[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Κάποιες γενικότερες σκέψεις μου με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις σε σχέση με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια - ευχαριστώ θερμά το KReport για τη φιλοξενία. Ιδιωτικά πανεπιστήμια: πρόσφατες εξελίξεις και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Κάποιες γενικότερες σκέψεις μου με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις σε σχέση με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια - ευχαριστώ θερμά το KReport για τη φιλοξενία.

Ιδιωτικά πανεπιστήμια: πρόσφατες εξελίξεις και ευρύτεροι προβληματισμοί Όσα έχουν συμβεί και λεχθεί τις τελευταίες εβδομάδες σε σχέση με τα παραρτήματα πανεπιστημίων της αλλοδαπής, τα γνωστά ΝΠΠΕ (Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης), αναδεικνύουν, ενίοτε και υπό συνθήκες ετερογονίας, μία σειρά από κρίσιμα ζητήματα που αξίζει να συζητηθούν περαιτέρω.

Τα ζητήματα αυτά αφορούν όχι μόνο το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα, αλλά και ευρύτερα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη νομιμότητα, την ισονομία και τη λειτουργία των θεσμών. 1. Η εκ νέου σπουδή του Υπουργείου Παιδείας. Το Υπουργείο Παιδείας επέδειξε, για ακόμη μία φορά, αξιοσημείωτη σπουδή σε σχέση με τα ΝΠΠΕ.

Μετά τα πολλαπλά νομικά προβλήματα που προέκυψαν με τις πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ – αποφάσεις υπ’ αρ. 1167-1172/2026), η ίδια η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου προανήγγειλε την άμεση επίλυσή τους και εν συνεχεία, με αστραπιαία ταχύτητα, «επαναδειοδοτήθηκαν» ( ; ) δύο ΝΠΠΕ των οποίων οι άδειες λειτουργίας και εγκατάστασης (όπως και τα προγράμματα σπουδών) ακυρώθηκαν μόλις πρόσφατα με τις εν λόγω αποφάσεις του ΣτΕ.

Σύμφωνα με τη σχετική λιτή, από 28.08.2026, ανακοίνωση του Υπουργείου Παιδείας, «οι άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας χορηγήθηκαν κατόπιν της εκ νέου διενέργειας της διοικητικής διαδικασίας στο πλαίσιο της συμμόρφωσης προς τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας». Η ταχύτητα αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα.

Είχαν ήδη καθαρογραφεί οι αποφάσεις του ΣτΕ; Πότε συνεδρίασαν οι αρμόδιες αρχές; Ειδικότερα, πώς ολοκληρώθηκαν μέσα σε ελάχιστες ημέρες οι απαιτούμενες κατά νόμον (βλ. άρθρο 139 του ν. 5094/2024) ενέργειες της ΕΘΑΑΕ και των λοιπών εμπλεκόμενων φορέων-οργάνων; Υπενθυμίζεται δε εδώ ότι η ΕΘΑΑΕ είναι μία ανεξάρτητη αρχή, της οποίας οι αποφάσεις-πράξεις (είτε κανονιστικής είτε ατομικής φύσεως) δεν είναι θεσμικά σωστό να προεξοφλούνται από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.

Αναμφίβολα, τα προβλήματα που ανέκυψαν μετά τις αποφάσεις του ΣτΕ πρέπει να επιλυθούν.

Yπάρχουν φοιτητές, οικογένειες, καθώς και το προσωπικό των ιδρυμάτων που δεν μπορούν να παραμένουν επί μακρόν σε καθεστώς αβεβαιότητας.

Σε αντίστοιχη πρόσφατη επισήμανσή της έχει δίκιο η Υπουργός Παιδείας Σ. Ζαχαράκη.

Η ανάγκη εξεύρεσης λύσης, όμως, δεν αναιρεί την ανάγκη τήρησης όρων νομιμότητας και διαφάνειας.

Ας ελπίσουμε ότι στην πρόσφατη διαδικασία επαναδειοδότησης των δύο ΝΠΠΕ έγιναν όλα όπως πρέπει και δεν έχει εμφιλοχωρήσει κάποια πλημμέλεια, η οποία και θα καθιστά εκ νέου νομικά ευάλωτες τις επαναδειοδοτήσεις.

Αυτό είναι προς το συμφέρον όλων και, προεχόντως, των φοιτητών των ΝΠΠΕ που ευλόγως αγωνιούν περισσότερο.

Η ταχύτητα, πάντως, με την οποία κινήθηκε στο εν λόγω ζήτημα το Υπουργείο Παιδείας δεν μπορεί παρά να προκαλεί κάποια αμηχανία σε όσους υπηρετούμε το δημόσιο πανεπιστήμιο.

Στην περίπτωση των ΝΠΠΕ ο κυβερνητικός και διοικητικός μηχανισμός έδειξε ταχύτατα ανακλαστικά, τα οποία όμως δεν έχει δείξει κατά το παρελθόν σε σχέση με διάφορες ανάγκες ή εκκρεμότητες –ορισμένες δε φορές πιεστικές– των δημοσίων πανεπιστημίων.

Τούτο φανερώνει ότι όταν υπάρχει βούληση υπάρχει και τρόπος, όπως λένε οι αγγλοσάξονες.

Το φαινόμενο δεν είναι φυσικά μόνο σημερινό: η ελληνική διοίκηση αποδεικνύεται ενίοτε εξαιρετικά γρήγορη όταν υπάρχει ισχυρή πολιτική βούληση, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η ίδια διοίκηση επικαλείται διαδικασίες, προθεσμίες και γραφειοκρατικά εμπόδια που καθιστούν την αναμονή σχεδόν φυσιολογική κατάσταση. 2. Τι λέει ο νόμος και τι θα θέλαμε να λέει.

Στον δημόσιο διάλογο των τελευταίων ημερών προέκυψε και η ανάγκη διάκρισης μεταξύ του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου και των πάσης φύσεως δικαιοπολιτικών αξιολογήσεων αναφορικά με το πώς θα θέλαμε να είναι ο νόμος για τα ΝΠΠΕ, ο ν. 5094/2024.

Όπως διδάσκουμε και στους φοιτητές μας, οι δικαιοπολιτικές αξιολογήσεις ή προτάσεις νομοθετικής πολιτικής (προτάσεις de lege ferenda) είναι ωραίες και χρήσιμες αλλά δεν επηρεάζουν την κανονιστική ισχύ ενός νομοθετήματος: όσο ισχύει ένας νόμος, καλός ή κακός, δεσμεύει τους πάσης φύσεως αποδέκτες του και πρέπει να τηρηθεί, μέχρι να αλλάξει.

Μπορεί να θεωρούμε έναν νόμο υπερβολικά αυστηρό, γραφειοκρατικό ή αναποτελεσματικό και να υποστηρίζουμε ότι πρέπει να τροποποιηθεί ή και να καταργηθεί.

Αυτό όμως δεν επηρεάζει κατ’ αρχήν την κανονιστική του ισχύ (εκτός από τις περιπτώσεις καταφανώς άδικης νομοθεσίας, που αποτελούν αντικείμενο άλλης μεθοδολογικής συζήτησης). Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορούμε να εφαρμόζουμε μόνο τις διατάξεις ενός νομοθετήματος με τις οποίες συμφωνούμε, ούτε συναφώς να παρακάμπτουμε όσες μας δυσκολεύουν στην επίτευξη ενός επιδιωκόμενου σκοπού.

Έτσι, καλός ή κακός ο ν. 5094/2024, δεν μπορεί να είναι προαιρετική ή επιλεκτική η εφαρμογή του, με το επιχείρημα λ.χ. ότι προέχει ο σκοπός άμεσης λειτουργίας των ιδιωτικών πανεπιστημίων μετά τόσες δεκαετίες αναμονής – ο νόμος βεβαίως ψηφίστηκε το 2024.

Και μάλιστα πρόκειται εδώ για έναν νόμο που αρκετοί υποστήριξαν με πάθος κατά την ψήφισή του και τώρα διαπίστωσαν αίφνης ότι περιέχει ένα υπερβολικά αυστηρό ή γραφειοκρατικό πλαίσιο.

Με αυτή τη μορφή, ωστόσο, κρίθηκε συνταγματικός ο ν. 5094/2024 από την Ολομέλεια του ΣτΕ.

Ναι, να μιλήσουμε για τη σκοπιμότητα ή αποτελεσματικότητα κάποιων προβλέψεών του και να την αμφισβητήσουμε, αλλά όσο ισχύουν οι προβλέψεις αυτές είναι δεσμευτικές.

Αυτή είναι βασική συνθήκη ενός κράτους δικαίου.

Δεν μπορεί, συνεπώς, να υποστηριχθεί ένας de facto παραμερισμός των (φερόμενων) «γραφειοκρατικών» προβλέψεων του ν. 5094/2024, ώστε να λειτουργήσουν τα ΝΠΠΕ το ταχύτερο δυνατό.

Το πόσο δε επικίνδυνη θα ήταν η γενίκευση μιας λογικής σύμφωνα με την οποία «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», ιδίως σε ρυθμιστικό και θεσμικό επίπεδο, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάπτυξη.

Πέραν της γνωστής ηθικής-δεοντικής επιταγής που απαγορεύει τις άδικες πράξεις ακόμη και αν αυτές αποσκοπούν στην επίτευξη ενός αγαθού σκοπού (λ.χ. βασανιστήρια για την εξαγωγή μιας χρήσιμης πληροφορίας), σε συνεπειοκρατικό επίπεδο το πρόβλημα με μία τέτοια λογική είναι ότι δεν μπορεί κανείς να την διεκδικεί μόνο για τους σκοπούς που ο ίδιος θεωρεί αγαθούς.

Αν γίνει δεκτή ως τρόπος άσκησης της εξουσίας, αργά ή γρήγορα θα χρησιμοποιηθεί και για σκοπούς με τους οποίους διαφωνούμε και έτσι, ως πολιτεία, θα οδηγηθούμε γενικότερα σε μία εξαιρετικά επικίνδυνη ολισθηρή πλαγιά. 3. Η ανάγκη διασφάλισης της ποιότητας και το ζήτημα του γενικού στρατηγικού σχεδιασμού στην ανώτατη εκπαίδευση.

Ορθώς το νομοθετικό πλαίσιο του ν. 5094/2024 (άρθρα 130 επ.) θέτει κατ’ αρχήν στο επίκεντρο την ανάγκη διασφάλισης της ποιότητας στα ΝΠΠΕ.

Η ίδια ανάγκη υφίσταται ασφαλώς και στα δημόσια πανεπιστήμια, τα οποία υποβάλλονται σε τακτικές εσωτερικές και αξιολογήσεις.

Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία εξακολουθούν, ομολογουμένως, να παρουσιάζουν σειρά παθογενειών και ελαττωμάτων στη λειτουργία τους, που θα πρέπει να αντιμετωπισθούν.

Ο συναγωνισμός με ποιοτικά ιδιωτικά πανεπιστήμια μπορεί κατ’ αρχήν να συμβάλει μελλοντικά στη βελτίωση της λειτουργίας και της ποιότητας των σπουδών των δημοσίων πανεπιστημίων, αρκεί όμως να αναθεωρηθεί το ασφυκτικό κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία τους και καλλιεργεί έναν στενό εναγκαλισμό με το Υπουργείο Παιδείας.

Η ανάγκη αυτή εντοπίζεται ιδίως στις διαδικασίες πρόσληψης διοικητικού ή βοηθητικού προσωπικού, αλλά και αλλού (όπως λ.χ. στον καθορισμό του αριθμού των εισακτέων από το Υπουργείο Παιδείας). Σε κάθε περίπτωση, βασίμως μπορεί να υποθέσει κανείς ότι από μία ευγενή ακαδημαϊκή άμιλλα μπορούμε να βγούμε όλοι κερδισμένοι – πρωτίστως δε οι φοιτητές μας.

Γι’ αυτό και προέχει η διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων σπουδών.

Πέραν όμως των ανωτέρω, ανακύπτει εδώ και το θεμελιώδες γενικότερο ζήτημα που άπτεται του σχεδιασμού του χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 4653/2020, «το Ανώτατο Συμβούλιο της ΕΘΑΑΕ εισηγείται στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων το πρόγραμμα εθνικής στρατηγικής για την ανώτατη εκπαίδευση», το οποίο: «α) εγκρίνεται ανά τετραετία από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, β) περιλαμβάνει, ιδίως, μεσοπρόθεσμους στόχους, κατευθύνσεις, σχέδια επενδύσεων, προγράμματα ή επιμέρους δράσεις της εθνικής πολιτικής για την ανώτατη εκπαίδευση και γ) δύναται να εξειδικεύεται σε ετήσια βάση και αναφέρεται σε όλες τις δράσεις εφαρμογής της εθνικής πολιτικής για την ανώτατη εκπαίδευση». Εν τούτοις, ένας συγκροτημένος και προπάντων μακρόπνοος σχεδιασμός για την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση, τόσο χωροταξικός όσο και ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο των παρεχόμενων σπουδών, φαίνεται δυστυχώς να απουσιάζει.

Ενώ δε η κατάσταση είναι ήδη προβληματική σε επίπεδο σημερινής διάταξης και λειτουργίας των δημοσίων πανεπιστημίων, αναμένεται το πρόβλημα να ενταθεί με την προσθήκη τώρα του ιδιωτικού πυλώνα της ανώτατης εκπαίδευσης.

Για παράδειγμα, κάποια πανεπιστημιακά τμήματα διαθέτουν πλέον ελάχιστους φοιτητές και φυτοζωούν, τη στιγμή που άλλα τμήματα ή σχολές δέχονται πλήθος φοιτητών (βλ. ιδίως τις σχολές υψηλής ζήτησης), με τα ιδρύματα να αγκομαχούν (κυρίως εξαιτίας ελλείψεων σε υποδομές και διοικητικό προσωπικό) να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους.

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά τη φέρουσα εκπαιδευτική ικανότητα στη χώρα, ήτοι, μεταξύ άλλων, πόσες ιατρικές ή νομικές σχολές, πόσα τμήματα ψυχολογίας ή οικονομικών κοκ έχουμε ανάγκη ή μπορούμε να στηρίξουμε από πλευράς διαθέσιμων πόρων, περαιτέρω ποιες είναι οι μελλοντικές επιστημονικές και κοινωνικές μας ανάγκες, πώς θα ενισχύσουμε την (βαρέως πάσχουσα) τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση κ.λπ. Στην όλη εξίσωση θα πρέπει πλέον να προστεθεί και ο κρίσιμος παράγοντας της Τεχνητής Νοημοσύνης, πρωτίστως λόγω των σοβαρών αλλαγών που αναμένεται να επιφέρει στην αγορά εργασίας.

Είναι επιτακτική, συνεπώς, η ανάγκη να ανασχεδιασθεί και κυρίως να εξορθολογισθεί ο χάρτης της ανώτατης εκπαίδευσης και δη σε όλα τα επίπεδα σπουδών (προπτυχιακές, μεταπτυχιακές και διδακτορικές), κατόπιν δε μιας ευρείας διαβούλευσης τόσο σε πολιτικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο.

Είναι θεμιτό κατ’ αρχήν να αφήνει κανείς πολλά λουλούδια να ανθίσουν, αρκεί όμως κάτι τέτοιο να εντάσσεται σε έναν γενικότερο, μακρόπνοο σχεδιασμό. . Πάντως, σ’ αυτό το πλαίσιο του γενικότερου στρατηγικού σχεδιασμού, δεν θα πρέπει παραβλεφθεί και η ειδική πρόνοια του άρθρου 139 παρ. 8 του ν. 5094/2024, σύμφωνα με την οποία η ΕΘΑΑΕ, κατά την παροχή της σύμφωνης γνώμης για την αδειοδότηση ενός ΝΠΠΕ, εξετάζει και «τη συμβατότητα του υπό αδειοδότηση παραρτήματος - Ν.Π.Π.Ε. με το πρόγραμμα εθνικής στρατηγικής για την ανώτατη εκπαίδευση». Εν προκειμένω δε, «η ΕΘ.Α.Α.Ε. λαμβάνει υπόψη τον αριθμό, το είδος και τα χαρακτηριστικά των παραρτημάτων - Ν.Π.Π.Ε., για τα οποία ζητείται αδειοδότηση, καθώς και τα αντίστοιχα δεδομένα των δημόσιων Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων...». Άρα, η συμβατότητα ενός ΝΠΠΕ με τον γενικότερο στρατηγικό σχεδιασμό για την ανώτατη εκπαίδευση συνιστά ένα κρίσιμο στοιχείο, που υποχρεούται να (συν)εξετάσει η ΕΘΑΑΕ. 4. Οι δίκες προθέσεων και τα αντικρουόμενα συμφέροντα.

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το ΣτΕ, στις πρόσφατες αποφάσεις του, έκρινε, και ορθώς, ότι συνέτρεχε έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του προσφυγόντος συναδέλφου, ώστε εκείνος να δύναται να ζητήσει την ακύρωση των επίμαχων διοικητικών πράξεων που αφορούσαν στη λειτουργία συγκεκριμένων ΝΠΠΕ.

Στον δημόσιο διάλογο, ωστόσο, διατυπώθηκε μία διαφορετική, ουσιαστικής φύσεως αιτίαση σε σχέση με το «συμφέρον» περί τη δικαστική προσφυγή: «Ποιοι προσφεύγουν κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων; Οι καθηγητές των δημοσίων πανεπιστημίων επειδή θέλουν να προστατεύσουν τη συντεχνία τους, τα οικονομικά ή άλλα συμφέροντά τους» κ.λπ. Εν γένει, η διάσταση αυτή δεν μπορεί να αποκλεισθεί σε κάθε προσπάθεια ανοίγματος μιας αγοράς ή ανατροπής μιας παγιωμένης κατάστασης.

Κάποιοι μπορεί να αντιδρούν επειδή θεωρούν ότι απειλούνται κεκτημένα, προνόμια ή επαγγελματικά συμφέροντα.

Δεν πρόκειται για κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα (η οικονομική ανάλυση του δικαίου έχει εδώ πολλά να μας πει). Εν τούτοις, εν προκειμένω τα πράγματα δεν είναι μονοδιάστατα, καθώς υπάρχουν και καθηγητές των δημοσίων πανεπιστημίων που βρίσκονται κοντά στην αφυπηρέτηση ή αφυπηρέτησαν πρόσφατα και οι οποίοι βλέπουν θετικά τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων όχι μόνο για λόγους αρχής, αλλά και επειδή τους προσφέρεται η δυνατότητα να συνεχίσουν εκεί την επιστημονική, διδακτική ή διοικητική τους δραστηριότητα.

Ήδη αρκετοί πρώην συνάδελφοι έχουν περάσει τις πύλες ΝΠΠΕ.

Η επιλογή αυτή συνδέεται και με ένα έτερο ζήτημα που κάποια στιγμή θα πρέπει επίσης να συζητήσουμε σοβαρά: κατά πόσο το υποχρεωτικό όριο αποχώρησης των καθηγητών στα 67 έτη ανταποκρίνεται ακόμη στις σημερινές συνθήκες.

Είναι απολύτως εύλογο, καθηγητές που διαθέτουν ακόμη πνευματική διαύγεια, βρίσκονται σε πλήρη επιστημονική δραστηριότητα και έχουν συσσωρεύσει δεκαετίες εμπειρίας να επιθυμούν να συνεχίσουν τη διδασκαλία, την έρευνα ή την άσκηση διοικητικών καθηκόντων.

Με τα παραπάνω θέλω να πω ότι στις δίκες προθέσεων θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί.

Αν ερμηνεύουμε κάθε νομική ενέργεια ή δημόσια τοποθέτηση αποκλειστικά με βάση το υποτιθέμενο προσωπικό συμφέρον εκείνου που την επιχειρεί ή την διατυπώνει, η ουσιαστική συζήτηση τελειώνει πριν καν αρχίσει.

Και, κυρίως, το επιχείρημα μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να αντιστραφεί: αν όσοι αντιτίθενται στα ΝΠΠΕ, ή έστω εκφράζουν σχετικές επιφυλάξεις, μπορούν να κατηγορούνται ότι προστατεύουν τα συμφέροντά τους, το ίδιο θα μπορούσε, αντιστοίχως, να λεχθεί και για ορισμένους από τους υποστηρικτές των ΝΠΠΕ, ιδίως μάλιστα για όσους ανέλαβαν πλέον διδακτικά ή διοικητικά καθήκοντα σε κάποιο ΝΠΠΕ.

Πολύ πιο γόνιμο είναι, επομένως, να κρίνονται τα επιχειρήματα και οι θέσεις ως προς την ουσιαστική βασιμότητα ή πειστικότητά τους. 5. Μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας των ΝΠΠΕ.

Στη δημόσια συζήτηση επανήλθε, τέλος, το κρίσιμο ερώτημα κατά πόσο τα ΝΠΠΕ έχουν πράγματι μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα, όπως απαιτεί μετ’ επιτάσεως ο ν. 5094/2024 . Ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας αποτέλεσε βασικό στοιχείο του προκριθέντος νομοθετικά σχήματος των ΝΠΠΕ, συνδέθηκε δε και με την κρίση περί της συνταγματικότητάς του.

Και εδώ, θα πρέπει πρώτα και κύρια να διαχωρίσουμε τις δικαιοπολιτικές μας προτιμήσεις από το ισχύον δίκαιο: μπορεί κάποιος να πιστεύει ότι ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν συνάδει με την αποστολή ενός ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος· κάποιος άλλος, αντιθέτως, μπορεί να θεωρεί ότι δεν υπάρχει λόγος να απαγορεύεται η κερδοσκοπική λειτουργία, εφόσον εξασφαλίζονται υψηλά ακαδημαϊκά πρότυπα και αποτελεσματική εποπτεία.

Σε μία πολιτική ή δικαιοπολιτική συζήτηση ο καθένας δικαιούται να υποστηρίζει τη μία ή την άλλη θέση.

Το ισχύον σε εμάς κανονιστικό δεδομένο, ωστόσο, είναι σαφές: ο ν. 5094/2024 απαγορεύει τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα και το θέμα πλέον είναι αν τηρείται πράγματι στην πράξη η εν λόγω νομοθετική επιταγή.

Διατυπώνονται δημόσια σχετικές καταγγελίες, γι’ αυτό και θα πρέπει να διερευνηθεί αν όλα τα αδειοδοτηθέντα ΝΠΠΕ πληρούν αυτή τη βασική νομοθετική προϋπόθεση όχι μόνο τυπικά, ως προς τη νομική τους μορφή, αλλά και ουσιαστικά, ως προς τον εν τοις πράγμασι τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας τους, τις οικονομικές ροές και τη σχέση τους με τα μητρικά ιδρύματα της αλλοδαπής.

Βεβαίως, είναι αρκετά οξύμωρο ένα (μητρικό) πανεπιστημιακό ίδρυμα να έχει στην αλλοδαπή κερδοσκοπικό χαρακτήρα και στην Ελλάδα να εγκαθίσταται ως παράρτημα απεκδυόμενο τον κερδοσκοπικό του χαρακτήρα.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη μάλλον δεν συνηγορούν υπέρ μιας τέτοιας εκδοχής.

Και στο σημείο αυτό θέλω επίσης να υπογραμμίσω, για να αποφύγουμε στο μέλλον άλλες εκπλήξεις (ή μη συγγνωστές νομικές πλάνες), ότι, κατά το άρθρο 142 παρ. 1 περ. β) του ν. 5094/2024, η άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας ΝΠΠΕ ανακαλείται, μεταξύ άλλων, «αν συντρέχει παραβίαση διάταξης του νόμου ή των όρων χορήγησης της άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας, ιδίως σε σχέση με τον μη κερδοσκοπικό του χαρακτήρα...». Επιπλέον, στο ίδιο πλαίσιο ιδιαίτερη σημασία έχει και η διάταξη του άρθρου 134 παρ. 10, κατά την οποία «το παράρτημα - Ν.Π.Π.Ε. υπόκειται σε ετήσιο έλεγχο των οικονομικών στοιχείων του από ορκωτό ελεγκτή/λογιστή, ο οποίος ορίζεται από τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.

Η έκθεση ελέγχου του πρώτου εδαφίου υποβάλλεται στον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και κοινοποιείται στην Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘ.Α.Α.Ε.)». Εν κατακλείδι: Μπορεί να θεωρεί κανείς την αναγνώριση της λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα μας, έστω και με τη μεσοβέζικη μορφή των παραρτημάτων αλλοδαπής, μία απολύτως θετική μεταρρύθμιση.

Μπορεί, αντιθέτως, κάποιος άλλος να την θεωρεί εντελώς λανθασμένη.

Κάποιος τρίτος, ενώ τάσσεται κατ’ αρχήν υπέρ της λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων, μπορεί να πιστεύει ότι η συγκεκριμένη κυβερνητική επιλογή υπέρ των παραρτημάτων αλλοδαπής –χωρίς μάλιστα να έχει προηγηθεί αναθεώρηση του άρθρου 16 Συντ. – είναι προβληματική.

Περαιτέρω, μπορεί να θεωρεί κανείς κάποιες επιμέρους προβλέψεις του ν. 5094/2024 ατυχείς.

Σε ένα κράτος δικαίου, όμως, αυτών των καθόλα θεμιτών διαφορετικών θεάσεων προηγούνται κάποιες θεμελιακές παραδοχές, ήτοι: οι κανόνες δικαίου που θεσπίζονται πρέπει να εφαρμόζονται με συνέπεια (και όχι επιλεκτικά), οι ανεξάρτητες αρχές πρέπει να λειτουργούν πράγματι ως ανεξάρτητες και η διοίκηση πρέπει να αντιμετωπίζει τους διοικουμένους με όρους ισονομίας.

Η επιτυχία, δε, μιας μεταρρύθμισης δεν κρίνεται μόνον από το αν επιτεύχθηκε ο τελικός πολιτικός της σκοπός.

Κρίνεται και από τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία επιτεύχθηκε.

Ο σκοπός δεν μπορεί να αγιάζει τα οποιαδήποτε μέσα.

Αν, για να φθάσουμε στον επιθυμητό προορισμό, συνηθίσουμε να αντιμετωπίζουμε βασικούς δικαιοκρατικούς κανόνες ως εμπόδια που μπορούν να παρακαμφθούν, το κόστος μπορεί τελικά να είναι πολύ μεγαλύτερο από το όφελος της ίδιας της μεταρρύθμισης. https://www.kreport.gr/2026/09/05/idiotika-panepistimia-prosfates-exelixeis-kai-evryteroi-provlimatismoi/

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences