Τελικά, αυτή η πόλη δεν παύει ποτέ να σε εκπλήσσει. Όχι επειδή στήθηκε μια σκηνή μπροστά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου - και ορθώς, κατά τη γνώμη μου, άλλαξε τελικά η χωροθέτησή της - αλλά επειδή...
Τελικά, αυτή η πόλη δεν παύει ποτέ να σε εκπλήσσει. Όχι επειδή στήθηκε μια σκηνή μπροστά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου - και ορθώς, κατά τη γνώμη μου, άλλαξε τελικά η χωροθέτησή της - αλλά επειδή μέσα σε λίγες ώρες ανακαλύψαμε πως ζούμε ανάμεσα σε χιλιάδες άγρυπνους θεματοφύλακες της ιστορικής μνήμης, της αισθητικής και του μακεδονικού μεγαλείου.
Ομολογώ πως συγκινήθηκα.
Διότι τόσα χρόνια που βλέπουμε μνημεία, αγάλματα, προσόψεις ιστορικών κτιρίων και δημόσιους χώρους να γεμίζουν συνθήματα, μπογιές και γκράφιτι, δεν είχα αντιληφθεί ότι υπήρχε γύρω μας τέτοια στρατιά πολιτιστικής ευαισθησίας.
Προφανώς θα μου πει κάποιος: «Άλλο ο άγνωστος βάνδαλος και άλλο μια οργανωμένη συναυλία». Σωστά.
Τον άγνωστο βάνδαλο δεν τον ξέρουμε. Τον Ρέμο όμως τον ξέρουμε.
Κι αυτό φαίνεται ότι κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα.
Διότι το πραγματικό πρόβλημα, όσο περνούν οι ώρες, υποψιάζομαι πως δεν είναι ούτε η σκηνή ούτε το άγαλμα.
Είναι ο Ρέμος.
Ο «μπουζουκοβάρδος», όπως διάβασα με τη γνωστή εκείνη λεπτή περιφρόνηση ανθρώπων που πιθανότατα μεγάλωσαν ακούγοντας αποκλειστικά Καλομοίρη στο σαλόνι και πριν κοιμηθούν διάβαζαν εναλλάξ Ρίτσο και Εμπειρίκο.
Καμία αντίρρηση.
Τα γούστα είναι γούστα.
Κι εγώ δεν είμαι μουσικολόγος για να αποφανθώ περί της θέσεως του Αντώνη Ρέμου στην ιστορία της ελληνικής μουσικής.
Με κάποια τραγούδια του έχω μερακλώσει, κάποια άλλα με άφησαν απολύτως αδιάφορο.
Δεν αισθάνομαι ούτε την ανάγκη να τον αναγορεύσω σε μεγάλο δημιουργό ούτε να απολογηθώ επειδή κάποια στιγμή τραγούδησα μαζί του το ρεφρέν.
Ξέρω όμως κάτι πολύ απλούστερο: εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ελληνικής μουσικής σκηνής.
Αυτής που έχουμε.
Τι να κάνουμε; Ο Γκάτσος και ο Χατζιδάκις είχαν την ατυχή έμπνευση να φύγουν νωρίς.
Και επίσης δυσκολεύομαι να σκεφτώ σήμερα πολλούς Έλληνες τραγουδιστές που θα μπορούσαν να κατεβάσουν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε μια δωρεάν συναυλία στη Θεσσαλονίκη (απολογούμαι Θανάση Παπακωνσταντίνου κι ας είσαι της άλλης ... σχολής του εντέχνου). Αλλά αυτό δεν είναι μουσικολογική κρίση, μα πραγματικότητα.
Γι’ αυτό και θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον ένα μικρό πείραμα.
Αν στη θέση του Αντώνη Ρέμου βρισκόταν ο Λεωνίδας Καβάκος; Αν έπαιζε εκεί η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης; Αν τραγουδούσε η Μυρτώ Παπαθανασίου; Θα διαβάζαμε άραγε τις ίδιες οργισμένες αναρτήσεις για «βεβήλωση», «προσβολή» και «ασέβεια προς τον Μέγα Αλέξανδρο»; Ή μήπως τότε το ίδιο σκηνικό θα βαφτιζόταν «συνομιλία του σύγχρονου πολιτισμού με την ιστορική μνήμη» και θα συνοδευόταν από δύο παραγράφους περί εξωστρέφειας της πόλης; Ας αποφασίσουμε λοιπόν τι ακριβώς μας ενοχλεί.
Η χρήση του χώρου; Η εγγύτητα της σκηνής στο μνημείο; Ή το γεγονός ότι εκεί θα τραγουδήσει ένας λαϊκός τραγουδιστής; Γιατί είναι τρία εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Μνημεία παγκόσμιας ακτινοβολίας έχουν αποτελέσει πολλές φορές φόντο μεγάλων πολιτιστικών γεγονότων, συναυλιών και παραστάσεων.
Δεν θα μπω καν στη διαδικασία να απαριθμήσω παραδείγματα.
Το ζήτημα άλλωστε δεν είναι να αποδείξουμε ότι «αφού έγινε αλλού, επιτρέπεται και εδώ». Το ζήτημα είναι να πάψουμε να μπερδεύουμε τον σεβασμό με την αποστείρωση.
Ένα μνημείο δεν τιμάται επειδή γύρω του δημιουργούμε μια νεκρή ζώνη στην οποία δεν επιτρέπεται να συμβαίνει τίποτε.
Τιμάται όταν το προστατεύουμε, όταν το συντηρούμε, όταν γνωρίζουμε τι συμβολίζει και όταν δεν θυμόμαστε την ύπαρξή του επιλεκτικά, μόλις εμφανιστεί δίπλα του κάποιος καλλιτέχνης που δεν συμπεριλαμβάνεται στη δική μας πολιτιστική playlist.
Και, για να μην παρεξηγηθώ, θεωρώ σωστή την απόφαση να μετακινηθεί το stage και να μην «καταπίνει» οπτικά το άγαλμα.
Υπήρχε ένα αισθητικό και συμβολικό ζήτημα και καλώς διορθώθηκε.
Μέχρι εκεί όμως.
Από αυτό το σημείο έως το να παρουσιάζεται περίπου ως εθνική συμφορά η παρουσία του Ρέμου στην παραλία υπάρχει μια κάποια απόσταση.
Θα πρότεινα λοιπόν στους εξανιστάμενους συμπολίτες μας να βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους.
Και, ποιος ξέρει, ίσως ακόμη και να κατέβουν στη συναυλία.
Ναι, στη συναυλία του «μπουζουκοβάρδου». Ας ακούσουν για μία βραδιά κάτι έξω από τα εκλεπτυσμένα τους ακούσματα.
Υποψιάζομαι ότι σε κάποιο τραγούδι θα ξέρουν και τα λόγια.
Και τότε θα έχουμε μια μικρή, απολύτως ανθρώπινη στιγμή εθνικής συμφιλίωσης: οι οπαδοί του Καβάκου, οι αναγνώστες του Εμπειρίκου και οι θαμώνες των μπουζουκιών να τραγουδούν μαζί στην παραλία. Ο Μέγας Αλέξανδρος, πιστεύω, έχει αντιμετωπίσει δυσκολότερες καταστάσεις.
Και όσο για το άγαλμα; Επαναλαμβάνω: καλώς απομακρύνθηκε η σκηνή από πάνω του.
Αν και, μεταξύ μας, βλέποντας όσα κατά καιρούς συμβαίνουν στους δημόσιους χώρους αυτής της χώρας, έχω την υποψία ότι για εκείνες τις λίγες ώρες πάνω στη σκηνή θα ήταν ίσως το ασφαλέστερο σημείο ολόκληρης της παραλίας.
Γιατί, πολύ φοβούμαι, πως αν συνεχίσουμε έτσι, ο Μέγας Αλέξανδρος θα τη γλιτώσει. Για τον Βουκεφάλα δεν παίρνω όρκο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους