[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το βλέμμα του, καρφωμένο στη βάρκα του, δεν ήταν μια απλή παρατήρηση αλλά μια σιωπηλή συνομιλία με ένα ξύλινο σκαρί που δεν ήταν ποτέ απλώς ένα μέσο βιοπορισμού, ήταν η ίδια του η ύπαρξη. Την...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το βλέμμα του, καρφωμένο στη βάρκα του, δεν ήταν μια απλή παρατήρηση αλλά μια σιωπηλή συνομιλία με ένα ξύλινο σκαρί που δεν ήταν ποτέ απλώς ένα μέσο βιοπορισμού, ήταν η ίδια του η ύπαρξη.

Την πρωτογνώρισε όταν ήταν τόσο μικρός που τα πόδια του δεν έφταναν καν το πάτωμά της και κρέμονταν χτυπώντας ελαφρά το ξύλο.

Τότε ανήκε ακόμα στον πατέρα του, ήταν φρεσκοβαμμένη και μύριζε ρετσίνι και θάλασσα, και στα μάτια του φάνταζε τεράστια.

Χρόνια αργότερα δεν του τη χάρισαν, την κληρονόμησε με τον τρόπο που κληρονομεί κανείς μια ανάσα ή μια υπόσχεση που δεν γίνεται να σπάσει.

Πάνω της έμαθε πρώτα τον φόβο, όταν τον έπιασε το μελτέμι στα ανοιχτά και το σκαρί σκαρφάλωνε στα κύματα λες και προσπαθούσε να ξεφύγει από το ίδιο το νερό.

Κράτησε το τιμόνι τόσο σφιχτά που τα νύχια του άσπρισαν, και εκείνη τον κράτησε με τη σειρά της και τον γύρισε πίσω στο λιμάνι.

Από εκείνη τη μέρα δεν την φοβήθηκε ποτέ ξανά, μόνο τη σεβάστηκε βαθιά.

Μετά έμαθε πάνω της την αφθονία, σε εκείνες τις νύχτες που η θάλασσα γέμιζε ασημένιες λάμψεις και τα δίχτυα βάραιναν τόσο που νόμιζε ότι ανεβάζει ολόκληρο τον βυθό στην επιφάνεια.

Γύριζε με τα χέρια του κομμένα από το αλάτι και τα σχοινιά, αλλά με μια χαρά που δεν χωρούσε στο στήθος του και που μόνο η βάρκα του καταλάβαινε.

Υστερα ήρθε η ώρα που έμαθε πάνω της την απώλεια.

Όταν η γυναίκα του αρρώστησε, πούλησε τα δίχτυα του και τα εργαλεία του για να τα βγάλει πέρα, όμως τη βάρκα δεν την άγγιξε ποτέ.

Την έβλεπε από το παράθυρο του σπιτιού του να κουνιέται δεμένη και αυτή η εικόνα ήταν η απόδειξη ότι υπήρχε ακόμα ένας τρόπος να συνεχίσει.

Όταν εκείνη έφυγε, έμεινε για μήνες χωρίς να βγει για ψάρεμα, καθόταν μόνο στην αποβάθρα δίπλα της και περνούσε αργά την παλάμη του πάνω στο ξεφτισμένο της χρώμα, όπως χαϊδεύεις έναν ώμο που πονάει, και το ξύλο ρουφούσε όλη του τη θλίψη χωρίς να ζητάει τίποτα.

Πάνω της είδε και τον γιο του να μεγαλώνει, να κοιμάται κουλουριασμένος στην πλώρη τα καλοκαίρια, και αργότερα να φεύγει για την πόλη γιατί δεν άντεχε τη βαριά σιωπή της θάλασσας.

Δεν του κράτησε κακία, μόνο κάθε φορά που έβλεπε το καράβι της γραμμής να φεύγει, ερχόταν και ακουμπούσε το μέτωπό του στην κουπαστή της για να πάρει δύναμη.

Τώρα το ξύλο της είναι σκαμμένο από τον ήλιο, γεμάτο σημάδια και μπαλώματα και καρφιά που κάρφωσε ο ίδιος με τα χέρια του.

Κάθε γρατσουνιά της είναι και μια μέρα από τη ζωή του και κάθε μπάλωμα ένας χειμώνας που πέρασαν μαζί.

Μπορεί να μην είναι όμορφη πια για τους άλλους που θέλουν γυαλιστερές πλαστικές βάρκες, για εκείνον όμως είναι ο μόνος καθρέφτης που δεν λέει ποτέ ψέματα, γιατί μέσα της βλέπει καθαρά τον εαυτό του, από τα δυνατά νιάτα μέχρι τα χέρια του σήμερα που γέμισαν ρόζους και κόμπους.

Γι' αυτό το βλέμμα του έχει τόση ένταση.

Είναι ταυτόχρονα ευγνωμοσύνη και μια σιωπηλή συγγνώμη για τις φορές που την πλήγωσε στα βράχια από απροσεξία.

Είναι μια ερώτηση χωρίς λόγια αν θα τον περιμένει ακόμα ένα πρωί και αν θα τον σηκώσει για ακόμα ένα ταξίδι, και μαζί είναι η ήσυχη βεβαιότητα πως όταν εκείνος δεν θα μπορεί πια να έρθει ως εδώ, ένα κομμάτι του θα έχει ήδη μείνει για πάντα καρφωμένο πάνω στο ξύλο της, να σαλεύει απαλά μαζί της στο νερό. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences