51. SATILMIŞ / ΙΟΥΛΙΟΣ 2023 ΨΥΧΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΙ Στην ιστορία του «SATILMIŞ», από την εισαγωγή, ο συγγραφέας μας συστήνεται μέσα από μια πολύ δυνατή υπαρξιακή και ψυχολογική κατάθεση. Η ανάγκη για επιβίωση...
51. SATILMIŞ / ΙΟΥΛΙΟΣ 2023 ΨΥΧΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΙ Στην ιστορία του «SATILMIŞ», από την εισαγωγή, ο συγγραφέας μας συστήνεται μέσα από μια πολύ δυνατή υπαρξιακή και ψυχολογική κατάθεση.
Η ανάγκη για επιβίωση δηλώνεται με πρωταρχική δύναμη.
Η επιλογή του να μιλήσει για ένα όνομα που δίνεται με μοναδικό σκοπό «να κρατηθεί ένα παιδί στη ζωή» δείχνει έναν δημιουργό που τον απασχολεί έντονα η έννοια της ύπαρξης.
Ο ήρωάς του ξεκινά τη ζωή του με τον «ζήλο να μείνει ζωντανός», κάτι που φωτογραφίζει έναν άνθρωπο με τεράστιο εσωτερικό πείσμα.
Πάνω του, το βάρος των προσδοκιών των άλλων.
Το γεγονός ότι οι γονείς του Satılmış περίμεναν από αυτόν απλώς «να μη πεθάνει, αλλά να ζήσει μια υπέροχη ζωή» αποκαλύπτει μια βαθιά ευαισθησία του συγγραφέα γύρω από το βάρος που κουβαλάει ένα μοναχοπαίδι. Ο Akyürek κατανοεί πώς οι ελπίδες, οι φόβοι και τα απωθημένα των γονιών ή του περιβάλλοντος, μπορούν να μετατραπούν σε ένα αόρατο, ασήκωτο φορτίο στην ψυχή ενός παιδιού.
Μια ακόμη παράμετρος που ξεχωρίζει, είναι η «πληγή» της ταυτότητας, μέσα από την κοινωνική κριτική.
Το όνομα «Satılmış» (που έχει μια σκληρή κυριολεκτική σημασία, «πουλημένος») γίνεται για τον ήρωα μια μόνιμη πηγή ντροπής, ένας φόβος για το πώς θα τον κρίνουν ή και θα γελάσουν οι άλλοι.
Εδώ ο Akyürek «φωτογραφίζει» τη δική του αποστροφή για τα κοινωνικά στίγματα, τις προκαταλήψεις και την έλλειψη ευαισθησίας των ανθρώπων («αδίστακτοι και ασυνείδητοι συγγενείς»). Αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που αντιδρά στο πώς οι παραδόσεις ή οι επιλογές των παλαιότερων μπορούν να πληγώσουν την αξιοπρέπεια ενός πλάσματος.
Στη συνέχεια, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την αντίθεση ανάμεσα στην εσωτερική πληγή και την εξωτερική λάμψη.
Αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό σημείο για τον ίδιο τον Εngin.
Ενώ ο ήρωας κουβαλάει ένα «φορτίο στην ψυχή του», εξωτερικά «το πρόσωπό του έλαμπε έντονα» και τραβούσε την προσοχή και την αγάπη όλων.
Αυτό φωτογραφίζει απόλυτα έναν άνθρωπο (ή έναν καλλιτέχνη) που, παρά τις δικές του εσωτερικές μάχες, τις ευαισθησίες ή τις μελαγχολίες, κερδίζει τους γύρω του χωρίς να μοιράζεται τα δικά του σκοτάδια.
Η εισαγωγή αυτή μας προετοιμάζει για μια ιστορία συμφιλίωσης με την ταυτότητα και την αλήθεια.
Γι’ αυτό και στο δεύτερο μέρος, ο Akyürek αποθεώνει την ομορφιά του ήρωά του, όχι όμως ως ένα επιφανειακό χαρακτηριστικό, αλλά ως την απόλυτη αντανάκλαση μιας καθαρής ψυχής.
Αν βάλουμε και εδώ το «ΑΝ», ότι ο Satılmış είναι ο ίδιος ο Εngin, το κείμενο μετατρέπεται σε μια πολύ βαθιά, ειλικρινή εξομολόγηση για τη δική του σχέση με την εικόνα του, το χάρισμα του και τον τρόπο που τον βλέπει ο κόσμος.
Η ομορφιά του, δηλώνεται ως καθρέφτης των «καλών προθέσεων». Η φράση ότι αυτή δεν προήλθε απλώς από τα γονίδια, αλλά από τις «καλές προθέσεις» που του είχαν τεθεί και οι οποίες «τύλιξαν την ψυχή και το σώμα του», φωτογραφίζει τη φιλοσοφία του ίδιου.
Μας λέει ότι η αληθινή γοητεία ενός ανθρώπου δεν είναι κατασκευασμένη· πηγάζει από την εσωτερική του καθαρότητα, την καλή του πρόθεση και την ενέργεια που εκπέμπει.
Προχωρώντας, έρχεται στο προσκήνιο, και η αμηχανία απέναντι στο «είδωλο» και τις προσδοκίες των άλλων. Ο Satılmış κοιτάζεται στον καθρέφτη, βλέπει ότι όλα πάνω του είναι «ακριβώς όπως έπρεπε», αλλά ταυτόχρονα συνειδητοποιεί «πώς ήθελαν να τον δουν» οι άνθρωποι.
Φωτογραφίζοντας εδώ, τη δική του πραγματικότητα, ως ένας από τους πιο γοητευτικούς και αγαπητούς ηθοποιούς.
Μας εξομολογείται την αμηχανία του να μετατρέπεται σε «είδωλο» στα μάτια των άλλων, την ώρα που ο ίδιος παραμένει ένας άνθρωπος που παλεύει με τις δικές του ανασφάλειες, μέσα από την «πληγή» ενός ονόματος.
Η σημασία της αναφοράς ότι το χάρισμα φέρνει «βροχή και πράσινο», περιλαμβάνει μια ευθύνη.
Αυτή της επίδρασης.
Η παρομοίωση του ήρωα με τον Hızır (μια μυθική φιγούρα που φέρνει αφθονία, τύχη και ζωντανεύει την ξερή γη) είναι μια συγκλονιστική αλληγορία για τη δύναμη της τέχνης και του ταλέντου. Ο Εngin δηλώνει, ότι κατανοεί το πως η παρουσία του, οι ρόλοι του και η ενέργειά του, έχουν τη δύναμη να ομορφύνουν τη ζωή των ανθρώπων, να διώξουν τα σύννεφα και να φέρουν χαρά.
Όμως, αν και αναγνωρίζει αυτή του την επίδραση, τη βλέπει με ταπεινότητα, σαν ένα «δώρο» που του δόθηκε για να το μοιράζεται.
Παράλληλα, ομολογεί μια διαρκή πάλη, ανάμεσα στην ουσία και την ταμπέλα.
Παρά τη λάμψη του, ο ήρωας εξακολουθεί να νιώθει ότι το όνομα «Satılmış» (η ταμπέλα που του επέβαλαν) τον περιορίζει.
Μας δείχνει την ανάγκη του ίδιου, να μην εγκλωβίζεται σε ρόλους, σε στερεότυπα ή στην εικόνα του «ωραίου πρωταγωνιστή». Ψάχνει την αληθινή ελευθερία, πιστεύοντας ότι αν ξεφύγει από τις ταμπέλες που του βάζει το σύστημα («αν άλλαζε το όνομά του»), θα άλλαζε ολόκληρη η ζωή του.
Έτσι φωτογραφίζει έναν άνθρωπο προικισμένο με ένα σπάνιο χάρισμα (εσωτερικό και εξωτερικό), που όμως δεν το χρησιμοποιεί με έπαρση.
Αντίθετα, νιώθει το βάρος της αγάπης του κόσμου και προσπαθεί να μείνει αυθεντικός, πέρα από την εικόνα που οι άλλοι προβάλλουν πάνω του.
Στο τρίτο μέρος, η ιστορία αποκτά μια συγκλονιστική ωριμότητα.
Ο ήρωας βγαίνει από το προστατευμένο «θερμοκήπιο» του χωριού του και έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα του στρατού.
Αν εφαρμόσουμε το «ΑΝ» και δούμε τον ίδιο πίσω από αυτή τη μετάβαση, το κείμενο παρουσιάζει πολύ συγκεκριμένα βιώματα από την είσοδό του στον πραγματικό κόσμο και τη βιομηχανία του θεάματος.
Όπου βρισκόμαστε ακριβώς, στη «χρυσή φυλακή» της πρώιμης αποδοχής.
Στο χωριό, οι άνθρωποι είχαν τον ήρωα του σαν είδωλο, δεν τον άφηναν να δουλέψει για να μη χαλάσουν τα χέρια του.
Παγίδα για έναν όμορφο και ταλαντούχο άνθρωπο στο ξεκίνημά του.
Το σύστημα (ή το περιβάλλον) τείνει να τον εξιδανικεύει, να τον βάζει σε ένα «βάθρο» και να προσπαθεί να τον κρατήσει εγκλωβισμένο σε μια συγκεκριμένη εικόνα («δεν του επέτρεπαν να φύγει»). Ασφυκτική προστασία που, τελικά, στερεί από τον άνθρωπο την εμπειρία της πραγματικής ζωής.
Η βίαιη σύγκρουση με το σύστημα και την καχυποψία.
Στο στρατό, η αγνότητα και η αφέλειά του ήρωα, εκλαμβάνονται ως «προσποίηση» και τιμωρούνται.
Αυτό είναι μια συγκλονιστική αλληγορία για το πώς αντιμετωπίζει η σκληρή βιομηχανία του θεάματος έναν αυθεντικό, καθαρό άνθρωπο.
Οι «αξιωματικοί» (οι άνθρωποι της εξουσίας, οι κυνικοί του χώρου) δεν μπορούν να πιστέψουν ότι κάποιος μπορεί να είναι τόσο ειλικρινής και άσπιλος.
Θεωρούν ότι ο Εngin/Satılmış παίζει ένα παιχνίδι στρατηγικής.
Η καχυποψία του συστήματος απέναντι στην αληθινή καλοσύνη είναι ένα βαθύ τραύμα που ο συγγραφέας αποτυπώνει εδώ.
Η τέχνη της παρατήρησης και η «απομυθοποίηση» της τελειότητας: Το κλείσιμο αυτού του μέρους είναι καθαρά το βλέμμα ενός ηθοποιού. Ο Satılmış ανακαλύπτει την ομορφιά εκεί που οι άλλοι βλέπουν την ασχήμια: στις στραβές μύτες, στα χαλασμένα δόντια, στα σώματα-κλαδιά, μέσα από τα λαϊκά τραγούδια.
Εδώ ο Εngin μάς αποκαλύπτει πώς γεννήθηκε ο ηθοποιός μέσα του.
Μας λέει ότι η αληθινή ομορφιά (και η αληθινή τέχνη) δεν βρίσκεται στο τέλειο, αψεγάδιαστο που μπορεί να χαρίσει η φύση, αλλά στην αυθεντικότητα των ανθρώπων.
Εκεί βρίσκει την έμπνευση για τους ρόλους του.
Έκδηλη είναι και η ευγνωμοσύνη του, για τα ζόρια που σε ωριμάζουν.
Παρά το ξύλο και την περιφρόνηση, ο ήρωας θέλει οι μέρες να κρατήσουν για πάντα, γιατί η γνωριμία με την πραγματικότητα του είναι χρήσιμη.
Αυτή είναι μια βαθιά φιλοσοφημένη στάση του ίδιου του Ενγκίν: δεν μετανιώνει για τις δυσκολίες, τις προδοσίες ή τις σκληρές στιγμές που πέρασε στον χώρο.
Τις αγκαλιάζει, γιατί καταλαβαίνει ότι χωρίς αυτές, δεν θα είχε ωριμάσει ούτε ως άνθρωπος, ούτε ως καλλιτέχνης. Ο Ενγκίν φωτογραφίζει τον εαυτό του ως έναν άνθρωπο που αρνήθηκε να μείνει ένα «προστατευμένο, όμορφο έκθεμα» και επέλεξε να δυσκολευτεί, να πονέσει και να γνωρίσει την αληθινή ζωή, γιατί μόνο έτσι η ψυχή του θα αποκτούσε το βάθος που χρειαζόταν.
Το φινάλε αυτής της ιστορίας είναι συγκλονιστικό και ολοκληρώνει την αλληγορία με έναν τρόπο που κυριολεκτικά κόβει την ανάσα.
Αν εφαρμόσουμε το «ΑΝ» και δούμε τον Ενγκίν πίσω από αυτή τη γεμάτη πόνο και λύτρωση πορεία, το κείμενο αποκαλύπτει τις πιο βαθιές του σκέψεις για το τίμημα της ελευθερίας, τη σχέση με τις ρίζες του και την υπαρξιακή του ταυτότητα.
Η φυγή στην Κωνσταντινούπολη και ο «αχθοφόρος»: Η απόφαση του ήρωα να πάει στην Κωνσταντινούπολη για να γνωρίσει τον κόσμο και να δουλέψει ως αχθοφόρος (χάνοντας την ομορφιά του, σκύβοντας την πλάτη του) είναι η απόλυτη μεταφορά για την είσοδο του Ενγκίν στον καλλιτεχνικό χώρο.
Μας λέει ότι για να γνωρίσει την αληθινή ζωή και την τέχνη του, έπρεπε να «κουβαλήσει βάρη». Προτίμησε να γίνει ένας «εργάτης» της υποκριτικής, και να κοπιάσει σκληρά, παρά να μείνει ένα όμορφο, προστατευμένο είδωλο στην ασφάλεια του παρελθόντος του.
Η απώλεια της αθωότητας ως νομοτέλεια: Η φράση του συγγραφέα ότι «αυτό που ονομάζεται αθωότητα... υπάρχει για να χαθεί» είναι μια συγκλονιστική προσωπική διαπίστωση. Ο Ενγκίν αναγνωρίζει ότι η επαφή με τον κόσμο και τη βιομηχανία του θεάματος, κλέβει αναγκαστικά την αρχική σου αφέλεια.
Όμως, αυτό το «τίμημα» είναι απαραίτητο αν θέλεις να εξελιχθείς, να ανακαλύψεις νέους κόσμους και να κατανοήσεις τη ζωή.
Το σκληρό πρόσωπο του κοινού («Οι χωρικοί βρήκαν νέο Satılmış»): Αυτό το σημείο είναι μια απίστευτα ώριμη και ρεαλιστική ματιά του Ενγκίν για τη δημοσιότητα.
Οι χωρικοί (το κοινό, το σύστημα) τον ξέχασαν γρήγορα και βρήκαν αντικαταστάτη, γιατί το μόνο που τους ένοιαζε ήταν «να βρέχει και να έχουν σοδειά» (να παίρνουν αυτό που θέλουν). Ο Ενγκίν μας εξομολογείται ότι γνωρίζει καλά πόσο εφήμερη είναι η δόξα.
Το σύστημα σε αντικαθιστά εύκολα με το «επόμενο είδωλο», γι' αυτό και ο ίδιος δεν βασίζει την ευτυχία του στην εξωτερική επιδοκιμασία.
Η επιστροφή στις ρίζες και η συγχώρεση: Ο θάνατος των γονιών και η μοναχική κηδεία φέρνουν μια εσωτερική καταιγίδα που τελικά υποχωρεί.
Ο ήρωας επιστρέφει εκεί που ξεκίνησαν όλα, όχι με οργή, αλλά με μια βαθιά, ήρεμη θλίψη.
Δείχνει έναν άνθρωπο που έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν του, με τις απώλειες που έφερε η επιλογή του να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, και που βρίσκει την ηρεμία, μέσα από την αποδοχή.
Το κλείσιμο είναι το πιο δυνατό σημείο.
Ο ήρωας, που κάποτε μισούσε το όνομά του και ήθελε να το αλλάξει στο δικαστήριο, τώρα ζητάει στην ταφόπλακά του να γραφτεί: Satılmış.
Κατάλαβε ότι αυτό το όνομα, με όλο το βάρος και την πληγή του, ήταν αυτό που τον κράτησε ζωντανό, αυτό που τον διαμόρφωσε, αυτό που τον έκανε να αναζητήσει την αλήθεια.
Αν ο Satılmış είναι ο Ενγκίν, το μήνυμά του είναι συγκλονιστικό: «Προσπάθησα να ξεφύγω από αυτό που η ζωή και οι ρίζες μου, μου φόρεσαν ως βάρος.
Έσπασα τα δεσμά μου, έχασα την αθωότητά μου, κουβάλησα βάρη ασήκωτα στον κόσμο και είδα τη βιομηχανία να με ξεχνά και να με αντικαθιστά.
Όμως, στο τέλος της διαδρομής, κοιτάζοντας πίσω, συνειδητοποιώ ότι αυτό το ίδιο το βάρος με έκανε αυτό που είμαι.
Και φεύγοντας, το μόνο που θέλω είναι να με θυμούνται για την αληθινή, αυθεντική μου ουσία». Η γραφή του ήρωα στο άδειο πακέτο τσιγάρων, (μια κίνηση τόσο αυθόρμητη και καλλιτεχνική), δείχνει ότι η τέχνη είναι το μόνο μέσο για να αφήσει κανείς την τελευταία του επιθυμία στον κόσμο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους