«Μη μου πεις πάλι ότι είναι για τη δουλειά, Κάμηλ, γιατί θα τρελαθώ.» Το είπα με τη φωνή που βγαίνει μόνο όταν έχεις ήδη καταλάβει την αλήθεια και απλώς περιμένεις να δεις μέχρι πού θα φτάσει ο άλλος...
«Μη μου πεις πάλι ότι είναι για τη δουλειά, Κάμηλ, γιατί θα τρελαθώ.» Το είπα με τη φωνή που βγαίνει μόνο όταν έχεις ήδη καταλάβει την αλήθεια και απλώς περιμένεις να δεις μέχρι πού θα φτάσει ο άλλος.
Στεκόμουν στην κουζίνα, με τα χέρια βρεγμένα από τα πιάτα, και κοιτούσα την οθόνη του κινητού του που είχε ανάψει πάνω στο τραπέζι. "Σε παρακαλώ, στείλε σήμερα κάτι ακόμα.
Ο ιδιοκτήτης είπε ότι μέχρι Παρασκευή θα με πετάξει έξω." Αποστολέας: Ελισάβετ.
Δεν ήξερα ότι πρώτα παγώνει το στομάχι και μετά το μυαλό.
Για λίγα δευτερόλεπτα άκουγα μόνο το ψυγείο να βουίζει.
Μετά μπήκε εκείνος στην κουζίνα και κατάλαβε αμέσως. «Άστο κάτω», μου είπε κοφτά. «Ποια είναι η Ελισάβετ;» Σιώπησε.
Και αυτή η σιωπή ήταν χειρότερη από ομολογία. «Η πρώην μου», είπε τελικά. «Μην το κάνεις μεγαλύτερο απ’ όσο είναι.» Γέλασα.
Όχι από χιούμορ.
Από εκείνο το γέλιο που βγαίνει όταν κάτι μέσα σου σκίζεται. «Δεν θα το κάνω εγώ μεγαλύτερο.
Εσύ της στέλνεις λεφτά πίσω από την πλάτη μου και μου λες να ηρεμήσω;» Ο Κάμηλ... ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι να γράψω το όνομά του χωρίς να νιώσω εκείνο το σφίξιμο.
Είμαστε δώδεκα χρόνια μαζί.
Δύο παιδιά, δάνειο, λογαριασμοί, σούπερ μάρκετ με λίστα και κομπιουτεράκι, καλοκαίρια στο χωριό του πατέρα μου στη Μεσσηνία γιατί ξενοδοχείο δεν έβγαινε.
Ζούσαμε όπως ζουν πολλοί.
Με μέτρο.
Με άγχος.
Αλλά μαζί.
Ή έτσι νόμιζα.
Εκείνο το βράδυ έμαθα ότι εδώ και οκτώ μήνες έστελνε χρήματα στην πρώην γυναίκα του.
Μικρά ποσά στην αρχή, εκατό, εκατόν πενήντα ευρώ.
Μετά περισσότερα.
Συνολικά σχεδόν τρεις χιλιάδες.
Τρεις χιλιάδες ευρώ που έλειψαν από το σπίτι μας χωρίς ποτέ να ξέρω γιατί στο τέλος κάθε μήνα στριμωχνόμασταν τόσο. «Κινδύνευε να της κάνουν έξωση», μου είπε. «Έχει και προβλήματα υγείας η μάνα της.
Δεν είχα κανέναν άλλον να βοηθήσει.» «Και εσύ ήσουν ο σωτήρας;» «Ήταν άνθρωπος σε απόγνωση.» «Κι εγώ τι είμαι; Η γυναίκα που πληρώνει το ρεύμα και δεν δικαιούται να ξέρει;» Τα παιδιά ήταν στο δωμάτιο.
Ο μικρός έβαλε τα κλάματα χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί.
Η μεγάλη μας κόρη στάθηκε στον διάδρομο και μας κοιτούσε τρομαγμένη.
Τότε ήταν που ντράπηκα πιο πολύ.
Όχι για μένα.
Για το σπίτι μας.
Για την αίσθηση ασφάλειας που έσπαγε μπροστά τους.
Τις επόμενες μέρες δεν χωρίσαμε.
Αλλά ούτε ήμασταν μαζί.
Κοιμόταν στον καναπέ.
Μιλούσαμε μόνο για τα απαραίτητα. «Πήρες ψωμί;» «Η μικρή έχει οδοντίατρο στις έξι.» «Μην αργήσεις να πάρεις τον Θανάση από το μπάσκετ.» Αυτά.
Τίποτα άλλο.
Το χειρότερο δεν ήταν ότι βοήθησε μια γυναίκα που κινδύνευε.
Αν μου το είχε πει από την αρχή, ίσως να θύμωνα, να διαφωνούσα, αλλά θα το συζητούσαμε.
Το χειρότερο ήταν ότι με κοίταζε στα μάτια κάθε μέρα και έλεγε ψέματα.
Ότι έλεγε «δεν βγαίνω αυτόν τον μήνα» και εγώ έκοβα πράγματα από τα παιδιά για να τα βγάλουμε πέρα, ενώ εκείνος είχε ήδη αποφασίσει μόνος του για όλους μας. Μια Κυριακή, πάνω στον καφέ, του είπα ήσυχα: «Δεν ξέρω αν θέλω να μείνω έτσι.» Άφησε το φλιτζάνι και με κοίταξε σαν να τον χαστούκισα. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους