«Καλύτερα να μην έρθεις στον γάμο». Το είπε έτσι. Στεγνά. Σαν να μου έλεγε να μην περάσω από το περίπτερο. Έμεινα με το κουτάλι στο χέρι, πάνω από την κατσαρόλα με τα γεμιστά. Ο ατμός ανέβαινε στο...
«Καλύτερα να μην έρθεις στον γάμο». Το είπε έτσι. Στεγνά. Σαν να μου έλεγε να μην περάσω από το περίπτερο.
Έμεινα με το κουτάλι στο χέρι, πάνω από την κατσαρόλα με τα γεμιστά.
Ο ατμός ανέβαινε στο πρόσωπό μου και για ένα δευτερόλεπτο δεν ήξερα αν έκαιγαν τα μάτια μου από το φαγητό ή από αυτό που άκουσα. «Τι εννοείς να μην έρθω;» της είπα. Η Μαρίνα δεν με κοίταζε.
Έφτιαχνε νευρικά το νύχι της. «Μη το κάνουμε δύσκολο, Άννα.
Η μαμά μου δεν το δέχεται.
Αν είσαι εκεί, θα γίνει σκηνή.
Και δεν θέλω δράματα εκείνη τη μέρα». Η μαμά της.
Δεκαπέντε χρόνια τη μεγάλωνα εγώ και ακόμα η άλλη ήταν η μαμά της. Η Ελπίδα, που εμφανιζόταν όποτε τη βόλευε, που άλλες χρονιές ξεχνούσε μέχρι και τα γενέθλιά της, αλλά τώρα ξαφνικά είχε άποψη για το ποια χωράει στον γάμο.
Δεν γνώρισα τη Μαρίνα μωρό.
Ήταν εννιά χρονών όταν παντρεύτηκα τον πατέρα της, τον Στέλιο.
Με κοίταζε τότε σαν εισβολέα.
Δεν με έλεγε με το όνομά μου.
Με έλεγε «αυτή». «Πού είναι ο μπαμπάς;» «Αυτή γιατί είναι εδώ;» «Δεν θέλω να με αγγίζει». Και πάλι έμεινα.
Όχι γιατί ήμουν αγία. Καθόλου.
Έμεινα γιατί την έβλεπα να πονάει.
Ένα παιδί μπερδεμένο, θυμωμένο, πεταμένο ανάμεσα σε δύο σπίτια και σε δύο εγωισμούς ενηλίκων.
Της έφτιαχνα τοστ για το σχολείο, της έπλενα τις φόρμες για το μπαλέτο, έτρεχα στα φροντιστήρια όταν ο Στέλιος δούλευε διπλοβάρδιες στο συνεργείο.
Όταν έβγαλε σιδεράκια, εγώ πλήρωνα τις μισές δόσεις από τον μισθό μου στο σούπερ μάρκετ.
Όταν έπαθε κρίση άγχους στις Πανελλήνιες, εγώ κοιμήθηκα στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι της.
Όταν χώρισε στα είκοσί της και γύρισε σπίτι κλαίγοντας, εγώ της κράτησα τα μαλλιά καθώς έκανε εμετό από το στρες. Η Ελπίδα τότε πού ήταν; Αλλά αυτά δεν τα είπα αμέσως.
Γιατί όταν πονάω πολύ, πρώτα παγώνω. Ο Στέλιος καθόταν στο τραπέζι και έξυνε το μέτωπό του, όπως κάνει πάντα όταν θέλει να αποφύγει καβγά. «Άννα, μην το πάρεις έτσι», είπε σιγανά. «Η μέρα είναι της Μαρίνας.
Ας κάνουμε όλοι λίγο πίσω». Γύρισα και τον κοίταξα. «Όλοι; Ποιοι όλοι, Στέλιο; Εγώ κάνω πίσω δεκαπέντε χρόνια». Η Μαρίνα αναστέναξε δυνατά. «Να το, αυτό λέω.
Πάλι θα γίνει θέμα γύρω από σένα». Εκεί λύγισα.
Όχι με κλάμα αμέσως.
Με εκείνο το τρέμουλο που σε πιάνει στα χέρια όταν καταλαβαίνεις ότι ο άλλος όχι μόνο δεν σε αγάπησε όπως νόμιζες, αλλά ίσως δεν σε είδε ποτέ πραγματικά. «Γύρω από μένα;» της είπα. «Εγώ ήμουν καλή μόνο όταν σε πήγαινα για εξετάσεις, όταν σου έδινα λεφτά κρυφά να βγεις, όταν έτρεχα να σου βρω νυφικό μαζί με τη φίλη σου επειδή η μάνα σου “δεν προλάβαινε”; Τότε δεν ήμουν πρόβλημα;» Η Μαρίνα κοκκίνισε. «Μη μιλάς έτσι για τη μητέρα μου». «Τη δική σου μητέρα δεν τη γνωρίζω όσο γνώρισα το παιδί της», της πέταξα, και το μετάνιωσα την ίδια στιγμή, αλλά είχε ήδη βγει.
Σηκώθηκε απότομα η καρέκλα της. «Είσαι ακριβώς ο λόγος που δεν σε θέλω εκεί.
Πάντα κρατάς λογαριασμό.
Ό,τι έκανες, το έκανες για να σου χρωστάω». Αυτό με χτύπησε χειρότερα από όλα. 🔽 Δες τη συνέχεια στα σχόλια ⬇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους