[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η Κύπρος συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τους υψηλότερους κινδύνους για την πολυφωνία και την ελευθερία των ΜΜΕ, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του Παρατηρητηρίου Πλουραλισμού των Μέσων...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Κύπρος συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τους υψηλότερους κινδύνους για την πολυφωνία και την ελευθερία των ΜΜΕ, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του Παρατηρητηρίου Πλουραλισμού των Μέσων Ενημέρωσης (MPM), η οποία δημοσιεύθηκε στις 29 Ιουνίου. Του Κωστή Πιτσιλλούδη Η Κύπρος κατατάσσεται τρίτη από το τέλος μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ όσον αφορά τα θέματα πολυφωνίας, συγκεντρώνοντας συνολική βαθμολογία κινδύνου 68%. Πρόκειται για επίδοση που εντάσσει την Κύπρο στην κατηγορία «υψηλού κινδύνου», καθώς βαθμολογίες από 67% έως 83% αντιστοιχούν στη συγκεκριμένη κατηγορία.

Χειρότερη εικόνα παρουσιάζουν μόνο η Ουγγαρία με 75% και η Μάλτα με 71%. Η έκθεση αξιολογεί διαφόρους βασικούς πυλώνες του μιντιακού περιβάλλοντος, όπως τη θεμελιώδη προστασία, την πολυφωνία της αγοράς, την πολιτική ανεξαρτησία και την κοινωνική συμπερίληψη. Η Κύπρος καταγράφει σημαντικές αδυναμίες σε όλους σχεδόν τους τομείς, με ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους ως προς τη διαφάνεια, την ιδιοκτησία των ΜΜΕ και την αποτελεσματικότητα του θεσμικού πλαισίου.

Στον πυλώνα της θεμελιώδους προστασίας, η Κύπρος κατατάσσεται στην κατηγορία του μεσαίου προς χαμηλού κινδύνου.

Ωστόσο, στην έκθεση επισημαίνεται ότι, παρά το σχετικά ικανοποιητικό νομικό πλαίσιο, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά τόσο στη νομοθεσία όσο και, κυρίως, στην εφαρμογή της.

Οι συντάκτες της έκθεσης εντοπίζουν σειρά εξελίξεων που προκαλούν προβληματισμό.

Ειδικότερα, μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η αναβολή της συζήτησης του αναθεωρημένου νομοσχεδίου για την εφαρμογή του EMFA, το περιεχόμενο του οποίου, όπως και προηγούμενες εκδοχές του, χαρακτηρίζεται προβληματικό ως προς την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας των ΜΜΕ.

Ανάλογες επιφυλάξεις διατυπώνονται και για τον νόμο περί δημοσίων συγκεντρώσεων και πορειών, ο οποίος χρειάστηκε να τροποποιηθεί λίγους μήνες μετά την ψήφισή του, έπειτα από γνωμοδότηση του ΟΑΣΕ, που διαπίστωσε ασυμβατότητες με θεμελιώδη δικαιώματα.

Η έκθεση καταγράφει επίσης ανησυχίες για κυβερνητική πρωτοβουλία που προέβλεπε τροποποίηση του άρθρου 17 του Συντάγματος σχετικά με το απόρρητο των επικοινωνιών, ώστε η έγκριση παρακολουθήσεων να μπορεί να παρέχεται αποκλειστικά από τον Γενικό Εισαγγελέα, καθώς και για τα συνεχιζόμενα εμπόδια στην αποτελεσματική πρόσβαση των πολιτών στη δημόσια πληροφορία.

Ενδεικτικά, οι αρμόδιες Αρχές δεν ανταποκρίθηκαν σε αίτημα των συντακτών της έκθεσης για τη δημοσιοποίηση συγκεντρωτικών στοιχείων σχετικά με την κρατική διαφήμιση προς τα μέσα ενημέρωσης, όπως προβλέπει το άρθρο 25 του EMFA.

Παράλληλα, οι ερευνητές επισημαίνουν ακόμη ότι, από τον Ιούλιο του 2023 έως τον Δεκέμβριο του 2025, πραγματοποιήθηκαν αλλαγές στην ιδιοκτησία ή στη μετοχική σύνθεση 26 αδειοδοτημένων ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών οργανισμών, που αντιστοιχούν περίπου στο 30% του συνόλου, χωρίς να δημοσιοποιηθεί οποιαδήποτε σχετική πληροφορία.

Σημειώνεται ότι η έκθεση αναφέρει χαρακτηριστικά πως οι συντάκτες της «εξεπλάγησαν» με το γεγονός αυτό.

Περί «fake news»… Η έκθεση καταγράφει επιδείνωση του περιβάλλοντος άσκησης της δημοσιογραφίας, επικαλούμενη έρευνα της Ένωσης Συντακτών Κύπρου, η οποία καταδεικνύει ότι σημαντικός αριθμός δημοσιογράφων δηλώνει πως αντιμετωπίζει απειλές, πιέσεις και εργασιακή ανασφάλεια.

Το 2025 σημειώθηκε περιστατικό αστυνομικής επίθεσης εναντίον δημοσιογράφων που κάλυπταν διαδήλωση, ενώ δημοσιογράφοι κλήθηκαν από την Αστυνομία για ανάκριση σχετικά με το περιεχόμενο εκπομπών που παρουσίαζαν.

Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε καταγγελίες για περιστατικά εκφοβισμού από κρατικούς αξιωματούχους και διαδικτυακής παρενόχλησης από επώνυμα και ανώνυμα τρολ, τα οποία φέρονται να συνδέονται με το Προεδρικό Μέγαρο.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε ανάρτηση του αναπληρωτή κυβερνητικού εκπροσώπου, ο οποίος χαρακτήρισε δημοσιεύματα ως «fake news», επειδή δεν συνάδουν με το κυβερνητικό αφήγημα.

Ένα περιβάλλον που πάσχει από αδιαφάνεια Η πολυφωνία της αγοράς αποτελεί τον πιο προβληματικό τομέα για την Κύπρο, καθώς αξιολογείται ως «πολύ υψηλού κινδύνου», παρουσιάζοντας μάλιστα επιδείνωση σε σχέση με την προηγούμενη έκθεση.

Σύμφωνα με τους συντάκτες, όλοι οι επιμέρους δείκτες του συγκεκριμένου πυλώνα κατατάσσονται πλέον στην υψηλότερη κατηγορία κινδύνου, τονίζοντας πως έχει σημειωθεί επιδείνωση σε ένα περιβάλλον που «πάσχει από αδιαφάνεια και εξαιρετικά ελλιπή ρύθμιση». Η έκθεση επισημαίνει ότι, μετά την έναρξη ισχύος του EMFA, υπήρχε η προσδοκία πως οι αρμόδιες Αρχές θα εφάρμοζαν τουλάχιστον τις υφιστάμενες διατάξεις της κυπριακής νομοθεσίας για τη διαφάνεια στην ιδιοκτησία και στα οικονομικά στοιχεία των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών οργανισμών.

Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

Παρά τις σημαντικές αλλαγές που καταγράφηκαν από τον Ιούλιο του 2023 στη μετοχική σύνθεση περίπου του 40% των αδειοδοτημένων ραδιοφωνικών οργανισμών, καθώς και όλων των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης δεν δημοσιοποίησε οποιαδήποτε σχετική πληροφορία.

Η απουσία διαφάνειας, σύμφωνα με την έκθεση, στερεί από τους πολίτες τη δυνατότητα να γνωρίζουν ποιοι ελέγχουν τα μέσα ενημέρωσης, ποια είναι η οικονομική τους βάση και ποιες επιχειρηματικές σχέσεις ενδέχεται να επηρεάζουν την ενημέρωση που λαμβάνουν.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η υψηλή συγκέντρωση της αγοράς τόσο στον οπτικοακουστικό τομέα όσο και στον Τύπο.

Οι συντάκτες της έκθεσης επισημαίνουν ότι, λόγω της μη δημοσιοποίησης των αλλαγών στην ιδιοκτησία και στη μετοχική σύνθεση των οργανισμών, δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί με ακρίβεια ο βαθμός συγκέντρωσης της αγοράς ή η ύπαρξη ολιγοπωλιακών συνθηκών.

Παράλληλα, σημειώνεται ότι η έλλειψη αξιόπιστων στοιχείων για την αγορά και το κοινό των ΜΜΕ καθιστά αδύνατη την αποτίμηση της πραγματικής επιρροής που ασκεί κάθε μέσο ενημέρωσης.

Την ίδια ώρα, οι απαντήσεις δημοσιογράφων στην ετήσια έρευνα της Ένωσης Συντακτών Κύπρου καταδεικνύουν ότι η επιρροή ιδιοκτητών και επιχειρηματικών συμφερόντων στο δημοσιογραφικό περιεχόμενο εξακολουθεί να αποτελεί υπαρκτό ζήτημα.

Η έκθεση καταγράφει επίσης προβληματισμό για τη συγκαλυμμένη διαφήμιση, κυρίως στα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης, όπου συχνά δεν γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ δημοσιογραφικού περιεχομένου και εμπορικής προβολής.

Παράλληλα, σημειώνεται ότι, αν και η εργατική νομοθεσία παρέχει θεωρητικά επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία των δημοσιογράφων, η εξαιρετικά αργή απονομή της δικαιοσύνης περιορίζει, στην πράξη, τη δυνατότητά τους να υπερασπιστούν τα εργασιακά και συντακτικά τους δικαιώματα.

Στον τομέα της πολιτικής ανεξαρτησίας, η Κύπρος κατατάσσεται στην κατηγορία του μεσαίου προς υψηλού κινδύνου.

Ωστόσο, η έκθεση επισημαίνει ότι η πραγματική εικόνα ενδέχεται να είναι δυσμενέστερη, καθώς η εκτεταμένη αδιαφάνεια γύρω από την ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης δεν επιτρέπει την πλήρη αποτίμηση των πολιτικών και οικονομικών επιρροών που ασκούνται στον τομέα.

Βασική αδυναμία αποτελεί το ελλιπές νομικό πλαίσιο για την ιδιοκτησία ή τον έλεγχο μέσων ενημέρωσης από πρόσωπα που κατέχουν δημόσια ή πολιτική εξουσία.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, σχετικές ρυθμίσεις απουσιάζουν εντελώς, ενώ, όπου υπάρχουν, δεν καλύπτουν το σύνολο των πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων.

Το σημαντικότερο πρόβλημα, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, είναι ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επαρκούν για να διαπιστωθεί ποιοι βρίσκονται πίσω από τις αλλαγές ιδιοκτησίας και μετοχικής σύνθεσης που καταγράφηκαν τα τελευταία χρόνια.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences