Αγαπητέ συγγραφέα της καρδιάς μας κ ΠΕΤΡΟ ΤΣΕΡΚΕΖΗ Σε έναν κόσμο που συχνά βιάζεται και προσπερνά τις λεπτομέρειες, εσύ κ Πέτρο επιλέγεις να σταματάς και να τις κοιτάς κατάματα. Αυτό είναι το σπάνιο...
Αγαπητέ συγγραφέα της καρδιάς μας κ ΠΕΤΡΟ ΤΣΕΡΚΕΖΗ Σε έναν κόσμο που συχνά βιάζεται και προσπερνά τις λεπτομέρειες, εσύ κ Πέτρο επιλέγεις να σταματάς και να τις κοιτάς κατάματα.
Αυτό είναι το σπάνιο του χαρακτήρα σου: να πιάνεις το αόρατο, το ασήμαντο για τους πολλούς, και να του δίνεις φωνή, σχήμα και φως μέσα από τις λέξεις σου.
Κάθε φορά που διαβάζω έναν στίχο σου, νιώθω ότι ξεκλειδώνεις μια πόρτα που είχα ξεχάσει ότι υπάρχει.
Έχεις την ικανότητα να μεταμορφώνεις τον πόνο σε ομορφιά, τη σιωπή σε μουσική και το σκοτάδι σε μια βαθιά, λυτρωτική κατανόηση.. Σε ευχαριστώ από καρδιάς που με την ευαισθησία και το θάρρος σου μας θυμίζεις τι σημαίνει να είσαι αληθινά ΑΝΘΡΩΠΟΣ!!!! Την αγάπη και την εκτίμηση μας. ΝΤΙΝΑ ΜΗΛΟΥ ΕΛΕΝΗ ΓΙΑΝΑΚΟΥ ΝΙΚΟΛΛΑΣ ΜΗΛΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΕΣ ΨΥΧΗΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Σημειώσεις για τη συλλογή «Σταλαγματιές» της Ντίνας Μήλου Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις 24γράμματα, η συλλογή «Σταλαγματιές» την Ντίνα Μήλου και δεν είναι μια απλή σειρά ποιημάτων, όπως συμβαίνει συνήθως σε πολλές συλλογές.
Και νομίζω πως εδώ βρίσκεται το πρώτο σημαντικό στοιχείο: η πέμπτη συλλογή της είναι ταυτόχρονα ποιητική συλλογή, προσωπικό ημερολόγιο μνήμης, κοινωνική μαρτυρία και, στο δεύτερο μέρος, ένα ιδιότυπο εργαστήριο συνάντησης ποίησης, ζωγραφικής και πεζού λόγου.
Η ίδια η δομή του βιβλίου το επιβεβαιώνει: 75 ποιήματα στο Α΄ μέρος και 11 «εικονοϊστορίες» στο Β΄ μέρος.
Έχω προλογίσει και επιμεληθεί τις προηγούμενες συλλογές της: η «Σταλαγματιές» είναι και δεν πρέπει να παρουσιαστεί απλώς ως συνέχεια των συλλογών «Δρόπολη μου ζηλεμένη», «Πληγωμένα χαμόγελα», «Γεφυρωμένες πατρίδες» και «Άσπιλο κρίνο». Είναι ένα βιβλίο στο οποίο η προηγούμενη ποιητική διαδρομή της Ντίνας συμπυκνώνεται και ταυτόχρονα ανοίγει προς μια πιο σύνθετη μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης.
Και ίσως δεν είναι τυχαίο το όνομα που επέλεξε η ποιήτρια για την πέμπτη ποιητική της συλλογή.
Η «σταλαγματιά» είναι κάτι μικρό, σχεδόν ανεπαίσθητο.
Είναι όμως και κάτι που προέρχεται από βάθος.
Μια σταγόνα νερού μπορεί να μοιάζει ελάχιστη, αλλά όταν πέφτει αδιάκοπα πάνω στην πέτρα, την αλλάζει.
Μπορεί να γίνει ρυάκι, πηγή, ποτάμι.
Έτσι και εδώ: οι στίχοι της Ντίνας Μήλου είναι μικρές συμπυκνώσεις μνήμης, εμπειρίας, αγωνίας, έρωτα, πίστης, κοινωνικής παρατήρησης και ιστορικού τραύματος.
Καθεμιά τους μοιάζει μικρή, όλες μαζί όμως συγκροτούν έναν ολόκληρο εσωτερικό κόσμο.
Η ίδια η συλλογή, άλλωστε, μας δίνει από την αρχή το κλειδί της.
Στο ποίημα «Αξίες», η ποιήτρια γράφει: «Η ηθική υπόσταση του λόγου / είναι η γάργαρη πηγή / που αναβλύζει απ’ τα έγκατα της συνείδησής μας». Δεν πρόκειται απλώς για μια όμορφη μεταφορά.
Είναι, θα έλεγα, μια ποιητική διακήρυξη.
Ο λόγος της Ντίνας Μήλου ξεκινά από τη συνείδηση.
Δεν ενδιαφέρεται να είναι ουδέτερος απέναντι στο καλό και στο κακό, στη δικαιοσύνη και στην αδικία, στην αλήθεια και στο ψέμα.
Κι αυτό είναι ίσως το πρώτο γνώρισμα που διαπερνά ολόκληρο το βιβλίο: η ποίηση εδώ δεν θέλει να αποσυρθεί από τον κόσμο.
Θέλει να παρέμβει μέσα σ’ αυτόν.
Να του χαρίσει ουσία και ομορφιά. Η ΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ Έχοντας παρακολουθήσει και τις προηγούμενες ποιητικές διαδρομές της Ντίνας Μήλου, αισθάνομαι πως οι «Σταλαγματιές» δεν αποτελούν απλώς μία ακόμη συλλογή.
Υπάρχει εδώ μια διεύρυνση του ποιητικού της ορίζοντα. Η Δρόπολη, η μνήμη, η οικογένεια, η πίστη, οι πληγές μιας εποχής, η γυναίκα, ο έρωτας, η πατρίδα, η κοινωνική αδικία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν εμφανίζονται ως ξεχωριστά θέματα.
Συνομιλούν μεταξύ τους.
Η ποιήτρια δεν γράφει μόνο για όσα έζησε.
Γράφει για όσα δεν πρέπει να ξεχαστούν.
Γι’ αυτό και η μνήμη στις «Σταλαγματιές» δεν είναι ένα ήρεμο καταφύγιο νοσταλγίας.
Είναι μια ενεργή δύναμη.
Στο «Σεντούκι της μνήμης», η ποιήτρια ανοίγει το παρελθόν σαν ένα παλιό ξύλινο κιβώτιο: «Ανοίγω της μνήμης το σεντούκι.
Μυρίζουν ναφθαλίνη οι εποχές». Και λίγο αργότερα: «Έσπασαν των ρολογιών οι δείκτες!» Εδώ βρίσκεται ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς μηχανισμούς της συλλογής.
Ο χρόνος, ενώ κανονικά προχωρά, μέσα στη μνήμη παύει να είναι γραμμικός.
Οι εποχές επιστρέφουν, η παιδική ηλικία ξαναζωντανεύει, οι νεκροί ξαναμιλούν, τα σπίτια αποκτούν φωνή, οι δρόμοι της Δρόπολης ξαναγίνονται παρόν.
Η μνήμη επομένως δεν λειτουργεί ως μουσείο.
Είναι χώρος επανασύνδεσης.
Και αυτό εξηγεί γιατί στην ποίηση της Ντίνας Μήλου η πατρίδα δεν είναι απλώς ένας τόπος.
Είναι ένα εσωτερικό τοπίο.
Είναι ο δρόμος, η πέτρα, η πόρτα, η εκκλησιά, το σπίτι, ο Δρίνος, το βουνό, η γειτονιά.
Είναι κυρίως ό,τι εξακολουθεί να ζει μέσα στον άνθρωπο όταν ο άνθρωπος έχει απομακρυνθεί από τον τόπο του.
Η φράση «Η ποίησή μου φοράει πατρίδα», από το «Προδομένα φεγγάρια», είναι χαρακτηριστική.
Δεν λέει απλώς ότι η ποίησή της μιλά για την πατρίδα.
Λέει ότι η ποίηση φοράει την πατρίδα.
Σαν ένδυμα.
Σαν δεύτερο δέρμα.
Και το ένδυμα αυτό δεν είναι τυχαίο.
Θα επιστρέψει αργότερα, με τρόπο συγκλονιστικό, στη «Φορεσιά της Δροπολίτισσας». ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΡΑΥΜΑ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΝΗΜΗ Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της συλλογής είναι ο τρόπος με τον οποίο το προσωπικό βίωμα μετατρέπεται σε συλλογική μαρτυρία. Η Ντίνα Μήλου δεν εγκλωβίζεται στο «εγώ». Το προσωπικό της παρελθόν γίνεται ένας φακός μέσα από τον οποίο κοιτάζει την Ιστορία.
Στους στίχους της υπάρχουν οι πληγές μιας ολόκληρης γενιάς.
Υπάρχουν οι άνθρωποι που φοβήθηκαν, που σιώπησαν, που έφυγαν, που έζησαν μέσα σε ιδεολογικά σύνορα και κοινωνικούς αποκλεισμούς.
Υπάρχει η εμπειρία ενός τόπου όπου η Ιστορία δεν γράφτηκε μόνο στα βιβλία αλλά και στα σπίτια, στις οικογένειες, στις συνειδήσεις.
Στο «Ανεμοσούρι μίσους», η γλώσσα σκοτεινιάζει.
Οι λέξεις γίνονται «φρικτές σκιές», τα νήματα του δόλου πλέκουν παγίδες, το σκοτάδι συγκρούεται με τη διαφάνεια.
Η ποιήτρια δεν χρησιμοποιεί εδώ το σκοτάδι απλώς ως αισθητική εικόνα.
Το σκοτάδι είναι πολιτικό και ηθικό μέγεθος.
Απέναντί του αντιπαραθέτει επίμονα το φως.
Αυτός ο άξονας σκοτάδι και φως, διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή.
Σκοτάδι είναι ο φόβος, η προδοσία, η βία, ο φανατισμός, η χειραγώγηση, η λήθη.
Φως είναι η συνείδηση, η αγάπη, η πίστη, η δημιουργία, η μνήμη.
Γι’ αυτό και η Ντίνα Μήλου μπορεί να είναι οργισμένη χωρίς να γίνεται μηδενιστική.
Η ποίησή της καταγγέλλει, αλλά δεν παραιτείται.
Πληγώνεται, αλλά εξακολουθεί να ελπίζει.
Ακόμη και όταν γράφει πως «Ακρίβυναν οι καιροί, / φθήνυναν οι συνειδήσεις», το ποίημα καταλήγει με το προστακτικό «ώρα να ξυπνήσεις!!!». Δηλαδή η διαπίστωση δεν είναι το τέλος.
Είναι η πρόσκληση σε εγρήγορση. Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ Η κοινωνική και πολιτική διάσταση της συλλογής είναι έντονη.
Η ποιήτρια δεν κρύβει την αγανάκτησή της απέναντι στην υποκρισία, στην εξουσία, στην απληστία, στον καιροσκοπισμό.
Σε αρκετά από τα σύντομα ποιήματα του βιβλίου χρησιμοποιεί την ειρωνεία σαν νυστέρι. «Στρουθοκαμηλισμός», «Θύματα», «Απληστία», «Το ρούχο του χαμαιλέοντα», «Βλακεία», «Ο Ραδιούργος» δεν είναι απλώς σατιρικές πινελιές.
Είναι μικρές ηθικές ακτινογραφίες μιας κοινωνίας.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το: «Δεν συμβιβάζομαι με το “κενό”, σε περιτύλιγμα αστραφτερό... Δεν συμβιβάζομαι με την ψευτιά κι ας πάρει ο δρόμος μου φωτιά!» Εδώ η ποιητική φωνή αποκαλύπτει και την προσωπική της στάση.
Η λέξη «ασυμβίβαστη» δεν είναι απλώς τίτλος ποιήματος.
Είναι χαρακτηρισμός μιας ποιητικής συνείδησης.
Και ίσως γι’ αυτό η Ντίνα Μήλου προτιμά συχνά την καθαρή, άμεση διατύπωση από την ερμητική ποίηση.
Θέλει να επικοινωνήσει.
Θέλει ο στίχος να φτάσει στον άλλον.
Ο «πηγαίος λόγος», όπως γράφει η ίδια, είναι «η κελαρυστή πηγή της αντίληψης». Αυτό δεν σημαίνει ότι η ποίησή της στερείται εικόνων. Αντίθετα.
Είναι γεμάτη μεταφορές, προσωποποιήσεις, αντιθέσεις, παρομοιώσεις και ηχητικά παιχνίδια.
Απλώς η εικόνα δεν χρησιμοποιείται για να κρύψει το νόημα.
Χρησιμοποιείται για να δυναμώσει το νόημα.
Και όλα τα τυλίγει η πιο όμορφη ηλιαχτίδα. «Η αγάπη αναδύεται σαν δειλή ηλιαχτίδα φωτός». Η σταγόνα γίνεται ηλιαχτίδα.
Η ηλιαχτίδα γίνεται ελπίδα.
Η ελπίδα γίνεται αντίσταση.
Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η βαθύτερη εσωτερική κίνηση του βιβλίου. Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ Ένας άλλος σημαντικός άξονας του βιβλίου είναι η γυναικεία παρουσία.
Στις «Σταλαγματιές» η γυναίκα δεν εμφανίζεται μόνο ως μητέρα, ως ερωτική παρουσία ή ως αγαπημένο πρόσωπο.
Εμφανίζεται ως δημιουργός, φορέας μνήμης, αγωνίστρια και πρόσωπο ιστορικής αντοχής.
Στο ποίημα «Η γυναίκα σήμερα», η ποιήτρια μιλά για «άρωμα χειραφέτησης» και για «γέφυρες ανεξαρτησίας». Η γυναίκα δεν περιμένει πλέον να της παραχωρηθεί η θέση της.
Τη διεκδικεί.
Και αυτή η ιδέα αποκτά μια εντυπωσιακή εικαστική συνέχεια στο δεύτερο μέρος, στην «Ανάδυση της Γυναίκας». Εδώ ο πίνακας του Νίκου Μήλο παρουσιάζει μια γυναικεία μορφή μέσα στο νερό, ενώ το κείμενο της Ελένης Γιαννακού μετατρέπει την εικόνα σε μυθολογική και σχεδόν κοσμογονική σκηνή.
Τα πουλιά φεύγουν σαν πρόσφυγες, τα φύλλα παρασύρονται, ένα κόκκινο διαμάντι πέφτει στο νερό και μέσα από τα κύματα «αναδύθηκε η γυναίκα», «εργάτρια της δημιουργίας». Η λέξη «εργάτρια» είναι εδώ αποφασιστική.
Η γυναίκα δεν αναδύεται για να γίνει αντικείμενο θαυμασμού.
Αναδύεται για να δημιουργήσει.
Η γυμνότητα επομένως δεν λειτουργεί ως ερωτική έκθεση του σώματος αλλά ως αρχέγονη αφαίρεση όλων των ενδυμάτων της Ιστορίας.
Η γυναίκα εμφανίζεται πριν από τους κοινωνικούς ρόλους, πριν από τις επιβολές, πριν από τις ταυτότητες που της φόρεσαν οι άλλοι.
Και ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συναντήσεις των τριών δημιουργών του βιβλίου: ο Νίκος Μήλου ζωγραφίζει, η Ελένη Γιαννακού αφηγείται και η Ντίνα Μήλο, μέσα από το συνολικό σώμα της συλλογής, έχει ήδη δημιουργήσει το ιδεολογικό έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να σταθεί αυτή η μορφή. Η ΜΑΝΑ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ Αν η «Ανάδυση της Γυναίκας» έχει έναν σχεδόν μυθικό χαρακτήρα, το «Μάνα μου» επιστρέφει στο πιο απλό και γήινο επίπεδο: μια μάνα μπροστά στη ραπτομηχανή.
Και όμως, από αυτή την καθημερινή εικόνα γεννιέται μια από τις πιο ουσιαστικές ιδέες ολόκληρου του βιβλίου.
Η μάνα κρατά το ψαλίδι και εξηγεί στον γιο της ότι με το ίδιο εργαλείο μπορεί να κόψει ύφασμα και να δημιουργήσει καινούργια ρούχα, αλλά μπορεί επίσης να τραυματίσει.
Και καταλήγει: «Ο δύσκολος δρόμος είναι αυτός της δημιουργίας.
Ο εύκολος δρόμος είναι εκείνος της καταστροφής». Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο καθαρή συμπύκνωση της ηθικής των «Σταλαγματιών». Η δημιουργία είναι δύσκολη.
Η καταστροφή εύκολη.
Αυτή η φράση αφορά τη μάνα, αφορά την οικογένεια, αφορά την Ιστορία, αφορά την πολιτική, αφορά την τέχνη.
Αφορά και το ίδιο το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας.
Γιατί και η ποίηση είναι μια μορφή δημιουργίας απέναντι στην καταστροφή. Η Ελένη Γιαννακού, γράφοντας την «εικονοϊστορία», κατορθώνει να μετατρέψει ένα καθημερινό αντικείμενο, τη ραπτομηχανή, σε σύμβολο ολόκληρης μιας ηθικής στάσης. Η ΦΟΡΕΣΙΑ, ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΚΑΙ Η ΛΗΘΗ Στη «Φορεσιά της Δροπολίτισσας», η μνήμη αποκτά σώμα όπως έχω αναφερθεί και σ’ ένα άλλο δοκίμιο.
Η νεαρή Ντίνα αγαπά τον χορό και τη φορεσιά της Δροπολίτισσας και από νεαρή ηλικία είχε βάλει φτερά στα πόδια της και η λυγεράδα της λάμπρυνε τις σκηνές.
Αλλά τις τα έσπασαν εκείνα τα φτερά των ονείρων.
Όχι όμως την αγάπη για το χορό και τη φορεσιά.
Η φορεσιά δεν είναι απλό ένδυμα.
Είναι πολιτισμική ταυτότητα.
Είναι ρίζα.
Είναι η απόδειξη ότι ένας λαός μπορεί να κρατήσει την πολιτιστική του μνήμη ακόμη και όταν η Ιστορία προσπαθεί να την ελέγξει, να την ξεσκίσει.
Όταν ζητούν πίσω τη φορεσιά, ζητούν ουσιαστικά πίσω κάτι πολύ περισσότερο από ένα κομμάτι ύφασμα.
Ζητούν να ελέγξουν το δικαίωμα της μνήμης, της ταυτότητας και τις ομορφιά.
Και τότε έρχεται η απάντηση: «Α! Το κλειδί! Πάει... χάθηκε... στη λήθη της μνήμης...» Πρόκειται για μια εξαιρετικά ευφυή αντιστροφή.
Το κλειδί που ανοίγει το σεντούκι της μνήμης δεν βρίσκεται πλέον στα χέρια εκείνων που θέλουν να ελέγξουν τη μνήμη και να σβήσουν την κληρονομιά.
Η μνήμη περνά στον άνθρωπο.
Και από εκεί στην τέχνη.
Και από εκεί στην κληρονομιά του λεβέντικου χορού. ΌΤΑΝ Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΜΙΛΑ Εδώ φτάνουμε στο δεύτερο, καινοτόμο μέρος της συλλογής.
Οι έντεκα εικονοϊστορίες δεν αποτελούν απλώς ένα παράρτημα με ζωγραφικούς πίνακες.
Είναι ένας δεύτερος τρόπος αφήγησης. Ο Νίκος Μήλου δεν εικονογραφεί τα ποιήματα της αδελφής του.
Οι πίνακές του λειτουργούν ως αυτοτελείς αφετηρίες νέας αφήγησης. Η Ελένη Γιαννακού τους κοιτά και γράφει.
Έτσι δημιουργείται ένας τρίτος χώρος, όπου η ζωγραφική γεννά λόγο.
Το ίδιο το βιβλίο περιγράφει τους πίνακες ως «φάρους» που άνοιξαν τον δρόμο για τις έντεκα εικονοϊστορίες.
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η πιο σύγχρονη πλευρά των «Σταλαγματιών». Το βιβλίο παύει να είναι μόνο ποιητική συλλογή.
Γίνεται συνάντηση τεχνών.
Ποίηση, ζωγραφική και δημιουργική γραφή δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά.
Η μία τέχνη αφήνει χώρο στην άλλη. Ο ΝΙΚΟ ΜΗΛΟΣ: ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΝΗΜΗ Η παρουσία του Νίκου Μήλο αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή η ζωγραφική του δεν είναι αποκομμένη από την ίδια ιστορική και οικογενειακή μνήμη που διατρέχει το βιβλίο.
Ο πίνακας γίνεται έτσι μια διαφορετική μορφή μαρτυρίας.
Στο «Ανθρώπου Ανάβασις», η ανηφορική πορεία προς την εκκλησία μπορεί να διαβαστεί κυριολεκτικά, αλλά και ως υπαρξιακή διαδρομή.
Οι δύο μορφές ανεβαίνουν, κουράζονται, αμφιβάλλουν, ξανασηκώνονται.
Η εκκλησία παραμένει ψηλά.
Δεν είναι μόνο ανάβαση προς έναν τόπο.
Είναι ανάβαση προς μια εσωτερική κατάσταση.
Και αυτή η ανάβαση επαναλαμβάνει, με άλλο τρόπο, ολόκληρη τη διαδρομή των «Σταλαγματιών»: από το τραύμα προς την επίγνωση, από τη μνήμη προς τη λύτρωση, από το σκοτάδι προς το φως. Ο ΑΪΛΑΝ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ Η συλλογή όμως δεν παραμένει στη Δρόπολη.
Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματά της είναι ακριβώς ότι το τοπικό τραύμα μετατρέπεται σε οικουμενικό λόγο.
Αυτό συμβαίνει με ιδιαίτερη δύναμη στο «Μην ξαναφήσεις το χέρι μου, Αϊλάν!». Ο πίνακας του Νίκο Μήλου με τον Εσταυρωμένο και η αφήγηση της Ελένης Γιαννακού δημιουργούν μια δραματική γέφυρα ανάμεσα στον Χριστό και στο προσφυγόπουλο Αϊλάν.
Το παιδί απομακρύνεται από τη μητέρα του, χάνεται μέσα στο πλήθος, ενώ ο σταυρός και η ανθρώπινη βία δημιουργούν ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης.
Το κείμενο αφιερώνεται στον Αϊλάν Κούρντι και σε όλες τις αδικοχαμένες ψυχές των πολέμων.
Εδώ η Ντίνα Μήλου, ο Νίκος Μήλου και η Ελένη Γιαννακού συναντιούνται σε μια κοινή ηθική περιοχή: κανένα παιδί δεν πρέπει να είναι πρόσφυγας της Ιστορίας. Η Δρόπολη, επομένως, δεν είναι το τέλος του ποιητικού κόσμου της Ντίνας.
Είναι η αφετηρία του. ΤΑ ΚΟΚΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ Και ξαφνικά, το βιβλίο αλλάζει τόνο.
Στους «Λειράτους του Κοινοβουλίου», η ζωγραφική με τα μαχόμενα κοκόρια μετατρέπεται σε πολιτική αλληγορία.
Τα κοκόρια αποκτούν δικαίωμα ψήφου και εκλογής, επειδή οι άνθρωποι πολιτικοί έχουν οδηγήσει την κοινωνία στην απογοήτευση. Η Ελένη Γιαννακού γράφει χωρίς περιστροφές: «Κοτέτσι έγινε η Βουλή». Το χιούμορ εδώ δεν είναι διακοσμητικό.
Είναι όπλο.
Η γελοιοποίηση της εξουσίας αποτελεί έναν από τους αρχαιότερους τρόπους αντίστασης.
Όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να γκρεμίσει το βάθρο του ισχυρού, μπορεί τουλάχιστον να τον κατεβάσει από αυτό μέσω της σάτιρας.
Και η Ντίνα Μήλου έχει αυτή τη σατιρική φλέβα ήδη μέσα στο πρώτο μέρος. Ο Νίκος Μήλου την κάνει εικόνα. Η Ελένη Γιαννακού την κάνει ιστορία. Ο ΝΙΛΣ ΧΟΛΓΚΕΡΣΟΝ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ Αν οι «Λειράτοι» είναι η πολιτική σάτιρα, το «Σαν άλλος Νίλς Χόλγκερσον» είναι η μεγάλη ανάσα.
Εδώ ο πίνακας με τη φύση και τα πουλιά γίνεται αφορμή για μια μικρή ποιητική θεωρία της τέχνης: «Το πινέλο γλιστρά στον καμβά…» «Τα γράμματα γίνονται στίχοι…» «Η φύση ξαναγεννιέται…» Και ύστερα ο δημιουργός γράφει πως πετά μαζί με τα πουλιά, κοιτάζει τον κόσμο από ψηλά και αισθάνεται σαν άλλος Νιλς Χόλγκερσον.
Εδώ ο ζωγράφος, ο συγγραφέας και η ποιήτρια γίνονται ένα.
Η τέχνη είναι πτήση.
Αλλά είναι και πόνος: το πινέλο «πληγώνει» το χέρι, το τραγούδι γράφεται «κλαίγοντας», ο καμβάς ζωγραφίζεται με το αίμα του χεριού.
Η δημιουργία δεν είναι διασκέδαση.
Είναι κατάκτηση του λευκού.
Και πάλι επιστρέφουμε στη μητέρα: ο δύσκολος δρόμος είναι εκείνος της δημιουργίας. Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ Η ενότητα «Αδερφέ μου!» είναι από τις πιο φορτισμένες σε συναισθηματικό και ιστορικό επίπεδο.
Ο νέος βρίσκεται πίσω από το παράθυρο και η αδελφή μιλά μαζί του χωρίς να μπορεί να τον αγγίξει. «Η βουβή φωνή μου είναι τόσο δυνατή», λέει.
Εδώ η σιωπή γίνεται κραυγή.
Και η ποίηση αποκτά έναν ιδιαίτερο ρόλο: γίνεται σχέδιο απόδρασης.
Η αφηγήτρια δηλώνει πως γράφει στίχους για να οργανώσει την απελευθέρωση του αδελφού της.
Αυτή η εικόνα είναι εξαιρετικά δυνατή, γιατί μετατρέπει την ποίηση από αισθητική πράξη σε πράξη αντίστασης.
Δεν μπορεί να σπάσει τα κάγκελα με τα χέρια.
Προσπαθεί να τα σπάσει με τις λέξεις. Η ΚΑΤΩ ΓΕΙΤΟΝΙΑ: ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ Η ΜΝΗΜΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ Στην «Κάτω Γειτονιά», το χιονισμένο τοπίο του Νίκου Μήλο αποκτά μια βαθιά συμβολική λειτουργία.
Ο άνθρωπος απομακρύνεται.
Τα σπίτια είναι βουβά.
Τα βήματά του αφήνουν ίχνη στο χιόνι, ενώ η αφηγήτρια προσπαθεί να τον φτάσει.
Και τότε έρχεται η συγκλονιστική φράση: «Εκεί όπου βρίσκεται το πατρικό του σπίτι, η αγαπημένη του μήτρα.» Η λέξη «μήτρα» αλλάζει ολόκληρο το τοπίο.
Το πατρικό σπίτι δεν είναι απλώς κτίσμα.
Είναι ο τόπος από τον οποίο γεννήθηκε η ταυτότητα.
Γι’ αυτό η επιστροφή δεν είναι απλώς επιστροφή σε έναν δρόμο.
Είναι επιστροφή στον εαυτό.
Το χιόνι σβήνει τα ίχνη.
Η μνήμη προσπαθεί να τα κρατήσει.
Και η τέχνη έρχεται να κάνει ακριβώς αυτό: να διασώσει τα ίχνη πριν χαθούν. Η ΓΕΦΥΡΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ Και φτάνουμε, ίσως, στο πιο ολοκληρωμένο σημείο του δεύτερου μέρους: τη «Γέφυρα». Ο πίνακας του Νίκου Μήλου, μια γέφυρα πάνω από ήρεμα νερά, γίνεται η αφετηρία ενός ονειροδράματος της Ελένης Γιαννακού.
Ένα άλογο, ένας ποταμός, μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά, οι άγγελοι, οι νεκροί συγγενείς, η παιδική μνήμη, η πίστη, η μοναξιά, ο θάνατος.
Η γέφυρα εδώ δεν ενώνει απλώς δύο όχθες.
Ενώνει δύο κόσμους.
Το παρόν με το παρελθόν.
Τη ζωή με τον θάνατο.
Τη μοναξιά με την παρηγοριά.
Τη μνήμη με τη λύτρωση.
Και ανάμεσα στους αγγέλους εμφανίζονται η γιαγιά, ο παππούς, ο αδερφός, η μάνα, ο πατέρας.
Και τότε η φράση: «Ψυχής σταλαγματιές που θα εξατμίζονταν με το τέλος της διαδρομής». Εδώ, κατά τη γνώμη μου, αποκαλύπτεται ο βαθύτερος συμβολισμός του τίτλου ολόκληρης της συλλογής. «Σταλαγματιές» είναι οι σταγόνες της ψυχής που αφήνουν οι άνθρωποι μέσα μας πριν χαθούν.
Οι νεκροί δεν εξαφανίζονται εντελώς.
Μένουν ως σταλαγματιές μνήμης.
Και η τέχνη προσπαθεί να τις κρατήσει. ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ Το βιβλίο κλείνει με έναν μύθο.
Και δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο τέλος. «Το Άσπρο και το Μαύρο Τραγί» είναι μια ιστορία για δύο πλάσματα που είναι ίδια, εκτός από το χρώμα τους.
Τα δύο τραγιά «έμοιαζαν σαν δύο σταγόνες νερό» και αποτελούσαν «δύο όψεις του ίδιου νομίσματος». Ύστερα εμφανίζεται ο Ιάγος, το αρπακτικό πουλί.
Έρχεται η εξουσία.
Έρχεται το «φιρμάνι». Τα μαύρα ζώα χαρακτηρίζονται κατώτερα.
Το βασίλειο διαιρείται.
Και ο βασιλιάς γνωρίζει κάτι που γνωρίζουν όλες οι εξουσίες: ένα διαιρεμένο βασίλειο ελέγχεται ευκολότερα.
Πόσο σύγχρονος είναι αυτός ο μύθος! Και πόσο επικίνδυνα απλός.
Το χρώμα γίνεται ταυτότητα.
Η ταυτότητα γίνεται κατηγορία.
Η κατηγορία γίνεται εχθρότητα.
Η εχθρότητα γίνεται εξουσία.
Κι όμως, η ιστορία αφήνει δύο εκδοχές.
Στην πρώτη, τα δύο τραγιά πέφτουν στον ποταμό και πεθαίνουν αγκαλιασμένα: λευκό και μαύρο, γκρίζος θάνατος, ελευθερία της αγάπης.
Στη δεύτερη, το δηλητήριο του φιρμανιού εισχωρεί στις ψυχές τους και τα κάνει να στραφούν το ένα εναντίον του άλλου.
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σύγχρονο πολιτικό ερώτημα του βιβλίου: Ποιος μας έμαθε να φοβόμαστε τον άλλον; Και ακόμη βαθύτερα: Ποιος κερδίζει όταν εμείς μισούμε ο ένας τον άλλον; ΤΡΕΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ, ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τις «Σταλαγματιές» κάτι περισσότερο από μια ποιητική συλλογή.
Στο βιβλίο συναντώνται τρεις διαφορετικές καλλιτεχνικές φωνές. Η Ντίνα Μήλου φέρνει τον ποιητικό λόγο, τη μνήμη, την ιστορική συνείδηση, τον έρωτα, την πίστη, την αγανάκτηση, τη Δρόπολη και την προσωπική της διαδρομή. Ο Νίκος Μήλου φέρνει το χρώμα, τη μορφή, το τοπίο, τη σιωπή της ζωγραφικής.
Η ζωγραφική, όπως υπενθυμίζεται και στην εισαγωγή της έκδοσης, είναι «ποίηση που σωπαίνει», ενώ η ποίηση «ζωγραφική που μιλάει». Και η Ελένη Γιαννακού βρίσκεται ανάμεσα στις δύο τέχνες, λειτουργώντας σαν γέφυρα.
Βλέπει τον πίνακα, τον αφήνει να την αγγίξει και στη συνέχεια τον μετατρέπει σε αφήγηση.
Αυτό το τρίγωνο είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον πείραμα των «Σταλαγματιών». Δεν έχουμε απλώς ποίημα + εικόνα + κείμενο.
Έχουμε τρεις διαφορετικές πράξεις θέασης.
Ο ζωγράφος βλέπει και ζωγραφίζει.
Η συγγραφέας βλέπει και αφηγείται.
Ο αναγνώστης βλέπει και ξαναδημιουργεί μέσα του.
Έτσι το έργο δεν κλείνει στον δημιουργό.
Ολοκληρώνεται στον αναγνώστη. ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ Θα ήταν εύκολο να χαρακτηρίσει κανείς τις «Σταλαγματιές» ως ένα βιβλίο μνήμης.
Θα ήταν όμως ανεπαρκές.
Είναι βιβλίο μνήμης, αλλά όχι μόνο.
Είναι βιβλίο κοινωνικής συνείδησης.
Είναι βιβλίο οικογενειακής μνήμης.
Είναι βιβλίο για την πατρίδα και τον ξεριζωμό.
Είναι βιβλίο για τη γυναίκα και τη δημιουργία.
Είναι βιβλίο για την πίστη και την αμφιβολία.
Είναι βιβλίο για τον έρωτα.
Είναι βιβλίο για την πολιτική υποκρισία.
Είναι βιβλίο για την ανάγκη του ανθρώπου να αντισταθεί στη λήθη.
Και πάνω απ’ όλα είναι ένα βιβλίο που επιμένει σε μια απλή αλλά δύσκολη αλήθεια: ο άνθρωπος δεν σώζεται καταστρέφοντας.
Σώζεται δημιουργώντας.
Αυτό λέει η μάνα.
Αυτό λέει η ποιήτρια.
Αυτό λέει ο ζωγράφος.
Αυτό λέει, με τον δικό της τρόπο, και η Ελένη Γιαννακού.
Γι’ αυτό και οι «Σταλαγματιές» δεν είναι τελικά ένα βιβλίο σκοτεινό, παρόλο που γεννιέται από πολλές σκοτεινές εμπειρίες.
Στο βάθος του υπάρχει μια βαθιά αισιοδοξία.
Όχι η εύκολη αισιοδοξία εκείνου που αρνείται την πραγματικότητα, αλλά η δύσκολη αισιοδοξία εκείνου που βλέπει το σκοτάδι και παρ’ όλα αυτά ανάβει ένα κεράκι, μια λαμπάδα, που γίνονται φως και μας φωτίζουν το δρόμο του μέλλοντος. Η Ντίνα Μήλου το έχει ήδη πει με έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς τρόπους της: «Ο πόνος, ΟΥΡΑΝΟΣ! Η ελπίδα… άπλετο ΦΩΣ!» Και κάπου αλλού, μέσα από τον έρωτα, γράφει: «Αδάμαστο κύμα ο ΕΡΩΤΑΣ… Βράχος η ΑΓΑΠΗ!» Ανάμεσα στο κύμα και στον βράχο, ανάμεσα στην ορμή και στη σταθερότητα, κινείται ολόκληρη η συλλογή.
Και τι μένει στο τέλος; Μένει η Δρόπολη.
Μένει η μάνα.
Μένει ο αδερφός.
Μένει το πατρικό σπίτι.
Μένει η φορεσιά, η πιο όμορφη στολή του κόσμου.
Μένει ο νεκρός που δεν πρέπει να ξεχαστεί.
Μένει το παιδί που χάθηκε μέσα στον πόλεμο.
Μένει η γυναίκα που αναδύεται από τα νερά.
Μένει ο άνθρωπος που ανεβαίνει προς την εκκλησιά.
Μένει ο χορός στο αλώνι της λεβεντιάς.
Μένουν τα πουλιά που πετούν πάνω από τα σύνορα.
Μένει η γέφυρα.
Μένουν τα δύο τραγιά, λευκό και μαύρο, να μας κοιτούν και να ρωτούν ποιος μας έμαθε να χωριζόμαστε.
Και μένει, πάνω απ’ όλα, η σταλαγματιά.
Μια μικρή σταγόνα που πέφτει από την ποίηση και γίνεται χρώμα και φως.
Μια σταγόνα που μοιάζει να μην μπορεί να αλλάξει τίποτα.
Κι όμως, αν πέφτει ξανά και ξανά, αλλάζει την πέτρα, αλλάζει την ομορφιά του λουλουδιού.
Ίσως αυτή να είναι και η βαθύτερη πίστη της Ντίνας Μήλου στην τέχνη: ότι ο στίχος, όσο μικρός κι αν είναι, μπορεί να αντισταθεί στη λήθη.
Ότι η μνήμη, όσο πληγωμένη κι αν είναι, μπορεί να γίνει φως.
Ότι η αγάπη, όσο ευάλωτη κι αν μοιάζει, μπορεί να σταθεί απέναντι στο μίσος.
Ότι η δημιουργία, όσο δύσκολος κι αν είναι ο δρόμος της, αξίζει περισσότερο από την καταστροφή.
Και γι’ αυτό οι «Σταλαγματιές» δεν είναι απλώς σταγόνες.
Είναι το νερό που έμεινε στην πέτρα, είναι το νερό που ποτίζει τα χωράφια της μνήμης.
Είναι το ίχνος εκείνων που πέρασαν.
Είναι οι φωνές εκείνων που κάποτε σιώπησαν και δάγκωσαν τη γλώσσα τους, αλλά σήκωσαν τη φωνή του τραγουδιού τους στον ουρανό για τη ζηλεμένη Δερόπολη.
Είναι τα κρυφά δάκρυα των αδικημένων.
Είναι η δροσιά της αγάπης.
Είναι οι λέξεις που αρνήθηκαν να πεθάνουν.
Και, τελικά, είναι η ίδια η τέχνη που προσπαθεί να κάνει το αδύνατο: να κρατήσει ζωντανό ό,τι ο χρόνος, η βία και η λήθη αγωνίζονται να μας πάρουν.
Γι’ αυτό, όταν κλείσει κανείς το βιβλίο, δεν θα έχει τελειώσει ακόμη η ανάγνωσή του.
Γιατί οι σταλαγματιές έχουν ήδη πέσει μέσα μας.
Και τώρα είναι η σειρά μας να τις κρατήσουμε σαν δροσοσταλιές στο τριαντάφυλλο της αγάπης. ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ Σεπτέμβρης, 2026
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους