«Μαμά, γιατί έχει το αμάξι της νονάς κάτω;» με ρώτησε ο μικρός μου ο Μανώλης, κι ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος πριν καν βάλω το κλειδί στην πόρτα. Δεν είχα προειδοποιήσει ότι θα γύριζα...
«Μαμά, γιατί έχει το αμάξι της νονάς κάτω;» με ρώτησε ο μικρός μου ο Μανώλης, κι ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος πριν καν βάλω το κλειδί στην πόρτα.
Δεν είχα προειδοποιήσει ότι θα γύριζα νωρίς.
Το ραντεβού με έναν πελάτη ακυρώθηκε και πήρα τον γιο μου από το απογευματινό λίγο πιο πριν.
Ανέβηκα τα σκαλιά με εκείνη τη σακούλα από τον φούρνο στο χέρι και με μια κούραση συνηθισμένη, καθημερινή.
Μέχρι που άνοιξα.
Το πρώτο που είδα ήταν η τσάντα της Δήμητρας στον καναπέ.
Το δεύτερο, το πουκάμισο του Κώστα πεταμένο κάτω.
Και μετά άκουσα γέλια από την κρεβατοκάμαρα.
Εκείνο το χαμηλό, μισοκρυμμένο γέλιο που δεν ήταν για φίλους. Πάγωσα. Ο Μανώλης κρατούσε το χέρι μου και με τράβηξε. «Μαμά;» Άφησα τη σακούλα κάτω και του είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα: «Πήγαινε στην κυρία Σοφία από απέναντι. Τώρα.
Και μην ρωτήσεις τίποτα.» Με κοίταξε τρομαγμένος.
Χτύπησα την πόρτα της γειτόνισσας σχεδόν με μανία, τον έσπρωξα απαλά μέσα και γύρισα πίσω χωρίς να νιώθω τα πόδια μου.
Άνοιξα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και τους είδα. Ο Κώστας πετάχτηκε πάνω σαν να τον είχαν πιάσει να κλέβει. Η Δήμητρα τυλίχτηκε με το σεντόνι και δεν με κοίταζε καν.
Αυτό ήταν ίσως το χειρότερο.
Όχι η εικόνα.
Η στάση τους.
Η ντροπή χωρίς αξιοπρέπεια. «Πόσο καιρό;» ήταν το μόνο που βγήκε από το στόμα μου. Ο Κώστας ψέλλισε κάτι. «Άκουσέ με, Ελένη, δεν είναι όπως φαίνεται...» Γέλασα.
Ένα γέλιο ξερό, άρρωστο. «Και πώς φαίνεται, Κώστα; Για πες μου.
Μήπως κάνετε πρόβα για θέατρο μέσα στο σπίτι μου;» Η Δήμητρα τότε ψιθύρισε: «Δεν ήθελα να γίνει έτσι...» Γύρισα και την κοίταξα πρώτη φορά στα μάτια. «Μέσα στο σπίτι μου.
Στο κρεβάτι μου.
Και μπροστά στο παιδί μου παρκαρισμένο το αμάξι σου απ’ έξω.
Αυτό βρήκες να πεις;» Εκείνο το βράδυ δεν θυμάμαι πολλά.
Θυμάμαι μόνο ότι φώναζα, μετά έκλαιγα, μετά δεν έβγαινε ήχος.
Θυμάμαι τη Σοφία να κρατάει τον Μανώλη στο σπίτι της.
Θυμάμαι τη μάνα μου να έρχεται τρέχοντας και να λέει «μάζεψε το παιδί και φύγε τώρα». Και θυμάμαι τον Κώστα να με ακολουθεί μέχρι την είσοδο, ξυπόλυτος, να λέει «έγινε ένα λάθος». Ένα λάθος.
Σαν να ξέχασε να πληρώσει τη ΔΕΗ. Η Δήμητρα ήταν φίλη μου από το λύκειο.
Είχε γίνει νονά του γιου μου.
Έτρωγε στο τραπέζι μας.
Ήξερε τα πάντα.
Όταν είχα αποβολή πριν γεννηθεί ο Μανώλης, ήταν εκεί.
Όταν ο Κώστας έμεινε άνεργος δυο χρόνια και ζοριστήκαμε να πληρώσουμε δόση στεγαστικού, εκείνη ερχόταν και μου έλεγε «κάνε υπομονή, θα περάσει». Και περνούσε δίπλα μου κρατώντας μυστικά που με αφορούσαν.
Τις επόμενες μέρες ο Κώστας ορκιζόταν ότι ήταν «κάτι που ξέφυγε». Μετά έμαθα ότι κρατούσε μήνες.
Μηνύματα, ξενοδοχεία, δικαιολογίες για «δουλειές», κάτι Σάββατα που εγώ πήγαινα τον μικρό αγγλικά και εκείνος έλεγε ότι θα δει τον αδερφό του στο Περιστέρι.
Ούτε αδερφό δεν είχε εκεί. Όλα ψέματα. Στρώμα πάνω στο στρώμα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους