Θέλω σήμερα να σου γράψω ένα γράμμα… Για να τιμήσω το πέρασμά σου στην αιωνιότητα. Για να θυμηθώ και να χαράξω στη μνήμη μου τόσες χιλιάδες αναμνήσεις, για να μην ξεχάσω ποτέ. Και ξέρω πως, από εκεί...
Θέλω σήμερα να σου γράψω ένα γράμμα… Για να τιμήσω το πέρασμά σου στην αιωνιότητα.
Για να θυμηθώ και να χαράξω στη μνήμη μου τόσες χιλιάδες αναμνήσεις, για να μην ξεχάσω ποτέ.
Και ξέρω πως, από εκεί που είσαι, θα το διαβάσεις.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι και εσένα.
Το φαινομενικά αυστηρό παρουσιαστικό σου, που ερχόταν σε τόσο μεγάλη αντίθεση με τη γλύκα, την τρυφερότητα και την αγάπη με την οποία έλεγες το όνομά μου… «Μυρτώ μου…» Θυμάμαι, ήμουν δεν ήμουν δεκαεπτά χρονών, επαναστάτρια και ξερόλας, όταν σε ρώτησα: «Αφού ο Θεός μας αγαπάει, γιατί υποφέρουν τόσοι άνθρωποι και τόσα παιδιά;» Χαμογέλασες με εκείνη την ηρεμία σου και άναψες τσιγάρο.
Ήμασταν καθισμένοι στο τραπέζι της κουζίνας, στη Λευκωσία. «Μυρτώ μου, ο Θεός δεν ευθύνεται για τα κακά των ανθρώπων.» Και άρχισες να μου μιλάς με τόση ομορφιά και τόση απλότητα για τη χάρη του Θεού και την ατέλεια των ανθρώπων.
Με εκείνον τον περίτεχνο λόγο σου, αλλά και με την εκπληκτική σου ικανότητα να διηγείσαι, να ζωντανεύεις ιστορίες και να δημιουργείς εικόνες.
Πολύ πιο πριν, αμυδρά πια, θυμάμαι εκείνο το φοβερό σας γλέντι με τον μπαμπά μου, όταν σμίξατε ύστερα από πολύ καιρό, στο λιμανάκι της Πάφου, εκεί στις ψαροταβέρνες.
Τραγουδούσατε, γελούσατε, πετάγατε τα μπουκάλια στη θάλασσα… Και τώρα χαμογελώ πικρά, γιατί μαζί σου κλείνει κι ένα κομμάτι μιας εποχής.
Μιας μαγικής εποχής για μένα.
Θυμάμαι το σπίτι σου, που ήταν πάντα μια ανοιχτή αγκαλιά για εμάς.
Μόλις φτάναμε, έτρεχες να μας προϋπαντήσεις με εκείνο το γρήγορο περπάτημά σου και το πλατύ σου χαμόγελο.
Θυμάμαι ακόμη τη μυρωδιά της γιούκας στην αυλή.
Εκείνη την υπέροχη μυρωδιά που, στα παιδικά μου μάτια, έμοιαζε να μυρίζει κι αυτή αγάπη.
Σαν τη δική σου.
Τι να πρωτοθυμηθώ; Το ψάρεμα; Τις υπέροχες γάτες και τα σκυλιά που είχες στην αυλή σου, που για μένα ήταν ένας μικρός παράδεισος; Τις εκδρομές στον Ακάμα, που ήταν η χαρά όλων μας και μια μοναδική ευκαιρία να μιλήσουμε, να τραγουδήσουμε, να προβληματιστούμε για όλα εκείνα τα δύσκολα που οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να μην αγγίζουν; Να θυμηθώ την αγάπη σου για τη Μόρφου; Τα βράδια που σας κρυφάκουγα να μιλάτε για τις αναμνήσεις σας, για την προσφυγιά, για το άδικο, για το πόσο λαχταρούσατε να γυρίσετε πίσω… Τις ιστορίες για την ΕΟΚΑ; Για το ξύλο που έφαγες από τους Άγγλους, για τα βασανιστήρια, για τον απελευθερωτικό αγώνα; Για την αγάπη σου για την Ελλάδα; Μια εικόνα, όμως, θα κρατήσω περισσότερο από όλες.
Εκεί, στα γλέντια σας.
Να κάθεσαι με το τσιγάρο αναμμένο, τα μάτια κλειστά, και να τραγουδάς με τόση ψυχή, με τόσο πόνο και τόση νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες.
Αυτός ήταν ο νονός μου.
Αυτός ήταν ο άνθρωπος που αγάπησα τόσο πολύ.
Δεν ήταν μόνο ο θεολόγος.
Δεν ήταν μόνο ο αγωνιστής.
Δεν ήταν οι τίτλοι, οι ιδιότητες ή οι ιστορίες που θα μπορούσε κάποιος να διηγηθεί για σένα.
Ήσουν ένας μοναδικός άνθρωπος.
Τόσο ανθρώπινος και, ταυτόχρονα, τόσο βαθιά πνευματικός.
Τόσο σκληρός και τόσο ευαίσθητος.
Τόσο σάρκα όσο και πνεύμα.
Και αν υπάρχει Θεός — κι απόψε θέλω να πιστεύω πως υπάρχει — είμαι σίγουρη πως κάθεται τώρα στο πλευρό σου και τραγουδάτε μαζί: «Η Σμύρνη μάνα καίγεται, καίγεται και το βιός μας…» Και τώρα μόνο ένα πράγμα εύχομαι: Να ήξερες πόσο πολύ σε αγαπούσα και πόσο σε θαύμαζα.
Να το είχες καταλάβει.
Να στο είχα πει περισσότερο.
Ελπίζω να το ήξερες, νονέ μου.
Ελπίζω να το ένιωθες.
Καλό πέρασμα, αγαπημένε μου Xαραλάμπη... Αγαπημένε μου νονέ. Αγαπημένε μου, ξεχωριστέ άνθρωπε. Ο παράδεισος σήμερα κέρδισε. Εμείς μείναμε φτωχότεροι.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους