«Μαμά, σε παρακαλώ, μην ξανάρθεις έτσι απροειδοποίητα. Δεν είναι... σωστό.» Έμεινα με το τάπερ στα χέρια, πάνω στο χαλάκι της εξώπορτας του. Είχα φτιάξει γεμιστά, τα αγαπημένα του. Η φωνή του ήταν...
«Μαμά, σε παρακαλώ, μην ξανάρθεις έτσι απροειδοποίητα. Δεν είναι... σωστό.» Έμεινα με το τάπερ στα χέρια, πάνω στο χαλάκι της εξώπορτας του.
Είχα φτιάξει γεμιστά, τα αγαπημένα του.
Η φωνή του ήταν χαμηλή, σφιγμένη, λες και φοβόταν μη τον ακούσει κάποιος από μέσα. «Τι δεν είναι σωστό, Νικόλα; Να δω το παιδί μου;» Κοίταξε πίσω του πριν μου απαντήσει.
Κι αυτό το κοίταγμα με σκότωσε πιο πολύ κι από τα λόγια που ήρθαν μετά. «Η Δανάη δεν νιώθει άνετα.
Ούτε οι δικοί της.
Είναι... άλλο περιβάλλον. Καταλαβαίνεις.» Όχι, δεν καταλάβαινα.
Ή μάλλον καταλάβαινα πάρα πολύ καλά.
Ο άντρας μου, ο Στέργιος, μας είχε αφήσει όταν ο Νικόλας ήταν πέντε.
Ένα πρωί πήγε, λέει, για καφέ και δεν γύρισε ποτέ στ’ αλήθεια.
Μετά ήρθαν τα ψέματα, τα «δεν αντέχω την πίεση», τα «θέλω να βρω τον εαυτό μου». Βρήκε όμως άλλη ζωή, όχι τον εαυτό του.
Κι εγώ έμεινα σ’ ένα δυάρι στο Αιγάλεω με ένα παιδί που ρωτούσε κάθε βράδυ πότε θα έρθει ο μπαμπάς.
Δούλεψα όπου βρήκα.
Καθαρίστρια σε πολυκατοικίες το πρωί.
Ταμείο σε φούρνο τα απογεύματα.
Κάτι βραδινά, σιδέρωνα ρούχα για μια κυρία στη γειτονιά.
Κοιμόμουν τέσσερις ώρες και σηκωνόμουν με πόνο στα πόδια, αλλά όταν τον έβλεπα να κοιμάται ήσυχος, έλεγα «άντε, άλλη μια μέρα». Αυτό έλεγα πάντα.
Άλλη μια μέρα.
Δεν του έλειψε φροντιστήριο.
Δεν του έλειψε υπολογιστής όταν τον χρειάστηκε.
Θυμάμαι να μετράω κέρματα στον πάγκο της κουζίνας για να πληρώσω την εκδρομή του σχολείου και να λέω πως εγώ δεν πεινάω, ενώ είχα να φάω από το μεσημέρι.
Τι να κάνουμε; Έτσι μεγαλώνουν πολλές μάνες εδώ.
Με μισή ανάσα και ολόκληρη καρδιά. Ο Νικόλας ήταν καλό παιδί. Τρυφερός.
Με αγκάλιαζε και μου έλεγε «όταν μεγαλώσω, θα σε ξεκουράσω εγώ». Το πίστευε τότε.
Κι εγώ το πίστευα πιο πολύ.
Πέρασε στη Νομική στην Αθήνα και νόμιζα πως κέρδισα τον κόσμο.
Έκλαψα έξω από τη σχολή σαν χαζή.
Του φίλησα τα χέρια, το μέτωπο, τα πάντα. «Τα κατάφερες», του έλεγα.
Κι εκείνος γελούσε. «Μαζί τα καταφέραμε, ρε μάνα.» Μετά γνώρισε τη Δανάη.
Στην αρχή δεν είπα τίποτα.
Όμορφο κορίτσι, προσεγμένη, από καλή οικογένεια στο Ψυχικό.
Ο πατέρας της δικηγόρος με γνωριμίες, η μητέρα της όλο αυτό το παγωμένο χαμόγελο που δεν ξέρεις αν σε χαιρετάει ή σε μετράει.
Την πρώτη φορά που πήγα να τους γνωρίσω, είχα φορέσει το καλύτερό μου φόρεμα.
Παλιό, αλλά καθαρό, σιδερωμένο.
Είχα πάρει και σπιτικό γλυκό.
Η μητέρα της Δανάης το άφησε στην άκρη χωρίς να το ανοίξει καν. «Α, τι γλυκό.
Δεν τρώμε πολύ ζάχαρη στο σπίτι», είπε.
Και μετά με ρώτησε, με εκείνο το δήθεν ευγενικό ύφος, «εσείς με τι ασχολείστε;» «Ό,τι χρειαστεί», της απάντησα.
Χαμογέλασε λίγο περίεργα.
Το είδα.
Το είδε κι ο Νικόλας, αλλά έκανε πως δεν το είδε.
Από τότε άρχισε να αλλάζει.
Σιγά σιγά.
Πρώτα λιγότερα τηλέφωνα.
Μετά νεύρα.
Μετά ντροπή.
Ναι, ντροπή.
Για τον τρόπο που μιλούσα, για τα ρούχα μου, για το ότι πήγαινα με το λεωφορείο, για το ότι έπαιρνα τάπερ στο παιδί μου. «Μαμά, δεν χρειάζεται να λες σε όλους τι τράβηξες για μένα.» «Πότε το είπα σε όλους, αγόρι μου; Σε σένα το λέω.» «Ναι, αλλά με κάνεις να νιώθω ενοχές.» Εκεί ράγισα λίγο.
Γιατί εγώ δεν του ζήτησα ποτέ αντάλλαγμα.
Μόνο να μη με ντρέπεται.
Η μεγάλη έκρηξη έγινε όταν αρρώστησα.
Τίποτα τραγικό, μια επέμβαση στη χολή, αλλά φοβήθηκα.
Τον πήρα τηλέφωνο κλαίγοντας. «Νικόλα, μπορείς να έρθεις λίγο στο νοσοκομείο;» Σιωπή. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους