ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΜΑΙ ΩΡΑΙΟΣ Μπορεί και να μην είμαι ωραίος. Ο χρόνος πέρασε από πάνω μου χωρίς να με ρωτήσει. Έσκαψε μικρούς δρόμους γύρω από τα μάτια μου, άφησε άσπρο εκεί που κάποτε ήταν μαύρο...
ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΜΑΙ ΩΡΑΙΟΣ Μπορεί και να μην είμαι ωραίος.
Ο χρόνος πέρασε από πάνω μου χωρίς να με ρωτήσει.
Έσκαψε μικρούς δρόμους γύρω από τα μάτια μου, άφησε άσπρο εκεί που κάποτε ήταν μαύρο, πήρε λίγη από τη λάμψη που νόμιζα πως θα μείνει για πάντα.
Κάποτε έμπαινα σ’ ένα δωμάτιο και ίσως γύριζαν κεφάλια.
Τώρα μπαίνω πιο αθόρυβα.
Και δεν πειράζει.
Γιατί έμαθα πως δεν έχει σημασία πόσοι θα σε κοιτάξουν.
Σημασία έχει αν ένας άνθρωπος θα θελήσει να μείνει.
Το σώμα μου δεν είναι πια άνοιξη.
Έχει περάσει καλοκαίρια, βροχές, χειμώνες.
Έχει κουραστεί.
Έχει πονέσει.
Έχει σηκώσει βάρη που δεν φαίνονται σε καμία φωτογραφία.
Μα η καρδιά μου έκανε κάτι παράξενο: όσο γερνούσα, τόσο μάθαινε να αγαπά.
Όχι όπως αγαπούσα παλιά.
Όχι με εκείνη τη βιασύνη της νιότης που λέει «για πάντα» πριν ακόμη μάθει τι σημαίνει «μένω». Τώρα ξέρω.
Ξέρω πως αγάπη είναι να μένεις όταν ο άλλος δεν είναι στα καλύτερά του.
Να κρατάς ένα χέρι όταν δεν έχει τίποτε να σου προσφέρει.
Να κοιτάζεις ένα πρόσωπο που άλλαξε και να βλέπεις ακόμη εκείνον που αγάπησες.
Μπορεί ο καθρέφτης να μη με χαρίζει.
Δεν πειράζει.
Ο καθρέφτης δεν ξέρει τίποτε για μένα.
Δεν ξέρει πόσες φορές έσπασα και μάζεψα μόνος μου τα κομμάτια.
Δεν ξέρει πόσους αποχαιρέτησα.
Πόσες νύχτες κοίταξα το ταβάνι και είπα στον εαυτό μου: «Αύριο θα σηκωθείς πάλι.» Ο καθρέφτης βλέπει δέρμα.
Εσύ, αν θέλεις, κοίτα λίγο βαθύτερα.
Εκεί δεν έχω ρυτίδες.
Εκεί είμαι ακόμη εκείνο το παιδί που θέλει απλώς να το αγαπήσουν χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τίποτε.
Εκεί υπάρχουν ακόμη ρόδα που δεν μαράθηκαν, θάλασσες που δεν στέρεψαν, καλοκαίρια που δεν τελείωσαν, όνειρα που ντράπηκα να πω δυνατά.
Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει μια θέση. Άδεια.
Για σένα.
Δεν έχω πια να σου προσφέρω την ομορφιά της νιότης.
Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ πως ο χρόνος θα με λυπηθεί.
Μπορώ όμως να σου υποσχεθώ κάτι άλλο: πως αν κάποτε τρέμουν τα χέρια μου, θα ψάχνουν ακόμη τα δικά σου.
Πως αν κάποτε δυσκολεύομαι να περπατήσω, θα θέλω ακόμη να περπατάω δίπλα σου.
Και πως αν η μνήμη μου αρχίσει μια μέρα να μου κλέβει πράγματα, θα προσεύχομαι να αφήσει τελευταίο το όνομά σου.
Γιατί έχω μάθει να αγαπώ χωρίς παιχνίδια, χωρίς δεύτερες πόρτες, χωρίς να κοιτάζω ποιος άλλος περνάει απ’ έξω, χωρίς να κρατώ μια βαλίτσα έτοιμη για την πρώτη δυσκολία.
Έμαθα πως αγάπη δεν είναι να βρίσκεις τον τέλειο άνθρωπο.
Είναι να κοιτάζεις έναν ατελή άνθρωπο και να λες: «Εγώ εδώ θέλω να μείνω.» Να αγαπώ με ό,τι μου απέμεινε.
Και πίστεψέ με, μου απέμειναν πολλά.
Μου απέμειναν αγκαλιές που δεν έδωσα, λέξεις που δεν είπα, φιλιά που δεν πρόλαβα, τρυφερότητα που φύλαγα τόσα χρόνια χωρίς να ξέρω για ποιον.
Μου απέμεινε μια καρδιά λίγο κουρασμένη, λίγο σημαδεμένη, μα ακόμη γεμάτη φως.
Μπορεί και να μην είμαι ωραίος.
Μα στην αγάπη, είμαι κούκλος.
Γιατί η ομορφιά του σώματος ζητά μάτια.
Η ομορφιά της αγάπης ζητά καρδιά.
Κι αν άνοιγες τη δική μου, δεν θα έβλεπες έναν γέρο άνθρωπο.
Θα έβλεπες όλες τις ηλικίες μου μαζί.
Το παιδί που φοβήθηκε.
Τον νέο που ερωτεύτηκε.
Τον άντρα που έχασε.
Εκείνον που άντεξε.
Και κάποιον που ύστερα από όλα αυτά δεν έμαθε να αγαπά λιγότερο.
Έμαθε να αγαπά περισσότερο.
Σε περίμενε.
Κι αν κάποτε το πρόσωπό μου δεν σου λέει τίποτε, αν μια μέρα κοιτάξεις τις ρυτίδες μου και δυσκολευτείς να θυμηθείς πώς ήμουν κάποτε, μην ψάξεις παλιές φωτογραφίες.
Έλα κοντά.
Βάλε το χέρι σου πάνω στο στήθος μου. Εκεί.
Λίγο αριστερά.
Και άκου.
Θα ακούσεις ό,τι δεν μπόρεσε ποτέ να δείξει κανένας καθρέφτης.
Έναν άνθρωπο που κουράστηκε, που φοβήθηκε, που έχασε, που γέρασε, μα που κράτησε μέσα του ένα μέρος άθικτο.
Την ικανότητα να αγαπήσει σαν να είναι η πρώτη φορά.
Και ίσως μια μέρα να φύγω πριν από σένα.
Ίσως τότε να μείνει άδεια η καρέκλα μου.
Το ποτήρι μου.
Η θέση μου δίπλα σου.
Και να ψάξεις μηχανικά να μου πεις κάτι, πριν θυμηθείς πως δεν είμαι εκεί.
Αν συμβεί αυτό, μη θυμηθείς αν ήμουν ωραίος.
Δεν έχει σημασία.
Θυμήσου μόνο πώς σε κοίταζα.
Πώς σε κρατούσα.
Πώς το όνομά σου γινόταν πιο μαλακό όταν το έλεγα εγώ.
Και αν κάποτε ένα δάκρυ σου πέσει για μένα, τότε θα ξέρω πως τελικά ήμουν όμορφος.
Όχι επειδή με αγάπησαν τα μάτια σου.
Αλλά επειδή με θυμήθηκε η καρδιά σου.
Μπορεί και να μην είμαι ωραίος.
Αλλά σε αγαπάω.
Και στο τέλος, όταν φύγουν όλα — η νιότη, η δύναμη, το πρόσωπο που κάποτε γνωρίζαμε — ίσως αυτό να είναι το μόνο που μένει πραγματικά: ένας άνθρωπος να μπορεί να πει για έναν άλλον: «Πέρασε από τη ζωή μου και με αγάπησε αληθινά.» Και μερικές φορές, αυτό αρκεί για να γίνει ένας άνθρωπος ο πιο όμορφος που γνώρισες ποτέ. Μανώλης Α. Κατσούλης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους