ONCE UPON A TIME IN MY MIND Και τι έγινε μετά; Ιστορίες που άρχισαν όταν τελείωσαν οι ταινίες Ανδρέας Χ. Οικονόμου Στη Μόνα, που δεν πίστεψε ποτέ ότι οι τίτλοι του τέλους είναι το τέλος. Η ταινία...
ONCE UPON A TIME IN MY MIND Και τι έγινε μετά; Ιστορίες που άρχισαν όταν τελείωσαν οι ταινίες Ανδρέας Χ. Οικονόμου Στη Μόνα, που δεν πίστεψε ποτέ ότι οι τίτλοι του τέλους είναι το τέλος.
Η ταινία τελείωνε. Η Μόνα γύριζε προς το μέρος μου. — Ανδρέα, και τι έγινε μετά; Κι εγώ άρχιζα να της λέω. ΠΡΟΟΙΜΙΟ Η ερώτηση της Μόνας Δεν θυμάμαι ποια ήταν η πρώτη ταινία.
Θυμάμαι όμως το γύρισμα του κεφαλιού της.
Οι τίτλοι του τέλους ανέβαιναν ακόμη στην οθόνη όταν η Μόνα έπαυε να κοιτάζει την τηλεόραση και στρεφόταν προς το μέρος μου.
Είχε μαύρα μαλλιά, λεπτό πρόσωπο και μάτια που, εκείνη τη στιγμή, δεν ζητούσαν ερμηνεία της ταινίας.
Δεν την ενδιέφερε τι ήθελε να πει ο σκηνοθέτης ούτε αν το τέλος ήταν ανοιχτό, αλληγορικό ή αναπόφευκτο.
Ήθελε να μάθει τι απέγιναν οι άνθρωποι. — Ανδρέα, και τι έγινε μετά; Το ρωτούσε απλά, σχεδόν αθώα, σαν να ήταν αυτονόητο ότι εγώ γνώριζα.
Σαν να είχε μόλις τελειώσει ένα δελτίο ειδήσεων και περίμενε τις νεότερες πληροφορίες.
Ο ήρωας είχε απομακρυνθεί στον ορίζοντα, η γυναίκα είχε μείνει μόνη στην αποβάθρα, το παιδί είχε κλείσει την πόρτα, οι εραστές είχαν κοιταχτεί για τελευταία φορά — αλλά για τη Μόνα τίποτε από αυτά δεν αποτελούσε τέλος.
Η ταινία είχε τελειώσει.
Οι άνθρωποι όχι.
Βρισκόμασταν στη Γαλλία. Η Ελένη, ο Σαμίρ, η Μόνα κι εγώ βλέπαμε συχνά κινηματογράφο στην τηλεόραση. Ο Σαμίρ ήταν δημοσιογράφος, χριστιανός και σοσιαλιστής.
Σε μια ειρηνική χώρα αυτές θα ήταν τρεις πληροφορίες για έναν άνθρωπο. Στον Λίβανο του εμφυλίου πολέμου ήταν τρεις διαφορετικοί λόγοι για να τον κυνηγούν.
Εκείνος και η Μόνα είχαν μετακινηθεί στο Παρίσι για να επιβιώσουν.
Δεν ξέρω αν αυτός ήταν ο λόγος που εκείνη δυσπιστούσε απέναντι στα κινηματογραφικά τέλη.
Ίσως ένας άνθρωπος που έχει αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα του γνωρίζει καλύτερα ότι καμία αναχώρηση δεν ολοκληρώνει μια ιστορία.
Μετά το πλοίο, το αεροπλάνο ή το τρένο, μετά τα σύνορα, τα χαρτιά και την πρώτη νύχτα σε μια ξένη πόλη, η ζωή εξακολουθεί.
Απλώς δεν υπάρχει πια κάμερα για να την καταγράψει.
Ίσως γι’ αυτό η Μόνα δεν ρωτούσε ποτέ: — Τι σήμαινε το τέλος; Ρωτούσε: — Τι έγινε μετά; Κι εγώ, αντί να της εξηγήσω ότι δεν υπήρχε μετά, έπαιρνα την ερώτησή της απολύτως στα σοβαρά.
Στην αρχή επινοούσα μια μικρή συνέχεια.
Δυο τρεις σκηνές, ένα ταξίδι, μια επιστροφή, έναν έρωτα που δεν είχε προλάβει να συμβεί ή μια συνάντηση που η ταινία είχε αρνηθεί στους ήρωές της.
Προσπαθούσα να πλησιάσω όσο περισσότερο μπορούσα εκείνο που φανταζόμουν ότι θα ικανοποιούσε τη Μόνα.
Όχι πάντοτε ένα ευτυχισμένο τέλος. Η Μόνα δεν ήταν τόσο αφελής.
Ήθελε όμως να ξέρει ότι οι άνθρωποι είχαν ακόμη μπροστά τους κάποια δυνατότητα.
Ότι δεν είχαν καταδικαστεί να επαναλαμβάνουν αιωνίως την τελευταία εικόνα στην οποία τους είχε εγκαταλείψει ο σκηνοθέτης.
Με τον καιρό το παιχνίδι απέκτησε τους κανόνες του.
Δεν μπορούσα να αναστήσω αυθαίρετα όποιον είχε πεθάνει.
Δεν μπορούσα να μεταμορφώσω έναν σκληρό άνθρωπο σε άγιο μόνο και μόνο για να χαρίσω στη Μόνα μια ευχάριστη νύχτα.
Η συνέχεια έπρεπε να έχει γεννηθεί μέσα στην ίδια την ταινία.
Να βρίσκεται κρυμμένη σε ένα βλέμμα, σε μια χειρονομία, σε μια φράση που δεν ολοκληρώθηκε.
Έπρεπε να μοιάζει σαν να υπήρχε πάντοτε εκεί και απλώς η κάμερα να είχε σταματήσει λίγα λεπτά νωρίτερα. Η Ελένη καταλάβαινε αμέσως πότε άρχιζε το παιχνίδι.
Χαμογελούσε πριν ακόμη προλάβω να μιλήσω. Ο Σαμίρ άναβε τσιγάρο και περίμενε να δει προς ποια κατεύθυνση θα πάρω την ιστορία. Η Μόνα με κοιτούσε ακίνητη.
Κι εγώ άρχιζα: — Λοιπόν… Δεν ήμουν ακόμη συγγραφέας εκείνων των ιστοριών.
Ήμουν ο παραμυθάς μιας μικρής παρέας.
Οι ιστορίες δεν γράφονταν.
Διαρκούσαν όσο η φωνή μου και χάνονταν όταν τελείωνε η βραδιά.
Την επόμενη φορά μπορεί να θυμόμασταν την κεντρική ιδέα, αλλά όχι τις λέξεις.
Κάθε αφήγηση γεννιόταν για εκείνους τους τρεις ανθρώπους και πέθαινε ευτυχισμένη ανάμεσά τους.
Ή έτσι νόμιζα.
Γιατί οι ιστορίες δεν χάθηκαν.
Παρέμειναν κάπου μέσα μου, όχι ως ολοκληρωμένες πλοκές αλλά ως τρόπος να βλέπω τον κόσμο.
Συνέχισα να δυσπιστώ απέναντι σε κάθε τέλος.
Όποτε έκλεινε ένα βιβλίο, τελείωνε μια ταινία ή απομακρυνόταν ένας άνθρωπος, ένα μέρος μου εξακολουθούσε να ρωτά: Και τι έγινε μετά; Τι συνέβη όταν οι άλλοι σταμάτησαν να κοιτούν; Πώς έζησε η γυναίκα μετά την τελευταία της σκηνή; Πού πήγε ο άνδρας που χάθηκε στον ορίζοντα; Τι απέγινε το παιδί όταν μεγάλωσε; Ποιος πλήρωσε το τίμημα του ευτυχισμένου τέλους των άλλων; Ποιος έμεινε πίσω για να μαζέψει τα ποτήρια, να θάψει τους νεκρούς, να ξαναχτίσει το σπίτι και να ζήσει την επόμενη συνηθισμένη ημέρα; Αυτό το βιβλίο γεννήθηκε από εκείνη την ερώτηση.
Δεν επιχειρεί να διορθώσει τις ταινίες.
Δεν ισχυρίζεται ότι αποκαλύπτει τη «σωστή» τους συνέχεια.
Επιστρέφει στους ανθρώπους που ο κινηματογράφος εγκατέλειψε μέσα στην τελευταία εικόνα και τους παραχωρεί λίγο ακόμη χρόνο.
Χρόνο για να γεράσουν.
Να αλλάξουν.
Να διαψεύσουν εκείνο που πιστεύαμε γι’ αυτούς.
Να αγαπήσουν κάποιον που δεν υπήρχε ακόμη.
Να ξανασυναντήσουν εκείνον που έφυγε.
Ή να ανακαλύψουν ότι δεν τον χρειάζονται πια.
Κάθε ιστορία αρχίζει ακριβώς στο σημείο όπου αποσύρεται η κάμερα.
Μερικές θα συνεχίζονται για μία νύχτα.
Άλλες για χρόνια.
Κάποιες θα φτάνουν μέχρι τα παιδιά και τα εγγόνια ανθρώπων που γνωρίσαμε νέους.
Και κάποτε οι δρόμοι δύο διαφορετικών έργων μπορεί να συναντιούνται: μια γυναίκα της Άγριας Δύσης θα γράψει ένα γράμμα σε ένα κορίτσι που μεγαλώνει στην Αγία Πετρούπολη· η Jill θα γίνει η αποσιωπημένη μεγαλύτερη ξαδέρφη της Λου.
Γιατί μέσα στο μυαλό του παραμυθά οι ταινίες δεν βρίσκονται σε χωριστά κουτιά.
Οι κόσμοι επικοινωνούν.
Οι νεκροί αφήνουν αντικείμενα που κάποιος άλλος θα βρει.
Τα γράμματα διασχίζουν ωκεανούς.
Οι σιδηροδρομικές γραμμές βγαίνουν από την οθόνη, περνούν μέσα από ένα παρισινό δωμάτιο και φτάνουν σε ιστορίες που δεν είχαν ακόμη γραφτεί.
Η πρώτη μας ταινία τελειώνει στη Δύση. Ο Φυσαρμόνικας απομακρύνεται μεταφέροντας πάνω στο άλογό του τον νεκρό Cheyenne. Η Jill μένει δίπλα στο πηγάδι και προσφέρει νερό στους εργάτες του σιδηροδρόμου.
Οι άνδρες του παλιού κόσμου φεύγουν ή πεθαίνουν.
Εκείνη παραμένει για να υποδεχθεί τον καινούργιο.
Οι τίτλοι αρχίζουν να ανεβαίνουν. ... Η οθόνη σκοτεινιάζει. Η Ελένη σηκώνεται να μαζέψει τα ποτήρια. Ο Σαμίρ ανάβει το τσιγάρο του. Η Μόνα παραμένει για λίγο ακίνητη.
Ύστερα γυρίζει προς το μέρος μου.
Σαν να τη βλέπω ακόμη. — Ανδρέα, και τι έγινε μετά; Αυτή τη φορά είμαι έτοιμος. — Η Jill έμεινε, της λέω. Και το ταξίδι αρχίζει.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους