιτική επιλογή, το εντάσσεις στη νοητική χαρτογραφία του/της ψηφοφόρου.
Να γιατί η δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη ότι δεν θεωρεί πως «υπάρχει νομικός τρόπος να εμποδιστεί ο Κασιδιάρης να είναι υποψήφιος, αν και μπορεί να εμποδιστεί να είναι αρχηγός κόμματος», αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Γιατί πρόκειται για μια δήλωση που, πέρα από τη νομική της ακρίβεια -η οποία είναι ζήτημα ερμηνείας του ισχύοντος εκλογικού δικαίου- λειτουργεί πολιτικά ως προαναγγελία του προβλήματος: η συζήτηση μεταφέρεται από το «αν πρέπει να επιστρέψει», στο «με ποιον τρόπο θα επιστρέψει». «Ο τρόπος που θα πολιτευθώ θα είναι έκπληξη για το πολιτικό σύστημα.
Θα το ανακοινώσω αμέσως μετά την αποφυλάκισή μου.
Όποια πολιτική κίνηση κάνω δεν θα μπορεί να αποκλειστεί από το Α’ τμήμα του Αρείου Πάγου», έχει, άλλωστε, δηλώσει προκλητικά σε συνέντευξή του στον Real FM, μετατρέποντας έτσι το νομικό παράθυρο σε πολιτική στρατηγική.
Η μάχη για το αποδεκτό Η Αριστερά οφείλει να αντιληφθεί ότι απέναντί της δεν βρίσκεται απλώς ένας ακροδεξιός πολιτικός, αλλά μια μηχανή κανονικοποίησης: φυλακή, social media, συνεντεύξεις, δημοσκοπήσεις, αλγόριθμοι, διεθνείς ακροδεξιές διασυνδέσεις, σκηνοθετημένες συγκεντρώσεις και, κυρίως, η σταδιακή μετατροπή του αδιανόητου σε «μία ακόμη άποψη». Κι επειδή ο φασισμός δεν επιστρέφει πάντοτε με στολές, συνθήματα και ναζιστικούς χαιρετισμούς αλλά μπορεί να επιστρέψει ως «αντισυστημική ψήφος», viral βίντεο, δημοσκοπική καταγραφή, τηλεοπτικός καλεσμένος, «δύσκολος νομικός γρίφος», γι΄αυτό και η μάχη δεν είναι μόνο για τις κάλπες, είναι, πριν απ΄όλα, μάχη ορισμών.
Είναι για το ποιος θα έχει το δικαίωμα να ορίζει τι θεωρείται αποδεκτό μέσα στη δημοκρατική δημόσια σφαίρα. Και αυτό το δικαίωμα δεν πρέπει να χαριστεί.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους