Όταν ο Μαξιμιανός ήταν ηγεμόνας της Κιλικίας της Μικράς Ασίας,υπακούοντας στις διαταγές του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στα θέματα της θρησκείας εξύψωνε τη λατρεία των ειδώλων...
Όταν ο Μαξιμιανός ήταν ηγεμόνας της Κιλικίας της Μικράς Ασίας,υπακούοντας στις διαταγές του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στα θέματα της θρησκείας εξύψωνε τη λατρεία των ειδώλων με σκοπό να προσβάλει και να υποβαθμίσει την πίστη των χριστιανών.
Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής επισκέφτηκε με επισημότητα την Πομπηούπολη και προσέφερε πλούσιες θυσίες και ιδιαίτερες τιμές στο χρυσό είδωλο που λάτρευαν εκεί.
Αυτή τη μέρα των μεγάλων ειδωλολατρικών τελετών διάλεξε ο Πάνσοφος Θεός για να προβάλλει την πίστη και την αρετή του Μάρτυρα Του αγίου Σώζοντος. Ο Άγιος μας γεννήθηκε στη Λυκαονία μία της Μικράς Ασίας.
Ήταν πολύ νέος όταν ο ίδιος και οι γονείς του άκουσαν το κήρυγμα του Ευαγγελίου και πίστεψαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους στο Χριστό.
Όταν δέχτηκε το βάπτισμα, μαζί με την διαγωγή του, άλλαξε και το όνομά του και ονομάστηκε Σώζων για να θυμάται κάθε ώρα και στιγμή το Σωτήρα του κόσμου Χριστό.
Από τότε εκτός απο ποιμένας αλόγων, προβάτων, έγινε και πνευματικός ποιμένας και οδηγός των συνανθρώπων του, κήρυκας και απόστολος του Χριστού.
Στις περιοχές που οδηγούσε για βοσκή τα ζώα του, πλησίαζε τους ανθρώπους, τους μιλούσε για τον αληθινό θεό και πολλοί πίστευαν.
Όλοι τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν για την εύθυμη συμπεριφορά του, τον ήρεμο χαρακτήρα του και προπαντός για την αφοσίωσή του στο θέλημα του Θεού, το οποίο είχε στο νου του μέρα και νύχτα.
Στο πρόσωπό του έβρισκε εφαρμογή ολόγος του προφήτη Δαυίδ "Μακάριος ανήρ, ος ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών και εν οδώ αμαρτωλών ουκ έστη και επί καθέδρα λοιμών, ουκ εκάθισεν.
Άλλ' η εν τω νόμω Κυρίου το θέλημα αυτού και εν τω νόμω αυτού μελετήσει ημέρας και νυκτός" (Ψαλμός σ' 1-2) Μία μέρα ο Σώζων έβοσκε το κοπάδι του σε μία περιοχή με πλούσια βλάστηση και δροσερό νερό.
Κουρασμένος από την οδοιπορία έγινε να ξεκουραστεί και από κοιμήθηκε.
Στον ήρεμο ύπνο του είδε μία οπτασία.
Τον πλησίασε με στοργή μία θεϊκή μορφή.
Στην αρχή τον καθησύχασε για την έκπληξή του και στη συνέχεια με λόγια ιερά του δυνάμωσε πιο πολύ την πίστη και την ευλάβεια προς το Θεό και του ενέπνευσε θάρρος.
Του φανέρωσε ακόμη ότι ο τόπος στον οποίο κατοικεί θα είναι ευλογημένος και οι κάτοικοι του ευτυχισμένοι, διότι θα γνωρίσουν το Χριστό, θα βρουν τη σωτηρία της ψυχής τους και θα δοξάσουν την Αγία Τριάδα.
Ενθουσιασμένος από αυτή τη Θεόσταλτη επίσκεψη ο Σώζων σηκώθηκε, άφησε τα πρόβατα του όπως έκαναν οι απόστολοι στο κάλεσμα του Χριστού "αφέντες τα δίκτυα" και σαν να οδηγούσε ο Θεός τα βήματα του, πήγε στην Πομπηιούπολη.
Έφτασε την ημέρα που ο Μαξιμιανός έκανε την επίσημη επίσκεψή του στην πόλη αυτή.
Αμέσως θέλησε να βρει την εκκλησία του Χριστού και να προσευχηθεί με τους αδελφούς του.
Μα με λύπη διαπίστωσε ότι οι χριστιανοί ήταν κατατρεγμένοι και κρυμμένοι` δεν είχαν το δικαίωμα να λατρεύουν το Θεό.
Αντίθετα με έκπληξη έβλεπε την έξαρση της ειδωλολατρίας με τις λαμπρές τελετές και τις πλούσιες θυσίες.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση ένιωσε ιερή αγανάκτηση.
Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την οργή του.
Μπήκε κρυφά στον ειδωλολατρικό ναό και την κατάλληλη στιγμή έκοψε το δεξί χέρι του χρυσού ειδώλου.
Χωρίς καθυστέρηση έτρεξε στην πόλη, πούλησε το χρυσό και μοίρασε το πλούσιο αντίτιμο τους φτωχούς της πόλεως.
Η φύλακες του ναού δεν άργησαν να αντιληφθούν την ιεροσυλία.
Επειδή δεν γνώριζαν το δράστη συνέλαβαν πολλούς δυστυχισμένους ανθρώπους που όμως ήταν αθώοι.
Ήθελαν να τους δικάσουν και να τους τιμωρήσουν.
Τους θεωρούσαν χειρότερους και από τους φυλακισμένους κακούργους, επειδή έλεγαν έκλεψαν το άγαλμα του Θεού.
Εκτός από τους φύλακες και οι κάτοικοι της πόλεως, ακόμα και οι φίλοι και οι συγγενείς τους, περιφρονούσαν και ζητούσαν την καταδίκη τους.
Ο γενναίος όμως Σώζων επειδή ήθελε και την ευλάβεια του με παρρησία να εκφράσει αλλά και τους αθώους κατηγορούμενους να ελευθερώσει παρουσιάστηκε στους φύλακες του ναού και ομολόγησε ότι αυτός ήταν ο δράστης της ιεροσυλίας.
Αμέσως πιάστηκε και οδηγήθηκε στο Μαξιμιανό.
Ο ηγεμόνας κάθισε στο θρόνο του και με αγέρωχο ύφος ρώτησε τον κατηγορούμενο, ποιο είναι το όνομά του, ποια η πατρίδα του και ποια η στάση του απέναντι στην εξουσία του Αυτοκράτορα. - με τη γέννησή μου οι γονείς μου με ονόμασαν Ταράσιο.
Με το Θείο όμως βάπτισμα άλλαξαν το όνομά μου και με ονόμασαν Σώζοντα.
Πατρίδα μου είναι η Λυκαονία της Μικράς Ασίας.
Είμαι χριστιανός και λατρεύω και προσκυνώ το Χριστό, που είναι ο μόνος αληθινός Θεός, αυτός που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη, κυβερνά τον κόσμο και βασιλεύει στους αιώνες απάντησε ο Σώζων. - Για ποιο λόγο ήρθες στην περιοχή της Πομπηιούπολης, ρωτά πάλι ο ηγεμόνας. - Είμαι βοσκός προβάτων και φροντίζω να οδηγώ το κοπάδι μου σύμφωνα με τις εποχές του χρόνου, σε τόπους που έχουν πλούσια βλάστηση και άφθονα νερά, απάντησε με όλη την απλότητα ο Σώζων. - Και πώς έφτασες σε τέτοιο σημείο τόλμης ώστε να κόψεις το δεξί χέρι του Θεού, ήταν η οργίλη ερώτηση. - Έχω τη γνώμη πως ούτε τόλμημα ούτε αμάρτημα έκαμα.
Αυτό το βεβαιώνει και ο ίδιος ο Θεός σου, ο οποίος δεν αγανάκτησε και δεν παραπονέθηκε για την πράξη μου.
Αντίθετα νομίζω ότι αν μπορούσε να μιλήσει, θα κατηγορούσε εσάς ως αχάριστους και ασεβείς επειδή εγκαταλείψατε το Δημιουργό και Ευεργέτη του κόσμου των αληθινό Θεό και λατρεύεται την άψυχη ύλη, τα είδωλα. - Αν θέλεις να ελευθερωθείς και να πάρεις και κάποια αμοιβή, πάψε τις φλυαρίες σου και έλα να προσφέρεις θυσία στους θεούς, φωνάζει θυμωμένος ο Μαξιμιανός. - Μου ζητάς να γίνω πιο αναίσθητος και από το θεό σας, ο οποίος ούτε φώναξε, ούτε ζήτησε βοήθεια όταν του έκοψα το χέρι και ο οποίος και χειρότερα αν πάθει δεν θα διαμαρτυρηθεί.
Πρόσεξε όμως και εσύ ηγεμόνα, διότι με το να τιμάς είδωλα, να κατασκευάζεις νέους θεούς και να αλλάζεις παλαιούς υποβιβάζεις το Θεό σε χειροτέχνημα.
Όταν άκουσε αυτές τις απαντήσεις ο Μαξιμιανός εξοργίστηκε και έδωσε διαταγή να τιμωρηθεί ο Σώζων σκληρά.
Το πρώτο βασανιστήριο ήταν να πληγωθεί όλο το σώμα του μέχρι το βάθος των οστών με σιδερένια νύχια.
Ο πιστός χριστιανός με θερμή προσευχή, ζητούσε τη βοήθεια του Θεού και υπέφερε καρτερικά το μαρτύριο.
Βλέποντας αυτό Μαξιμιανός προχώρησε σε νέα βασανιστήρια.
Με αυστηρή διαταγή του, φόρεσαν στο Σώζοντα υποδήματα που είχαν στο εσωτερικό τους σιδερένια καρφιά τον υποχρέωσαν να βαδίζει.
Μα και πάλι το φρόνημα του μάρτυρα έμεινε άτρωτο.
Δεν έδειχνε να νιώθει το πόνο, έτρεχε σαν να βαδίζει σε ανθοστόλιστο τόπο.
Έβλεπε να τρέχει το αίμα του, όμως είχε την αίσθηση ότι τον περιέβρεχε ευχάριστο λουτρό.
Τους χλευασμούς του τυράννου και της αποδοκιμασίες του όχλου, τα νόμιζε επαίνους και ζητωκραυγιές.
Τους πόνους, τα βασανιστήρια και τις πληγές, τα θεωρούσε στολίδια λαμπρότερα και από το μανδύα και από το αξίωμα του ηγεμόνα. Ο Μαξιμιανός αμήχανος άρχισε να ειρωνεύεται το μάρτυρα. - Αύριο όταν η μεγάλη θεά μας θα περιάγεται σε λιτανεία, φρόντισε να την ψάλλεις υμνητικά με τον άυλό σου και ορκίζομαι στο όνομά της, ότι θα απαλλαγείς από κάθε τιμωρία.
Σε αυτά τα λόγια απάντησε ο μάρτυρας με θάρρος.
Λες λόγια Μαξιμιανέ, που σου τα υπαγορεύει ο φίλος σου ο διάολος για να με περιγελάσεις.
Μάθε όμως ότι ο τίμιος ποιμενικός αυλός μου ηχούσε στους αγρούς για να συναθροίζει τα αθώα πρόβατά μου.
Τώρα υμνώ τον Κύριο και Θεό μου με έναν καινούργιο τρόπο, το μαρτύριο και την ομολογία μου.
Διαλαλώ το χαρμόσυνο μήνυμα, ότι ο Χριστός είναι ο Σωτήρας όλου του κόσμου.
Στη δική σου θεά δεν αξίζουν ούτε λόγια, ούτε ύμνοι, ούτε δόξα γιατί είναι άψυχη και αναίσθητη. Ο Μαξιμιανός ταπεινωμένος από τη στάση του Σώζοντος έγινε εκτός εαυτού και αποφάσισε τη θανάτωσή του.
Δίνει νέα πιο αυστηρή διαταγή.
Να διαλυθούν τα μέλη του σώματος, να σαλευθούν οι αρθρώσεις των οστών, να χυθούν σαν νερό τα σπλάχνα του νεανίσκου χριστιανού και να ανάψει μεγάλη φωτιά για να κάψει ό,τι μείνει από το διαλυμένο σώμα, ώστε να μη του δοθούν ούτε τιμές ενταφιασμού, όπως γίνεται σε όλους τους ανθρώπους. Ο Μαξιμιανός έτσι αποφάσισε και οι σκληροί δήμοι έτσι έπραξαν. Του Σώζοντος οι σάρκες έπεφταν στη γη και τα οστά του έμεναν γυμνά.
Το τίμιο αίμα του σαν ρυάκι έβαφε το χώμα.
Όμως η πίστη του έμενε αλύγιστη.
Η όψη του έδινε την εντύπωση ότι ζούσε απαθής και ευτυχισμένος σε ολάνθιστο δροσερό τόπο.
Από το στόμα του έβγαινε θερμή προσευχή και ιερή δοξολογία.
Την ώρα αυτή που το σώμα υπέφερε και η καρδιά μιλούσε με το Θεό, η αγία ψυχή του Σώζοντος, πέταξε σε Εκείνον που βαθιά πίστεψε και πολύ αγάπησε.
Στο μεταξύ η μαρτυρική φωτιά είχε ανάψει.
Η φλόγες της ανέβαιναν απειλητικές ψηλά και περίμενα να δεχτούν το διαμελισμένο λείψανο.
Αυτή τη στιγμή έγινε κάτι θαυμαστό.
Παρά την καλοκαιρία μία ασυνήθιστη βροντή αντήχησε και σκόρπισε τον τρόμο και το φόβο.
Ραγδαία βροχή και καταστρεπτικό χαλάζι έπεσε και έδιωξε τον τύραννο, τους δήμιους και τον όχλο, από τον τόπο του μαρτυρίου.
Οι κρυμμένη φιλομάρτυρες χριστιανοί ήταν το θαύμα.
Πήραν αμέσως θάρρος και άρχισαν βιαστικά να συγκεντρώνουν τα σκορπισμένα ιερά λείψανα.
Είχε πια βραδιάσει και το σούρουπο άπλωνε το πέπλο του στην Πομπηιούπολη.
Οι χριστιανοί είχαν το φόβο ότι η νύχτα θα σταματούσε το έργο τους.
Αλλά και στη δύσκολη ώρα αυτή ήταν τη δύναμη και την αγάπη του Θεού.
Η νύχτα που ήλθε δεν έφερε σκοτάδι αλλά ουρανόσταλτο φως που έλαμπε φώτιζε το χώρο και διευκόλυνε τους ευλαβείς χριστιανούς να διακρίνουν και να συγκεντρώσουν και τα πιο μικρά μέλη του μαρτυρικού λειψάνου.
Το ίδιο ουράνιο φως συνόδεψε τους πιστούς και στον τόπο του ενταφιασμού, που έγινε την ίδια εκείνη νύχτα της 7ης Σεπτεμβρίου του έτους 288μχ.
Η καταιγίδα κόπασε και το Θείο φως έφυγε όταν το σκήνωμα του Αγίου Σώζοντος αναπαύθηκε στο τάφο της Πομπηιούπολης.
Με όλα αυτά τα θαυμαστά και παράδοξα ο ταπεινός βοσκός Ταράσιος, ο πιστός χριστιανός Σώζων, αναγορευόταν από τον ίδιο το Θεό, δημόσια και επίσημα Άγιος και Ένδοξος στεφανωμένος νικητής, για να δοξάζεται ο Επουράνιος Θεός Πατέρας και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στον οποίο αρμόζει η τιμή και η δόξα και η λατρεία στους ατελείωτους αιώνες, αμήν. Πρωτοπρεσβυτέρου Νικολάου Μαυρικίου Άγιος Μάρτυς Σώζων Βίος - Ακολουθία Έκδοση Ο ναός του Σωτήρος Αθήνα 1993
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους