Το καλοκαίρι ήρθε αγριεμένο φέτος. Όχι όπως παλιά, με εκείνη τη γλυκιά προειδοποίηση των πρώτων ζεστών απογευμάτων, αλλά απότομα, σαν εχθρική εισβολή. Η ζέστη κυρίευσε το σπίτι της Μαίρης από τον...
Το καλοκαίρι ήρθε αγριεμένο φέτος. Όχι όπως παλιά, με εκείνη τη γλυκιά προειδοποίηση των πρώτων ζεστών απογευμάτων, αλλά απότομα, σαν εχθρική εισβολή.
Η ζέστη κυρίευσε το σπίτι της Μαίρης από τον Ιούνιο και δεν έλεγε να υποχωρήσει ούτε τη νύχτα.
Ο ύπνος κομματιαστός, ιδρωμένος, τα σεντόνια κολλούσαν στο σώμα και το σώμα κολλούσε στη νύχτα.
Ξυπνούσε χαράματα για να ποτίσει τις γλάστρες. «Πριν ξυπνήσει ο ήλιος», έλεγε, λες και επρόκειτο για πλάσμα κακότροπο που έπρεπε να το προλάβεις, να το κρατήσεις σε απόσταση για λίγο ακόμη.
Τα λουλούδια της υπέφεραν.
Ο βασιλικός έχανε τη μυρωδιά του, τα φύλλα του κατσάρωναν, μικρά σημάδια παραίτησης.
Οι ορτανσίες μαράθηκαν σχεδόν χωρίς προειδοποίηση, σαν να τις πρόδωσε η ίδια η εποχή τους.
Μόνο τα γεράνια, πεισματάρικα, άντεχαν, όπως αντέχουν όσοι δεν έχουν την πολυτέλεια να καταρρεύσουν. Η Μαίρη τα κοιτούσε με ενοχή.
Τα φρόντιζε με τόση αγάπη, αλλά ένιωθε πως όλα αυτά δεν ήταν απλώς θέμα κηπουρικής.
Ήταν κάτι μεγαλύτερο, που της είχε ανατεθεί χωρίς να το ζητήσει και χωρίς να ξέρει πώς να το σηκώσει.
Στις ειδήσεις μιλούσαν για καύσωνες-ρεκόρ, για πυρκαγιές, για δάση που χάνονταν μέσα σε λίγες ώρες, σαν να μην είχαν ποτέ ρίζες.
Εκείνη δεν καταλάβαινε από αριθμούς και γραφήματα.
Καταλάβαινε όμως από ξεραμένα φύλλα, από χώμα που άχνιζε ακόμη και όταν το πότιζες, από τη σιωπηλή αντίσταση μιας εξαντλημένης φύσης που δεν φωνάζει, γιατί δεν της αφήσαμε πια φωνή.
Κάποιες φορές σκεφτόταν τα εγγόνια της.
Αν θα θυμούνται ποτέ το καλοκαίρι ως κάτι χαρούμενο, αναπαυτικό.
Ή αν ο Ιούλιος θα γίνει για εκείνα μια λέξη βαριά, συνώνυμο της δυσφορίας και του φόβου.
Ένα απόγευμα, όταν ο αέρας έμοιαζε ακίνητος, μεταφύτεψε μια μικρή λεμονιά σε μια μεγάλη γλάστρα.
Να πάρει αέρα.
Τα χέρια της έτρεμαν λίγο.
Κούραση, ζέστη, ηλικία.
Αλλά και μια πεισματική ανάγκη να συνεχίζει κάτι που ίσως δεν προλάβει να δει να μεγαλώνει. «Δεν ξέρω τι γη θα σας παραδώσω», ψιθύρισε. «Ξέρω μόνο ότι δεν θα σταματήσω να φυτεύω». Ήταν μια μικρή πράξη.
Σχεδόν αστεία μπροστά στο μέγεθος της κλιματικής κρίσης.
Μα η Μαίρη πίστευε πως η ελπίδα δεν χρειάζεται άδεια για να υπάρξει. Μόνο επιμονή και λίγο χώμα που επιμένει ακόμη να δέχεται σπόρους.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους