Στα 38 μου με πήρε τηλέφωνο μια άγνωστη κοπέλα και με ρώτησε αν λεγόμουν Δήμητρα Μακρή πριν παντρευτώ. Πριν προλάβω να απαντήσω, είπε: «Η γιαγιά μου μόλις φώναξε στον παππού μου πως, αν μάθω ότι εσύ...
Στα 38 μου με πήρε τηλέφωνο μια άγνωστη κοπέλα και με ρώτησε αν λεγόμουν Δήμητρα Μακρή πριν παντρευτώ.
Πριν προλάβω να απαντήσω, είπε: «Η γιαγιά μου μόλις φώναξε στον παππού μου πως, αν μάθω ότι εσύ νομίζεις πως πέθανα, τελειώσαμε». Έμεινα όρθια στη μέση του εργαστηρίου μου με το ψαλίδι στο χέρι.
Είχα γεννήσει ένα κορίτσι στα 17. Για 20 χρόνια πίστευα ότι δεν έζησε ούτε ένα βράδυ.
Δεν είχα τάφο, μόνο μια ημερομηνία που απέφευγα κάθε χρόνο.
Η άγνωστη στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν 20 χρονών και λεγόταν Νεφέλη — ακριβώς όπως ήθελα να ονομάσω την κόρη μου πριν μου πουν ότι την έχασα.
Και δεν είχε τηλεφωνήσει για συγγνώμη.
Δεν της απάντησα αμέσως.
Άκουγα την αναπνοή της και, από πίσω, κάποιον σκύλο να γαβγίζει σε αυλή.
Στο δικό μου εργαστήριο στη Θεσσαλονίκη είχε μείνει μόνο το βουητό της παλιάς μηχανής κοπής που δεν είχα προλάβει να κλείσω.
Οι 2 κοπέλες που δούλευαν μαζί μου είχαν φύγει πριν από μισή ώρα. «Ποια είσαι;» κατάφερα να πω. «Σας είπα.
Νεφέλη.» «Ποια είναι η γιαγιά σου;» Έγινε μια παύση. «Καλλιόπη Μακρή.» Κάθισα στο σκαμπό χωρίς να το καταλάβω.
Η μητέρα μου.
Δεν είχα ακούσει το όνομά της από ανθρώπινο στόμα σχεδόν 9 χρόνια.
Όχι επειδή δεν την θυμόμουν.
Το αντίθετο.
Υπήρχαν μέρες που την θυμόμουν περισσότερο απ’ όσο ήθελα: τα γυαλιά της πάνω στο κεφάλι όταν καθάριζε φασολάκια, τον τρόπο που έστρωνε το τραπεζομάντιλο τραβώντας 2 φορές τις άκρες, τη φωνή της όταν μου έλεγε να αλλάξω μπλούζα πριν περάσουμε μπροστά από την εκκλησία. «Και ο παππούς σου;» ρώτησα. «Σταύρος Μακρής.» Ο πατέρας μου.
Έσφιξα τα δάχτυλά μου γύρω από το μεταλλικό ψαλίδι.
Δεν ένιωθα την άκρη του να πιέζει την παλάμη μου. «Τι ακριβώς άκουσες;» Η Νεφέλη αναστέναξε.
Ήταν εκνευρισμένη, όχι κλαμένη.
Αυτό με βοήθησε.
Αν έκλαιγε, νομίζω θα έκλεινα το τηλέφωνο. «Μάλωναν στην κουζίνα.
Ο παππούς είπε ότι δεν έπρεπε ποτέ να μου επιτρέψουν να πάω για σπουδές στην Πάτρα, γιατί τώρα ρωτάω πράγματα.
Η γιαγιά είπε ότι δεν φταίω εγώ και μετά… μετά είπε αυτό με εσάς.
Ότι αν μάθω πως εσείς νομίζετε ότι πέθανα, θα τους μισήσω και τους 2.» Έβαλα το ψαλίδι στο τραπέζι. «Νεφέλη, πόσο χρονών είσαι;» «20.» Τα νούμερα δεν χρειάστηκαν χαρτί.
Εγώ έμεινα έγκυος στα 17. Γέννησα λίγο πριν κλείσω τα 18. Αν εκείνο το παιδί είχε ζήσει, τώρα θα ήταν 20. «Πότε έχεις γενέθλια;» τη ρώτησα.
Μου είπε την ημερομηνία.
Εκείνη τη φορά σηκώθηκα απότομα.
Το σκαμπό έπεσε πίσω μου.
Ήταν η ίδια μέρα.
Δεν θυμάμαι να περπάτησα μέχρι το μπάνιο.
Θυμάμαι μόνο ότι βρέθηκα πάνω από τον νιπτήρα, με τα χέρια μου ακουμπισμένα δεξιά κι αριστερά, και ότι η Νεφέλη έλεγε «είστε εκεί;» ξανά και ξανά. «Είμαι.» «Με ξέρετε;» «Δεν ξέρω.» Αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα να πω χωρίς να της πω ψέματα.
Στα 17 μου ζούσα στο Άργος με τους γονείς μου.
Ο πατέρας μου είχε ένα μικρό κατάστημα με εργαλεία και γεωργικά είδη.
Η μητέρα μου βοηθούσε στην ενορία και ήξερε πάντα ποιος είχε χωρίσει, ποια κόρη είχε αργήσει να γυρίσει σπίτι και ποια οικογένεια «δεν πρόσεχε αρκετά». Όταν κατάλαβε ότι ήμουν έγκυος, δεν με χτύπησε.
Θα το θυμόμουν πιο εύκολα αν το είχε κάνει.
Με έβαλε να καθίσω στην καρέκλα της κουζίνας και μου είπε: «Από αύριο δεν θα πας σχολείο μέχρι να βρούμε τι θα πούμε.» Ο πατέρας μου δεν με ρώτησε ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού.
Δεν τον ένοιαζε ιδιαίτερα.
Τον ένοιαζε ποιος ήξερε.
Στο σπίτι άντεξα περίπου 3 εβδομάδες μετά την αποκάλυψη.
Η μητέρα μου ήθελε να με στείλει σε μια θεία στην Τρίπολη μέχρι να «τακτοποιηθεί η κατάσταση». Εγώ είπα ότι θα κρατούσα το παιδί.
Ο πατέρας μου μου είπε να μη χρησιμοποιώ τη λέξη «θα» μέσα στο σπίτι του σαν να είχα εξουσία.
Το τελευταίο βράδυ δεν έβρεχε.
Δεν είχε καταιγίδα, ούτε κινηματογραφική σκηνή.
Είχε ζέστη και κουνούπια.
Ο πατέρας μου έβαλε μια μικρή βαλίτσα έξω από την πόρτα. «Αφού αποφάσισες ότι είσαι μεγάλη, ζήσε σαν μεγάλη.» Η μητέρα μου στεκόταν πίσω του.
Κοίταζε το πλακάκι δίπλα στο πόδι μου.
Έφυγα με 43 ευρώ, 2 μπλούζες, 1 τζιν που ήδη με έσφιγγε και ένα τηλέφωνο που σε λίγες μέρες κόπηκε γιατί δεν μπορούσα να πληρώσω την κάρτα.
Για λίγο έμενα με μια συμμαθήτριά μου.
Μετά σε μια γυναίκα που γνώριζε η μητέρα της και νοίκιαζε δωμάτιο στην Αθήνα.
Δούλεψα όπου με έπαιρναν: σε φούρνο, σε καθαριστήριο, αργότερα σε ένα μικρό ραφείο.
Εκεί έμαθα να δουλεύω πατρόν.
Ήμουν καλή σε αυτό επειδή δεν είχα περιθώριο να είμαι κακή.
Στον 8ο μήνα η μητέρα μου εμφανίστηκε ξαφνικά στην πόρτα του δωματίου μου.
Είχε μαζί της φαγητό, καθαρά σεντόνια και εκείνη τη φωνή που χρησιμοποιούσε όταν ήθελε να κάνει κάτι να φαίνεται λογικό. «Δεν γίνεται να γεννήσεις μόνη σου σαν το σκυλί», είπε.
Δεν ήταν συγγνώμη.
Τότε, όμως, μου φάνηκε σχεδόν σαν αγάπη.
Οι γονείς μου πλήρωσαν μια μικρή ιδιωτική κλινική στην Αθήνα.
Ο πατέρας μου δεν ήρθε ποτέ στο δωμάτιο.
Η μητέρα μου ήταν εκεί στην αρχή, μετά εξαφανιζόταν για ώρες.
Ο τοκετός πήγε άσχημα.
Έχασα πολύ αίμα και θυμάμαι μόνο κομμάτια: ένα δυνατό φως, μια μαία που μου έλεγε να μην κλείνω τα μάτια, κάποιον να φωνάζει για πίεση.
Όταν ξύπνησα, δεν υπήρχε μωρό δίπλα μου.
Η μητέρα μου καθόταν στην καρέκλα. «Δεν τα κατάφερε», είπε.
Δεν με άφησε να τη δω. Όταν ρώτησα γιατί, μου είπε πως «δεν υπήρχε λόγος να κρατήσω αυτή την εικόνα». Ήμουν αδύναμη, μισοναρκωμένη, 17 χρονών και μόνη.
Ένας άνθρωπος μπορεί να δεχτεί απίστευτα πράγματα όταν ο μόνος άλλος άνθρωπος στο δωμάτιο του λέει ότι είναι αλήθεια.
Έφυγα από την κλινική χωρίς παιδί.
Λίγες μέρες αργότερα έφυγα ξανά από το Άργος.
Αυτή τη φορά για χρόνια.
Στα χρόνια που ακολούθησαν έφυγα από την Πελοπόννησο, δούλεψα σε ραφεία και τελικά έφτιαξα ένα μικρό εργαστήριο στη Θεσσαλονίκη.
Δεν είχα γίνει άλλη άνθρωπος.
Απλώς είχα μάθει να πληρώνω μόνη μου το ενοίκιο και να μη ζητάω άδεια για τη ζωή μου.
Στο τηλέφωνο, η Νεφέλη είπε: «Μου είχαν πει ότι είχαν μια κόρη που έφυγε και δεν ήθελε ποτέ να ξανακούσει για αυτούς.» «Αυτό σου είπαν;» «Ναι.
Ότι ήσασταν αχάριστη.
Ότι τους ντροπιάσατε. Ότι…» Σταμάτησε. «Ότι ίσως να μην είστε καλά ψυχολογικά.» Γέλασα μία φορά.
Χωρίς χαρά. «Αυτό το τελευταίο το έλεγαν και τότε.» Δεν ξέραμε τι να κάνουμε με τη σιωπή που ακολούθησε.
Τελικά η Νεφέλη είπε: «Δεν θέλω να τους ρωτήσω ακόμα.
Αν είναι αλήθεια, θα μου πουν άλλη μία ιστορία.
Αν δεν είναι αλήθεια, θα έχω κατηγορήσει τους ανθρώπους που με μεγάλωσαν για κάτι φρικτό.» «Σωστά.» «Θέλω να σας δω.» Η καρδιά μου χτύπησε τόσο δυνατά που για μια στιγμή νόμιζα ότι θα ακουστεί από το τηλέφωνο. «Νεφέλη…» «Όχι στο σπίτι τους.
Ούτε στο δικό σας.
Κάπου στη μέση.
Χωρίς να ξέρουν ότι σας πήρα.» Έκλεισα τα μάτια.
Για 20 χρόνια είχα φανταστεί ότι, αν το παιδί μου είχε ζήσει, θα το καταλάβαινα κάπως.
Από ένα όνειρο.
Από ένα ένστικτο.
Από μια περίεργη αίσθηση κάθε χρόνο στα γενέθλιά του.
Τίποτα τέτοιο δεν είχε συμβεί.
Και τώρα μια 20χρονη άγνωστη μου ζητούσε να καθίσουμε απέναντι σε ένα τραπέζι και να δούμε αν η ζωή μας είχε κλαπεί από τους ίδιους ανθρώπους. «Ναι», της είπα. «Θα έρθω.» «Αύριο;» Κοίταξα τα κομμένα υφάσματα πάνω στο τραπέζι, τις καρφίτσες, τις παραγγελίες που έπρεπε να φύγουν μέχρι Παρασκευή. «Αύριο.» Και τότε κατάλαβα ότι δεν φοβόμουν να ξαναδώ τους γονείς μου. Φοβόμουν να δω εκείνη. Ολόκληρη η ιστορία στα σχόλια
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους