ΣΤΙΣ 17 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1961 – Ο ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΝΑΝ ΜΕΝΤΕΡΕΣ (Τούρκου πολιτικού, 9ου Πρωθυπουργού της Τουρκίας) -- September 17, 1961 – The hanging of Adnan Menderes (Turkish politician, 9th Prime...
ΣΤΙΣ 17 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1961 – Ο ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΝΑΝ ΜΕΝΤΕΡΕΣ (Τούρκου πολιτικού, 9ου Πρωθυπουργού της Τουρκίας) -- September 17, 1961 – The hanging of Adnan Menderes (Turkish politician, 9th Prime Minister of Turkey). Το 1950 θεωρείται έτος-καμπή στην ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας.
Για πρώτη φορά από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, το 1923, πραγματοποιήθηκε αλλαγή εξουσίας με δημοκρατικές μεθόδους.
Παρότι οι διατάξεις του τουρκικού Συντάγματος του 1924 προέβλεπαν την εκπροσώπηση των πολιτών στο Κοινοβούλιο, στην πράξη δεν λειτούργησε το πολυκομματικό σύστημα.
Μόλις το 1946 δόθηκε η ελευθερία για τον σχηματισμό του Δημοκρατικού Κόμματος, το οποίο στις εκλογές του Ιουλίου κατέλαβε 64 έδρες στη νέα Βουλή.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, το 1950, το Δημοκρατικό Κόμμα αναδείχθηκε με τεράστια διαφορά πρώτο, λαμβάνοντας το 53,3% της λαϊκής ψήφου και καταλαμβάνοντας 420 έδρες στη Βουλή.
Οι δύο ηγετικές φυσιογνωμίες του κόμματος, ο Τζελάλ Μπαγιάρ και ο Αντάν Μεντερές, ανέλαβαν τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού, αντίστοιχα.
Με το πρόγραμμά του ο Μεντερές επιδίωξε να απαλλάξει την Τουρκία από τα δεσμά του παρεμβατισμού του κράτους στην οικονομία δίνοντας περισσότερες ελευθερίες στην ιδιωτική πρωτοβουλία.
Πρόθεσή του, επίσης, ήταν να περιορίσει την επιρροή του στρατού στην πολιτική ζωή της χώρας.
Τις πρώτες επιτυχίες στην οικονομία, όμως, διαδέχθηκε ο υψηλός πληθωρισμός.
Η άρνηση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις στο στράτευμα προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των στελεχών του, ιδιαίτερα των νεότερων.
Αυτή η δυσαρέσκεια αυξήθηκε εξαιτίας της φιλο-ισλαμικής πολιτικής του Μεντερές, η οποία βρισκόταν σε αντίθεση με τις βασικές αρχές της πολιτικής που εγκαινίασε ο ιδρυτής της Τουρκικής Δημοκρατίας, Κεμάλ Ατατούρκ.Στις εκλογές του 1954 οι Δημοκρατικοί απέσπασαν το 58,4% ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι καθηλώθηκαν στο 35,1%. Ωστόσο η επερχόμενη οικονομική κρίση θα δημιουργούσε έναν κύκλο προβλημάτων που ο Μεντερές τα διαχειρίστηκε αδέξια.
Ενώ οι Δημοκρατικοί είχαν στόχο να απογειώσουν την οικονομία εντυπωσιακά και γρήγορα ο τρόπος που χρησιμοποιούσαν τις επιχορηγήσεις τους, τις χαμηλότοκες πιστώσεις και τις επενδύσεις ήταν συχνά κοντόφθαλμος στοχεύοντας περισσότερο στο εφήμερο υψηλό επίπεδο ανάπτυξης και όχι τόσο στην μακροπρόθεσμη αναβάθμιση της παραγωγικής ικανότητα της Τουρκίας.
Κατά κάποιο τρόπο υπήρχε σύγχυση ανάπτυξης και μεγέθυνσης της οικονομίας, η χάραξη της οποίας υπαγορευόταν σε μεγάλο βαθμό από τις απλοϊκές απαιτήσεις των αγροτών υποστηρικτών του ΔΚ. Η φορολόγηση των εύπορων αγροτών ήταν δυσανάλογα μικρή για τις φοροδοτικές τους δυνατότητες καταβάλλοντας μόνο το 2% του συνολικού φόρου εισοδήματος.
Υπέρμαχος τη οικονομίας της αγοράς και των ιδιωτικοποιήσεων ο Μεντερές απεχθανόταν οποιαδήποτε σκέψη θύμιζε οικονομικό σχεδιασμό καθώς του θύμιζε τις αρνητικές όψεις του κρατισμού ακόμα και τον ίδιο τον κομμουνισμό.
Έτσι μέχρι το 1958 οι επενδύσεις δεν ήταν συντονισμένες ενώ όσες πραγματοποιούνταν οφείλονταν συχνά σε πελατειακά κίνητρα που είχαν ως συνέπεια εργοστάσια να κατασκευάζονται σε οικονομικά ασύμφορες θέσεις και να αφορούν ακατάλληλους τομείς.
Για παράδειγμα ενώ παρατηρήθηκε εντυπωσιακή παραγωγή ζάχαρης στη συνέχεια το προϊόν εξαγόταν σε τιμές κάτω του κόστους.
Οι άστοχες οικονομικές επιλογές των Δημοκρατικών και ο συνακόλουθος πληθωρισμός προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια των ακαδημαϊκών, των γραφειοκρατών, των μισθωτών και φυσικά των στρατιωτικών.
Μόνο οι αγρότες φάνηκε να μην επηρεάζονται, διατηρώντας πάντα μια θετική εικόνα για τον πρωθυπουργό τους.
Και αυτό ακριβώς η παραδοσιακή κεμαλική ολιγαρχία δεν μπορούσε να το συγχωρήσει με τίποτα.
Όπως έλεγε και ένας στρατηγός της εποχής «δεν θα άφηνε την τύχη του έθνους στους αναλφάβητους-μέσω των εκλογών». Ο Μεντερές όμως έπασχε από μια παραδοσιακή πολιτική ασθένεια της χώρας του.
Δεν του άρεσε η κριτική και η οποία εντεινόταν όλο και περισσότερο λόγω της οικονομικής επιδείνωσης.
Το 1954 χιλιάδες «ενοχλητικοί» προς το καθεστώς δημόσιοι υπάλληλοι, ακαδημαϊκοί και δικαστές, συνταξιοδοτήθηκαν πρόωρα.
Το 1955 ο Μεντερές απέτρεψε την προσπάθεια δημοσιογράφων, που δικάζονταν για παραβίαση του Νόμου περί Τύπου, να αποδείξουν την ορθότητα των δημοσιευμάτων τους στο δικαστήριο.
Το γεγονός αυτό οδήγησε στην διάσπαση του Δημοκρατικού Κόμματος και στην αποσκίρτηση μελών του -δημιουργώντας το Κόμμα της Ελευθερίας- που αποδοκίμαζαν την αυταρχική διακυβέρνηση του ηγέτη τους.
Το 1956 τέθηκε σε εφαρμογή ο Νόμος περί Εθνικής Άμυνας ενώ ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο ο κυβερνητικός έλεγχος στα ΜΜΕ με την τροποποίηση του νόμου περί Τύπου.
Η μείωση των κοινοβουλευτικών δικαιωμάτων της αντιπολίτευσης και η κατάσχεση των γραφείων του ΡΛΚ, η απαγόρευση συναθροίσεων και η γενικότερη αστυνομοκρατία θύμιζαν κατά πολύ την προ του 1950 αυταρχική τουρκική πολιτική ενώ αποξένωσαν τους φοιτητές και τη μεσαία τάξη οι οποίοι προσωρινά έστω συμμάχησαν με τον στρατό. Ο Μεντερές «φρόντισε» να δυσαρεστήσει και τους δυτικούς συμμάχους πραγματοποιώντας ένα άνευ προηγουμένου ταξίδι στη Μόσχα μετά από πρόσκληση του Νικίτα Χρουτσώφ το 1960. Ο Μεντερές αποσκοπούσε να λάβει οικονομική βοήθεια που δεν του χορήγησαν οι ΗΠΑ έστω και από την ΕΣΣΔ καθώς το εξωτερικό χρέος της μέχρι το 1960 είχε εκτοξευτεί στο αστρονομικό ποσό του 1.139 δις. δολαρίων.
Οι αναφορές της CIA προς τον Αϊζενχάουερ ήταν ξεκάθαρες: “Οι μέρες του Μεντερές είναι μετρημένες”. Παρά την υπέρ των Δημοκρατικών καλπονοθεία στις πρόωρες εκλογές του 1957 και την στήριξη από τον αγροτικό πληθυσμό το εκλογικό ποσοστό του Δημοκρατικού κόμματος υποχώρησε στο 47,7% δείχνοντας την καμπή των Δημοκρατικών.
Η οικονομική βοήθεια ύψους 359 εκ. δολαρίων από το ΔΝΤ για την σταθεροποίηση της οικονομίας δεν μπόρεσε να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα.
Η δραματική μείωση των εδρών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος αλλά και οι κυβερνητικές αυθαιρεσίες και δολοφονίες μελών του κόμματος του Ατατούρκ δημιούργησαν πολωτικό κλίμα άνευ προηγουμένου. Τον Απρίλιο του 1960 ο Μεντερές τράβηξε πολύ το σχοινί.
Έδωσε εντολή για σύσταση μιας 15μελούς ανακριτικής επιτροπής που θα ήλεγχε τις ύποπτες δραστηριότητες της αντιπολίτευσης, του Τύπου και φυσικά τυχόν περιστατικά απείθειας του στρατού.
Όποιος παρεμπόδιζε το έργο της επιτροπής θα φυλακιζόταν για 3 χρόνια.
Αυτόματα είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι μια τέτοια ενέργεια στόχευσε στην απαγόρευση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Φοιτητές, στρατιωτικοί σπουδαστές, νέοι αξιωματικοί και διανοούμενοι ενώθηκαν να προστατεύσουν τις αρχές του κεμαλισμού και φυσικά τα κλαδικά τους συμφέροντα.
Στις 28 Απριλίου ο Μεντερές κήρυξε στρατιωτικό νόμο στραγγαλίζοντας συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας εν τη γενέσει τους.
Στις 25 Μαΐου ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι η επιτροπή είχε τελειώσει τις εργασίες της και τα αποτελέσματα τους σύντομα θα γνωστοποιούνταν αποκαλύπτοντας έτσι τις δρομολογούμενες ανατρεπτικές δραστηριότητες του στρατού.
Το μεγάλο στοίχημα του Μεντερές ήταν να προλάβει να εξομαλύνει την πολιτική κατάσταση πριν επέμβουν οι ένστολοι.
Παρόλα αυτά ο πιστός στην κυβέρνηση στρατηγός Namik Arguc ζήτησε καλού κακού να μεταφερθεί μια τεθωρακισμένη μονάδα στην Άγκυρα για να αποθαρρυνθεί τυχόν πραξικόπημα. Ο Μεντερές αρνήθηκε.
Προτιμούσε να παρακάμπτει τα προβλήματα παρά να τα αντιμετωπίζει.
Το τέλος είχε έρθει.ε αναζήτηση ενός στρατηγού Το πόρισμα της επιτροπής που υποτίθεται θα ξεσκέπαζε τους στρατιωτικούς δεν θα έλεγε κάτι καινούργιο.
Η κυβέρνηση των Δημοκρατικών γνώριζε ήδη από το 1957 πως κατώτεροι στρατιωτικοί κινητοποιούνταν υπόπτως αλλά ήταν ανήμπορη να κινηθεί αποφασιστικά εναντίον τους.
Οι τελευταίοι άρχισαν μεθοδικά να στελεχώνουν θέσεις κλειδιά όπως ήταν η φρουρά στην Άγκυρα υπό το θετικό βλέμμα των Αμερικανών.
Εξάλλου οι αξιωματικοί αυτοί ήταν ταγμένοι στη Δύση και το ΝΑΤΟ ενώ ο Μεντερές είχε παρεκκλίνει ενώ και το χρέους της κυβέρνησής του διογκωνόταν. Ταξίαρχοι, Υποστράτηγοι και Στρατηγοί δεν υπήρχαν ανάμεσα στους οργανωτές.
Ωστόσο οι πραξικοπηματίες αντιλαμβάνονταν πως χρειάζονταν οπωσδήποτε ελάχιστους έστω ανώτατους αξιωματικούς που θα έδιναν την τελική νομιμοποίηση και το κύρος μιας ανατρεπτικής κίνησης.
Έτσι ξεκίνησε μια πραγματικά δύσκολη αναζήτηση ενός ηγέτη.
Ο αρχηγός Α/ΓΕΣ ενώ δέχτηκε την πρόταση ατυχώς για τους συνωμότες πέθανε μετά από καρδιακό επεισόδιο το καλοκαίρι του 1958.
Επόμενη επιλογή ήταν ο διάδοχός του αποθανόντος ο κατά γενική ομολογία σεβαστός στρατηγός Κεμάλ Γκιουρσέλ. Ο Γκιουρσέλ δέχτηκε να ηγηθεί του κινήματος φροντίζοντας μάλιστα να γίνουν οι μεταθέσεις κλειδιά ώστε για την επιτυχία της επιχείρησης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ίσως δεν γνώριζε ότι η Προεδρική Φρουρά ελεγχόταν ήδη από τους πραξικοπηματίες μετά από παρέμβαση Γκιουρσέλ.
Έστω όμως, την τελευταία στιγμή έφτασαν ψύλλοι στα αυτιά της κυβέρνησης και ο Γκιουρσέλ απομακρύνθηκε άμεσα κινδυνεύοντας έτσι οι πραξικοπηματίες να αποτύχουν.
Έπρεπε να βρεθούν άμεσα αντικαταστάτες.
Ο στρατηγός Sitki Ulay απορρίφθηκε καθώς θεωρήθηκε άνθρωπος του καθεστώτος.
Οι στρατηγοί Fahri Ozbilek και Cevdet Sunay αρνήθηκαν να βοηθήσουν ωστόσο κράτησαν το στόμα τους κλειστό.
Ήταν και αυτό βοήθεια ανεκτίμητη.
Ο πρώην Α/ΓΕΣ στρατηγός Rüştü Erdelhun απάντησε ότι ήταν απλά ένας στρατιώτης που δεν θα εμπλεκόταν ποτέ στα πολιτικά.
Μετά το πραξικόπημα θα πλήρωνε ακριβά την άρνηση του.
Η επιχείρηση θα τιναζόταν στον αέρα.
Τελευταία ελπίδα ήταν ο υποστράτηγος Cemal Mandanoglu. Ο Mandanoglu δίστασε αποκρινόμενος ότι «έχω τα αρχίδια αλλά όχι το μυαλό» για μια τέτοια επιχείρηση.
Η απάντηση των πραξικοπηματιών δεν άφηνε περιθώρια «μην ανησυχείς, εμείς έχουμε και τα δύο». Τελικά ο ειλικρινής πλην απολογητικός στρατηγός δέχτηκε.
Τα πάντα ήταν έτοιμα.
Μπορεί οι περισσότεροι στρατηγοί να αρνήθηκαν να συμμετάσχουν αλλά ωστόσο κανείς δεν ενημέρωσε την κυβέρνηση για το τι διαδραματιζόταν.
Είναι ενδεικτικό ότι οι μετρημένοι στα δάχτυλα το ενός χεριού στρατηγοί που συντάχτηκαν με τους ανατροπείς πήραν ουσιαστικά μέρος σε επιχειρησιακό επίπεδο μόλις ένα μήνα πριν εκδηλωθεί.
Η στρατιωτική ιεραρχία στον τουρκικό στρατό είχε διαταραχτεί επικίνδυνα με πρώην αρχηγούς ΓΕΣ να εκτελούν διαταγές λοχαγών. 27ης Μαΐου, ο τουρκικός στρατός υπό τις εντολές του Τζεμάλ Γκιουρσέλ πραγματοποίησε πραξικόπημα ανατρέποντας τον πρωθυπουργό και τον πρόεδρο της χώρας.ια διαπεραστική ραδιοφωνική φωνή θα ανακοίνωνε στους «αγαπητούς πολίτες» ότι «οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις ανέλαβαν την διακυβέρνηση της χώρας για να αποτρέψουν την αδελφοκτόνο σύγκρουση και να απεμπλέξουν τα κόμματα από την αδιέξοδη κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει(…). Πιστεύουμε και είμαστε συνδεδεμένοι με το ΝΑΤΟ και το CENTO”. Με αυτή του την ανακοίνωση ο αιμοσταγής συνταγματάρχης Αλπασλάν Τουρκές ήταν σαν να δίχαζε τους Τούρκους καθώς στις μεγάλες πόλεις ο κόσμος βγήκε στους δρόμους να πανηγυρίσει αλλά στην αγροτική επαρχία κυριάρχησε σκεπτικισμός.
Όλοι οι υπουργοί και τα κεφάλια του Δημοκρατικού Κόμματος συνελήφθηκαν. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και στενός συνεργάτης του Μεντερές, Τζελάλ Μπαγιάρ, στην προσπάθειά του να αντισταθεί αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Ο Μεντερές τη στιγμή του πραξικοπήματος βρισκόταν σε επίσημη επίσκεψη στο Εσκί Σεχίρ και αμέσως αναχώρησε με την συνοδεία του για την Κιουτάχεια με πρόθεση να αντισταθεί.
Ωστόσο ο στρατός τον καταδίωξε στην εθνική οδό, από αέρος και εδάφους, και στις 20.00, περικυκλωμένος όπως ήταν στο γραφείο του τοπικού κυβερνήτη, αναγκάστηκε να παραδοθεί.
Όλοι οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στη στρατιωτική Ακαδημία και ύστερα από λίγες μέρες στο νησί Yassıada.
Εκεί θα γραφόταν ο τραγικός επίλογος μιας εποχής. Ο Μεντερές είχε μετατραπεί σε ψυχολογικό ράκος χωρίς να μπορεί για πέντε μήνες να δει ούτε έναν δικό του άνθρωπο πέραν των δεσμοφυλάκων που άλλαζαν βάρδια. «Ήταν αφόρητο» παραπονιότανε Ο στρατός και το ακαδημαϊκό κατεστημένο θεωρούσαν εαυτούς ως τους θεματοφύλακες της κληρονομιάς του Ατατούρκ, την οποία επιχειρούσε να ανατρέψει ο Μεντερές. «Αι τουρκικαί ένοπλοι δυνάμεις υπό την ηγεσίαν του στρατηγού Γκουρσέλ –του αποπεμφθέντος προ τινών εβδομάδων αρχηγού του Γενικού Επιτελείου– κατέλυσαν το μεσονύκτιον της Τετάρτης προς την Πέμπτην το καθεστώς των Μπαγιάρ-Μεντερές και ανέλαβον την εξουσίαν προσωρινώς μέχρι της διενεργείας αδιαβλήτων εκλογών», έγραψε στο πρωτοσέλιδό της η «Καθημερινή» την επομένη του πραξικοπήματος.
Η διανδρία Μπεντερές-Μπαγιάρ μαζί με τους συνεργάτες της παραπέμφθηκαν σε δίκη.
Κύρια κατηγορία ήταν η παραβίαση του Συντάγματος, το οποίο βέβαια παραβίασαν και οι στρατιωτικοί πραγματοποιώντας το πραξικόπημα, ενώ άλλες κατηγορίες αφορούσαν τη διαφθορά και την οργάνωση του ανθελληνικού πογκρόμ τον Σεπτέμβριο του 1955. «Κατόπιν δίκης, η οποία διήρκεσεν επί 10 περίπου μήνας, το ανώτατον δικαστήριον της Τουρκίας, εδρεύον προσωρινώς εις την νήσον Πλάτην προς τον σκοπόν αυτόν, εξέδωσε σήμερον την απόφασίν του σχετικώς με τους 600 περίπου κατηγορουμένους, άπαντας μέλη της ανατραπείσας Κυβερνήσεως Μεντερές.
Αργά την νύκτα ανεκοινώθη ότι η Επιτροπή Εθνικής Ενότητος επεκύρωσε τας θανατικάς ποινάς που επεβλήθησαν εις τον τέως πρωθυπουργόν Αντνάν Μεντερές, τον τέως υπουργόν των Εξωτερικών Φατίμ Ζορλού και τον τέως υπουργόν των Οικονομικών Χασάν Πολατκάν.
Αι υπόλοιπαι ποιναί των λοιπών δώδεκα πολιτικών ανδρών, περιλαμβανομένου και του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Τζελάλ Μπαγιάρ μετετράπησαν εις ισόβια δεσμά», ανέφερε η «Καθημερινή» στο φύλλο της 16ης Σεπτεμβρίου 1961 .Στις 2 Δεκεμβρίου άρχισαν οι δίκες στο -στενά φρουρούμενο- παλάτι Τοπ Καπί στη Θάλασσα του Μαρμαρά.
Οι πραξικοπηματίες πραγματοποίησαν για τις ανάγκες της δίκης δύο σημαντικές δικονομικές παρεμβάσεις: απαγόρευση επιβολής θανατικής ποινής σε άτομα άνω των 65 ετών και ο αμετάκλητος χαρακτήρας των ετυμηγοριών.
Ο πρόεδρος Σαλίμ Μπασόλ θα προήδρευε ενός αμφιβόλου νομιμότητας και αντικειμενικότητας- 9μελούς δικαστηρίου έχοντας απέναντί του 400 υπόπτους και 60 κατηγορούμενους, συμπεριλαμβανομένων των Μεντερές και Μπαγιάρ, του Προέδρου της Βουλής Refik Koraltan, του υπ. Εξ. Φατίν Ρουστού Ζορλού, του υπ. Οικονομικών Χασάν Polatkan, του Kemal Aygün και του Ethem Yetkiner.
Η πρόκληση των περιστατικών στο Τοπ Καπί με τον Ινονού, τα επεισόδια της Άγκυρας, το πογκρόμ του Σεπτέμβρη του 1955 που ομολογουμένως έβλαψε σημαντικά την διεθνή εικόνα της χώρας, όλα βάρυναν πολύ το κατηγορητήριο.
Η βασική κατηγορία όμως ήταν ότι μέλη του Δημοκρατικού Κόμματος και συνεπώς η κυβέρνηση σχεδίασαν την δολοφονία του Ισμέτ Ινονού το 1959.
Ωστόσο το κατηγορητήριο ήταν ακόμα εμπλουτισμένο και με 9 υποθέσεις διαφθοράς και 3 σοβαρών αδικημάτων.
Στις τελευταίες συγκαταλέγονταν ότι ο Μεντερές σκότωσε το νόθο παιδί του και ότι ο Μπαγιάρ πίεσε έναν ζωολογικό κήπο να αγοράσει έναν σκύλο που του είχαν δώσει.
Αυτές οι προσπάθειες ηθικής σπίλωσης των κατηγορούμενων ήταν το επιστέγασμα στις 7 απαγγελθείσες κατηγορίες για παραβίαση του Συντάγματος.
Αυτές βασίστηκαν στο άρθρο 146 που απαγόρευε τη φίμωση της βουλής κατά την προσπάθεια συνταγματικής αλλαγής.
Η εξεταστική επιτροπή του 1960 θεωρήθηκε ως τέτοια αλλά στην πραγματικότητα οι κυβερνητικοί βουλευτές, όπως και όλοι οι βουλευτές, δεν ήταν υπόλογοι για την ψήφο τους ενώ η πρόταση για εξεταστική πέρασε νόμιμα από τα 2/3 της βουλής.
Παρόλα αυτά ο Μεντερές βαρυνόταν με την κατηγορία ότι είχε δημιουργήσει μια δικτατορία.
Κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν παροιμιώδεις οι ταπεινωτικές διακοπές του δικαστή Μπασόλ στις ψύχραιμες προσπάθειες του τέως πρωθυπουργού να απολογηθεί στις πολλαπλές κατηγορίες.
Το τέλος ήταν προδικασμένο.
Τελικά 123 άτομα απαλλάχτηκαν, 31 καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη και 418 σε μικρότερες ποινές ενώ καταδικάστηκαν σε θάνατο 15 άτομα εκ των οποίων οι 11 αμνηστεύθηκαν ενώ ένας, ο τέως Πρόεδρος Μπαγιάρ, γλίτωσε την αγχόνη λόγω ηλικίας και του επέβαλλαν 26 χρόνια κάθειρξη. Οι Μεντερές, Πολατκάν και Ζορλού απαγχονίστηκαν όλοι μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου του 1961 παρά τις εκκλήσεις για συγχώρεση προς τους δικαστές από τον αρχηγό της χούντας Γκιουρσέλ αλλά και άλλους ηγέτες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένου Αμερικανού Προέδρου Κένεντι και της Βασίλισσας του Ηνωμένου Βασιλείου Ελισάβετ ΙΙ του Ηνωμένου Βασιλείου. Την Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου, εκτελέστηκε η θανατική ποινή του Μεντερές. «Ο επί δεκαετίαν πρωθυπουργός της Τουρκίας Αντνάν Μεντερές εξετελέσθη χθες με την σειράν του, συμφώνως προς σύντομον επίσημον ανακοίνωσιν», μετέδωσε η ανταπόκριση της «Καθημερινής» από το Λονδίνο για τις 18 Σεπτεμβρίου, η οποία συμπεριλήφθηκε στο φύλλο της Τρίτης 19 Σεπτεμβρίου.
Τα επόμενα χρόνια στην Τουρκία επικράτησε πολιτική αστάθεια.
Μόλις το 1965 σχηματίστηκε σταθερή κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον μηχανικό στο επάγγελμα Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ του Κόμματος της Δικαιοσύνης. πηγες καθιμερινη greeklish.info gr Greek Military History (Ελληνική Στρατιωτική Ιστορία) Giannis Mavronas
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους