[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η σιδερένια εξώπορτα έτριξε ενοχλημένα και ύστερα αργά-αργά κι ανόρεχτα αποτραβήχτηκε, για ν’ αφήσει ένα άνοιγμα να περάσει η μαύρη ολοκαίνουρια μερσεντές. Ο νεαρός κύριος που ήταν στο τιμόνι, έριξε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η σιδερένια εξώπορτα έτριξε ενοχλημένα και ύστερα αργά-αργά κι ανόρεχτα αποτραβήχτηκε, για ν’ αφήσει ένα άνοιγμα να περάσει η μαύρη ολοκαίνουρια μερσεντές.

Ο νεαρός κύριος που ήταν στο τιμόνι, έριξε μια ματιά στον σκούρο όγκο του κτιρίου που δέσποζε μπροστά του, όσο ν’ ανοίξει η πόρτα και ύστερα γύρισε στη συνοδό του.

Της έπιασε ελαφρά το χέρι. «Φτάσαμε…» ψιθύρισε και προσπάθησε να χαμογελάσει.

Το ωραίο του πρόσωπο, όμως, συσπάστηκε άσχημα και τώρα θύμιζε μια μάσκα αρχαίας τραγωδίας.

Η ηλικιωμένη γυναίκα που καθόταν δίπλα του δεν έβγαλε μιλιά, μόνο έσφιξε το χέρι του σαν να ζητούσε προστασία.

Σε λίγο το αυτοκίνητο γλιστρούσε στον προαύλειο χώρο εκείνου του επιβλητικού κτιρίου.

Ο νεαρός σταμάτησε, κατέβηκε με άνεση απ’ το ακριβό αμάξι και ύστερα βοήθησε και την ηλικιωμένη κυρία να κατέβει.

Στο κεφαλόσκαλο στεκόταν μια νέα γυναίκα, κρατώντας μια σφουγγαρίστρα, που μόλις τους είδε παραμέρισε να περάσουν.

Τσακίστηκε να τους δώσει τις πληροφορίες που ζήτησαν και μόλις εκείνοι χάθηκαν στον μακρύ διάδρομο, συνέχισε τη δουλειά της.

Σε λίγο οι επισκέπτες χτυπούσαν μία πόρτα που έγραφε απ’ έξω «Διεύθυνση». Η πόρτα άνοιξε και ξανάκλεισε όταν μπήκαν.

Μια κλειστή πόρτα κρύβει πάντα ένα μυστήριο.

Πίσω της μπορεί να γίνονται χιλιάδες πράγματα.

Κάποιοι να μαλώνουν, να χτυπιούνται ίσως.

Ή να κάνουν έρωτα ή να σχεδιάζουν τη δολοφονία κάποιου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση και στη συγκεκριμένη πόρτα δε γινόταν τίποτα απ’ τα παραπάνω.

Απλά η μεσόκοπη κυρία που καθόταν πίσω από ένα παλιό ξύλινο γραφείο, που δεν ήταν άλλη απ’ τη διευθύντρια του οίκου ευγηρίας της πόλης, προσπαθούσε να πείσει την ηλικιωμένη κυρία για το πόσο… ωραία και σαν στο… σπίτι της θα ήταν εκεί σ’ εκείνον τον χώρο και σε λίγο καιρό δε θα τον άλλαζε με τίποτα! Όταν είπε το… μάθημά της και σταμάτησε, η γερόντισσα που δεν ήταν άλλη απ’ την Ασπασία τη δασκάλα, που τη γνώριζαν κι οι πέτρες, γιατί είχε υπηρετήσει σε όλα τα σχολεία των γύρω χωριών της περιοχής και τελευταία σ’ όλα τα σχολεία της πόλης, μίλησε. «Άκου κορίτσι μου, μου επιτρέπεις να σε αποκαλώ έτσι; Έχουμε δεκαετίες διαφορά». Η άλλη χαμογέλασε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Άκουσέ με, λοιπόν, λιγάκι κι εμένα.

Είμαι πολλή γριά, αλλά τα μυαλά μου τα έχω σωστά.

Πριν έρθω εδώ, τα ζύγισα καλά τα πράγματα και πήρα την απόφαση.

Όχι γιατί εδώ θα είναι καλύτερα απ’ το σπίτι μου, αλλά γιατί δε γίνεται αλλιώς.

Ο γιος μου ταξιδεύει συνέχεια, του το επιβάλλουν οι δουλειές του.

Οικογένεια δεν έκανε ακόμη, αν και είναι καιρός. Σώπασε.

Ένα δάκρυ κύλησε στο βαθουλωμένο απ’ τον χρόνο πρόσωπό της και το σκούπισε με το κάτασπρο μαντηλάκι που ξετρύπωσε απ’ το μανίκι της. Ο Άρης την αγκάλιασε. «Έλα μητέρα, μη συγκινείσαι… Αν είναι έτσι, να γυρίσουμε στο σπίτι.

Αλλά δεν είναι άσχημα εδώ, πίστεψέ με. Θα έχεις συντροφιά, φροντίδα κι εγώ όταν θα είμαι στην πόλη, θα έρχομαι να σε βλέπω». «Εντάξει, εντάξει αγόρι μου.

Έτσι είναι, όπως τα λέτε, εσύ και η κυρία διευθύντρια από δω, μη δίνεται σημασία, γεροντίστικες ευαισθησίες …». Ο ήλιος είχε κρυφτεί από ώρα, πίσω από ένα μολυβένιο σύννεφο.

Οι ηλικιωμένοι σιγά-σιγά μαζεύτηκαν στην τραπεζαρία κι έπιασαν την κουβέντα.

Κάποιοι κακόκεφοι κλείστηκαν στα δωμάτιά τους γκρινιάζοντας για τους πόνους που τους προκαλούσε η αλλαγή του καιρού σε όλο τους το κορμί.

Ακόμα τα έβαζαν με τα καταραμένα τα… γηρατειά που έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις και σε βασανίζουν και σε ταλαιπωρούν και σε κάνουν να χάνεις την προσωπικότητά σου και τις περισσότερες φορές την αξιοπρέπειά σου.

Αυτά και άλλα και η ώρα περνούσε κι η νύχτα προχωρούσε και η Ασπασία η δασκάλα δεν είχε φανεί πουθενά.

Εκείνο το απόγευμα αισθάνθηκε την ανάγκη να απομονωθεί.

Δεν είχε όρεξη για κουβέντα.

Κάθισε σ’ ένα παγκάκι απόμερα στον κήπο, πίσω από ένα μεγάλο δέντρο κι εκεί άφησε τη σκέψη της να καλπάσει πίσω στα περασμένα κι αξέχαστα.

Το σύννεφο σκούρυνε ακόμα πιο πολύ και η βροχή δεν άργησε.

Δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση της, τύλιξε το σάλι γύρω στον λαιμό της κι έκλεισε τα μάτια.

Έβρεχε και τότε σαν και τώρα, ήταν φθινόπωρο.

Πήρε το λεωφορείο της γραμμής για το χωριό που είχε πρωτοδιοριστεί.

Ύστερα από δύο περίπου ώρες, σ’ έναν δρόμο γεμάτο λακκούβες και σαμαράκια, έφθασε στο χωριό.

Το λεωφορείο σταμάτησε στην πλατεία.

Παρακάτω ήταν το σχολείο, της το έδειξαν.

Τράβηξε ίσια προς τα εκεί.

Τα παιδιά λόγω της βροχής είχαν μαζευτεί όλα στον διάδρομο και χαλούσαν τον κόσμο απ’ τις φωνές.

Προχώρησε με δυσκολία ανάμεσά τους, γιατί κρατούσε και μια τεράστια βαλίτσα και σε λίγο χτυπούσε την πόρτα του γραφείου.

Της άνοιξε ένας άντρας ψηλός, γεροδεμένος, με ελαφρά γκρίζους κροτάφους και αρκετά γοητευτικός.

Χαιρέτησε σαστισμένη, οι ματιές τους συναντήθηκαν.

Ύστερα από μια θερμή χειραψία, κάθισαν απέναντι και τα είπαν, σαν δυο καλοί φίλοι, με τον συνάδελφο και διευθυντή του σχολείου.

Ήταν γραφτό να ερωτευτεί παράφορα ο ένας τον άλλον.

Έτσι απλά, με την πρώτη ματιά.

Έπειτα όλα πήραν τον δρόμο τους. Παντρεύτηκαν.

Περνούσαν παραμυθένια εκεί σ’ εκείνο το μικρό χωριουδάκι.

Αγάπησαν τους χωριανούς, έγιναν «ένα» μ’ εκείνους, τους αγάπησαν κι αυτοί.

Για κάποια χρόνια δεν έκαναν παιδί, ήταν επιλογή τους.

Έπειτα, όταν διορίστηκαν στην πόλη, ήρθε ο Άρης. «Αριστείδης» το βαφτιστικό του, του έδωσαν το όνομα του παππού.

Και τα χρόνια πέρασαν, ο Νίκος έφυγε -αυτό ήταν το όνομα του άντρα της- και να τη τώρα μόνη, εκεί στον οίκο ευγηρίας.

Δεν μπορεί να προσδιορίσει τι είναι αυτό που νιώθει.

Μοναξιά; – Κι ας είναι γεμάτο εκείνο το ίδρυμα. Εγκατάλειψη; Ίσως αυτά και πολλές φορές τίποτα, ένα απέραντο κενό μέσα της.

Μια παγωμένη ερημιά.

Αυτό ήταν χειρότερο απ’ τα όποια πικρά συναισθήματα.

Ήταν θάνατος.

Όταν πεθαίνει η ψυχή, τι να την κάνεις την ανάσα, αυτό το δείγμα της ζωής…! Η βροχή είχε δυναμώσει.

Το δέντρο δεν της πρόσφερε τώρα πια καμιά προστασία.

Σηκώθηκε αργά κι έσυρε τα βήματά της μες στη βροχή.

Μουσκεύτηκε, άρχισε να τρέμει.

Σε λίγο έμπαινε στο σπίτι, ενώ το προσωπικό έβγαινε να την αναζητήσει.

Τη βοήθησαν ν’ αλλάξει και την έβαλαν στο κρεβάτι.

Το ίδιο βράδυ αρρώστησε από πνευμονία.

Πυρετός, βήχας κι ο Άρης στο Λονδίνο. «Τηλεφωνείστε του» τους είπε μέσα στο παραμιλητό της. «Να πάρει το πρώτο αεροπλάνο και να έρθει». Κι ήρθε ο Άρης, μα… ήταν αργά. Πολύ αργά και τα δάκρυα εντελώς περιττά. Από την Καλλίτσα Γκουράβα-Δικτά, συγγραφέα https://www.eleftheria.gr/arthra/koinoniko-diigima-san-sto-spiti-sou/?fbclid=IwY2xjawUKQjZwZG9mAWV4dG4DYWVtAjEwAHNydGMGYXBwX2lkEDIyMjAzOTE3ODgyMDA4OTIAAR7aXUQy3eiuWUA_WGMYTKkIRHeIpmXvGdjR5RmRYEtap46Z9dT5af8cGb_MuQ_aem_ukideFSIR1eD8CB5Vy27pg

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences