«Πάλι του έδωσες λεφτά, ε; Πες μου μόνο αυτό. Πάλι;» Ο Στέλιος στεκόταν όρθιος στην κουζίνα, με το εκκαθαριστικό της κάρτας στα χέρια και το πρόσωπό του κατακόκκινο. Το νερό για τα μακαρόνια είχε...
«Πάλι του έδωσες λεφτά, ε; Πες μου μόνο αυτό. Πάλι;» Ο Στέλιος στεκόταν όρθιος στην κουζίνα, με το εκκαθαριστικό της κάρτας στα χέρια και το πρόσωπό του κατακόκκινο.
Το νερό για τα μακαρόνια είχε χυθεί στο μάτι της κουζίνας και μύριζε καμένο, αλλά κανείς μας δεν κουνήθηκε.
Εγώ κρατούσα ακόμη την τσάντα μου στον ώμο.
Δεν είχα προλάβει ούτε τα παπούτσια να βγάλω. «Ο Χρήστος είχε ανάγκη», του είπα σιγά. «Ο Χρήστος είναι τριάντα δύο χρονών, Μαρία.
Δεν είναι παιδί.
Δεν γίνεται να πληρώνουμε εμείς τη βενζίνη του, τους καφέδες του, τα χρέη του, τα πάντα.» Εκείνη τη στιγμή ήθελα να φωνάξω.
Αντί γι’ αυτό, κάθισα στην καρέκλα και έσφιξα τα χέρια μου.
Γιατί ήξερα πως είχε δίκιο.
Και αυτό πονούσε πιο πολύ.
Ο γιος μας δεν ήταν κακό παιδί.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Αν ήταν αδιάφορος ή σκληρός, ίσως να μου ήταν πιο εύκολο. Ο Χρήστος ήταν γλυκός, με εκείνο το βλέμμα που σε έκανε να λυγίζεις.
Από μικρός δυσκολευόταν να σταθεί μόνος του.
Όχι επειδή δεν μπορούσε, αλλά επειδή πάντα ήξερε ότι θα είμαι εκεί εγώ.
Να τον μαζέψω.
Να πληρώσω.
Να δικαιολογήσω.
Όταν τελείωσε τη σχολή, δούλεψε λίγο σε μια καφετέρια.
Μετά είπε πως τον εκμεταλλεύονταν.
Ύστερα σε ένα μαγαζί με κινητά.
Έφυγε κι από εκεί.
Μετά «δεν έβρισκε κάτι καλό». Στο μεταξύ, οι λογαριασμοί έτρεχαν.
Κάρτες, δανεικά από φίλους, ασφάλεια αυτοκινήτου, κάτι πρόστιμα που δεν μας είχε πει ποτέ.
Και κάθε φορά το ίδιο τηλεφώνημα. «Μαμά, μόνο για αυτόν τον μήνα.
Στο λέω, θα στα δώσω πίσω.» Δεν μου τα έδωσε ποτέ πίσω.
Ούτε του τα ζήτησα στ’ αλήθεια. Ο Στέλιος τα είχε μάθει όλα με τον άσχημο τρόπο.
Από την κοινή μας κάρτα.
Είχα βγάλει χρήματα δύο φορές μέσα στην ίδια εβδομάδα.
Μετά πλήρωσα και μια δόση που ήταν καθαρά του Χρήστου.
Εκεί ξέσπασε. «Και οι δικές μας υποχρεώσεις;» μου είπε. «Το στεγαστικό; Το ρεύμα; Τα φάρμακά μου; Θα βγούμε στη σύνταξη και δεν θα έχουμε ούτε στην άκρη.
Για ποιον λόγο; Για να μην θυμώσει ο κανακάρης;» «Μην τον λες έτσι!» φώναξα τότε. «Πώς να τον πω; Άνεργο από επιλογή;» Η φράση του έπεσε σαν σφαλιάρα.
Μείναμε και οι δύο σιωπηλοί.
Άκουγα μόνο το ψυγείο να βουίζει και τη γειτόνισσα από πάνω να σέρνει καρέκλες.
Τόσο απλό ήταν το βράδυ μας.
Και τόσο διαλυμένο.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.
Κοίταζα το ταβάνι και σκεφτόμουν τον Χρήστο μικρό, με πυρετό, να μου κρατάει το χέρι.
Σκεφτόμουν και τον Στέλιο, που δούλευε από τα δεκαεφτά του και ποτέ δεν ζήτησε τίποτα από κανέναν.
Και κάπου ανάμεσα στους δύο άντρες της ζωής μου, είχα χαθεί εγώ.
Ή μάλλον, είχα κρυφτεί πίσω από την εύκολη λύση.
Τα λεφτά.
Την επόμενη μέρα πήρα τον Χρήστο τηλέφωνο. «Να περάσω για καφέ;» μου είπε χαλαρά. «Όχι για καφέ.
Θέλω να μιλήσουμε.» Ήρθε το απόγευμα.
Μπήκε σπίτι με εκείνο το γνωστό του ύφος, λίγο βιαστικό, λίγο αμυντικό.
Κάθισε απέναντί μου και πριν μιλήσω, είπε: «Αν είναι για τα λεφτά, σε δύο βδομάδες κάτι παίζει.» Εκεί λύγισα για ένα δευτερόλεπτο.
Μετά όμως όχι. «Άκουσέ με, Χρήστο.
Δεν θα σου δώσω άλλα χρήματα.» Με κοίταξε σαν να μην κατάλαβε. «Τι εννοείς;» «Εννοώ ακριβώς αυτό.
Ούτε για βενζίνη, ούτε για κάρτες, ούτε για χρέη. Τέλος.
Πρέπει να βρεις δουλειά.
Οποιαδήποτε δουλειά στην αρχή.
Και να μάθεις να ζεις με όσα βγάζεις.» Σηκώθηκε απότομα. «Αυτό σου το είπε ο πατέρας μου, έτσι;» «Όχι.
Εγώ στο λέω.» «Μπράβο, ρε μάνα… Μπράβο.
Τώρα θυμήθηκες να γίνεις σκληρή;» Η φωνή του έσπασε λίγο στο τέλος, κι αυτό με τρύπησε πιο πολύ από την οργή του.
Άρπαξε τα κλειδιά του και πήγε προς την πόρτα. «Όταν είχατε να δίνετε, δίνατε.
Τώρα ξαφνικά σας βάρεσα;» «Δεν μας βάρεσες. Σ’ αγαπάμε. Γι’ αυτό σταματάμε.» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους