«Μαμά, ο μπαμπάς θα έρθει το βράδυ;» Ο Νικόλας με ρώτησε με το γάλα ακόμα στο στόμα, κι εγώ στεκόμουν στην κουζίνα με το κινητό στο χέρι, κοιτώντας μια οθόνη που δεν άναβε ποτέ. Είχαν περάσει ήδη δύο...
«Μαμά, ο μπαμπάς θα έρθει το βράδυ;» Ο Νικόλας με ρώτησε με το γάλα ακόμα στο στόμα, κι εγώ στεκόμουν στην κουζίνα με το κινητό στο χέρι, κοιτώντας μια οθόνη που δεν άναβε ποτέ.
Είχαν περάσει ήδη δύο μέρες.
Δύο μέρες χωρίς μήνυμα, χωρίς κλήση, χωρίς έναν καβγά, χωρίς ένα χαρτί πάνω στο τραπέζι.
Μόνο η ντουλάπα του μισοάδεια και το συρτάρι με τα χαρτιά μας ανοιγμένο. «Θα δούμε, αγάπη μου», του είπα.
Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι είχα αρχίσει κι εγώ να λέω ψέματα.
Ο άντρας μου, ο Στέλιος, δεν ήταν άνθρωπος που εξαφανιζόταν.
Ή έτσι πίστευα.
Δούλευε περιστασιακά σε μια αποθήκη στον Ρέντη, εγώ έκανα λίγα απογευματινά σε σπίτια με καθαριότητα όταν έβρισκα, και παλεύαμε όπως τόσοι στην Αθήνα.
Ενοίκιο, σούπερ μάρκετ, λογαριασμοί, τα αγγλικά της Μαρίας, το φροντιστήριο του Νικόλα για το σχολείο.
Δεν ήμασταν άνετοι, αλλά κρατιόμασταν.
Μέχρι που ένα πρωί έφυγε σαν να πήγε να πάρει τσιγάρα.
Και δεν ξαναγύρισε.
Στην αρχή τον δικαιολογούσα.
Μήπως έπαθε κάτι; Μήπως ντρεπόταν γιατί χρωστούσε; Μήπως ήθελε χρόνο; Ό,τι και να σκεφτόμουν, γύριζε και με χτυπούσε στο ίδιο σημείο: γιατί δεν πήρε έστω τα παιδιά ένα τηλέφωνο; Πήρα τη μητέρα του. «Δεν ξέρω πού είναι ο Στέλιος», μου είπε ξερά. «Δύο μέρες έχει να δώσει σημάδι ζωής.
Έχεις ιδέα;» «Ε, μεγάλος άνθρωπος είναι.
Κάπου θα πήγε να ηρεμήσει.» Να ηρεμήσει.
Εγώ είχα δύο παιδιά να ρωτάνε, έναν ιδιοκτήτη να περιμένει το νοίκι, και ένα ψυγείο που άδειαζε.
Την τέταρτη μέρα ήρθε ο κύριος Μανώλης, ο ιδιοκτήτης.
Χτύπησε το κουδούνι με εκείνο το επίμονο, ξερό χτύπημα που σου σφίγγει το στομάχι. «Κυρία Ελένη, το ενοίκιο;» «Σας παρακαλώ, δώστε μου λίγες μέρες ακόμη.» Με κοίταξε σαν να ζύγιζε αν λέω αλήθεια. «Το συμβόλαιο είναι στο όνομα του Στέλιου.
Αν εξαφανίστηκε, εγώ με ποιον μιλάω;» Έμεινα με το χέρι πάνω στην πόρτα και τα πόδια να τρέμουν.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Δεν ήταν μόνο ότι έφυγε.
Ήταν ότι άφησε πίσω του ένα χάος τόσο πρακτικό, τόσο ταπεινωτικό, που δεν μου άφηνε ούτε χρόνο να πενθήσω.
Στα παιδιά έπρεπε να φέρομαι κανονικά.
Να βάζω πλυντήριο, να ετοιμάζω τοστ, να υπογράφω τετράδια, να λέω «διαβάστε λίγο ακόμα». Η Μαρία όμως ήταν δέκα χρονών.
Καταλάβαινε. «Σε άφησε, έτσι;» μου είπε ένα βράδυ σιγανά από την πόρτα της κουζίνας.
Γύρισα απότομα. «Μην τα λες αυτά.» «Τότε γιατί δεν παίρνει;» Δεν απάντησα.
Μόνο έβαλα τα πιάτα στο νεροχύτη λίγο πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε, κι εκείνη τρόμαξε.
Ακόμα το κουβαλάω αυτό.
Οι συγγενείς; Άλλο μαρτύριο.
Η αδελφή μου με βοηθούσε όσο μπορούσε, αλλά η θεία μου είχε πάντα έτοιμη τη σπόντα. «Μήπως τον πίεζες πολύ; Οι άντρες άμα τους ζορίσεις...» Την κοίταξα και δεν πίστευα ότι το άκουγα. «Δηλαδή φταίω εγώ που έφυγε και δεν ρώτησε ούτε για τα παιδιά του;» Σήκωσε τους ώμους.
Αυτή η κίνηση... πιο πολύ πονάει από τις λέξεις καμιά φορά.
Άρχισα να ψάχνω δουλειά παντού.
Καφετέριες, φούρνους, ένα μίνι μάρκετ στη γειτονιά, καθαριότητες σε πολυκατοικίες. Άκουγα συνέχεια το ίδιο. 📎 Διάβασε τη συνέχεια στο σχόλιο 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους