Το "Γκαμπί της Βασίλισσας": Η στρατηγική θυσία του Μητσοτάκη και η υπεραξία της παραδοσιακής βάσης Στο σκάκι, το "Γκαμπί της Βασίλισσας" αποτελεί μία από τις πιο γνωστές στρατηγικές ανοίγματος. Ο...
Το "Γκαμπί της Βασίλισσας": Η στρατηγική θυσία του Μητσοτάκη και η υπεραξία της παραδοσιακής βάσης Στο σκάκι, το "Γκαμπί της Βασίλισσας" αποτελεί μία από τις πιο γνωστές στρατηγικές ανοίγματος.
Ο παίκτης προσφέρει συνειδητά ένα πιόνι, προκειμένου να αποκτήσει έλεγχο του κέντρου της σκακιέρας και να διαμορφώσει ευνοϊκότερους όρους για τη συνέχεια της παρτίδας.
Η πολιτική είναι στρατηγικό παίγνιο.
Η στρατηγική που ακολούθησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την ανάληψη ακόμη της ηγεσίας της #Νέας_Δημοκρατίας παρουσιάζει αξιοσημείωτες ομοιότητες με ένα πολιτικό "γκαμπί" υψηλού ρίσκου.
Ο στόχος ήταν σαφής και ξεκάθαρος εξαρχής.
Η μετατροπή της Νέας Δημοκρατίας από ένα παραδοσιακό κεντροδεξιό κόμμα σε έναν ευρύ, "πολυσυλλεκτικό" σχηματισμό εξουσίας, με κυρίαρχη παρουσία στον χώρο του πολιτικού Κέντρου.
Όχι ως συγκυριακή απόρροια, αλλά ως συνειδητός στρατηγικός σχεδιασμός, σε ευνοϊκές πολιτικές συνθήκες.
Η ενσωμάτωση και υπουργοποίηση πληθώρας στελεχών προερχόμενων από το σημιτικό ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, η έμφαση στον τεχνοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης και η σταδιακή απομάκρυνση από στοιχεία της παραδοσιακής δεξιάς ρητορικής αποτέλεσαν βασικά χαρακτηριστικά της εν λόγω στρατηγικής.
Εκλογικά, η επιλογή δικαιώθηκε δις.
Οι νίκες του 2019 και του 2023 επιβεβαίωσαν ότι η κατάκτηση του μεσαίου χώρου εξακολουθεί να αποτελεί μία εκ των προϋποθέσεων για την πολιτική κυριαρχία στη χώρα μας.
Κάθε "επιτυχημένο" γκαμπί όμως ενέχει κόστος.
Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν δεν κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν και να λύσουν βασικά θέματα επιβίωσης των πολιτών.
Η χώρα μπορεί να βγήκε από το καθεστώς μνημονιακής εποπτείας, ωστόσο η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών δεν μεταφράστηκε για μεγάλο μέρος της κοινωνίας σε αντίστοιχη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της καθημερινότητας.
Η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών συρρικνώθηκε.
Επιπρόσθετα, καθώς το κόμμα του κ. Μητσοτάκη διεύρυνε την επιρροή του προς το Κέντρο, ένα σεβαστό κομμάτι της παραδοσιακής εκλογικής και ιδεολογικής βάσης της παράταξης άρχισε να εκφράζει αισθήματα δυσαρέσκειας και τελικά αποστασιοποίησης, τάση που αποτυπώνεται τόσο στην αυξημένη αποχή όσο και στην ενίσχυση πολιτικών σχηματισμών στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας.
Δεν πρόκειται για ένα ενιαίο πολιτικό ακροατήριο, αλλά για ένα σύνολο ψηφοφόρων με διαφορετικές αφετηρίες.
Υποσύνολα λαϊκών δεξιών, κοινωνικά συντηρητικών, πατριωτικά προσανατολισμένων πολιτών και τμημάτων της επαρχίας που ιστορικά αποτέλεσαν σταθερό πυλώνα της παράταξης.
Για αρκετά χρόνια οι αντιδράσεις αυτές παρέμειναν περιορισμένες.
Τα τελευταία χρόνια όμως καταγράφονται ενδείξεις μιας βαθύτερης πολιτικής κόπωσης.
Η αυξημένη αποχή, η ενίσχυση κομμάτων στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας με λαϊκιστικές τάσεις και η συχνότερη αμφισβήτηση κυβερνητικών επιλογών από παραδοσιακούς ψηφοφόρους της συνιστούν πλέον πραγματικότητα.
Οι δημοσκοπικές τάσεις εμφάνισης του κόμματος του κ. Μητσοτάκη στην πρώτη θέση δεν απαντούν σε ένα κρίσιμο ερώτημα.
Αν το μοντέλο που εξασφάλισε τις εκλογικές νίκες του 2019 και του 2023 μπορεί να παράγει τα ίδια αποτελέσματα και στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Η κυβερνητική φθορά, τα πολλαπλά σκάνδαλα, η απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η αναξιοκρατία, ο λαϊκισμός και η εμφανής κόπωση ενός μέρους του κεντρώου ακροατηρίου δημιουργούν ένα πολιτικό περιβάλλον διαφορετικό από εκείνο των προηγούμενων εκλογών.
Δημιουργούν, ταυτόχρονα, ένα υπαρκτό κενό στην ουσιαστική και σοβαρή πολιτική εκπροσώπηση της κεντροδεξιάς.
Το γεγονός ότι το κενό αυτό δεν έχει ακόμη αποκτήσει ενιαία πολιτική έκφραση δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται.
Προς το παρόν εκδηλώνεται κυρίως ως αποχή, ως διάχυτη δυσαρέσκεια και ως κατακερματισμένη ψήφος διαμαρτυρίας.
Η πολιτική εμπειρία όμως δείχνει ότι τα κενά εκπροσώπησης λειτουργούν συχνά ως θερμοκοιτίδες νέων πολιτικών δυνάμεων ή μεγάλων πολιτικών ανακατατάξεων.
Και εδώ εμφανίζεται ένα εύλογο ερώτημα.
Μήπως αυτό το κενό έρχεται να καλύψει το κυοφορούμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά; Η απάντηση ασφαλώς και δεν μπορεί να δοθεί σήμερα με βεβαιότητα.
Μπορεί όμως να τεθεί ως στρατηγικό ενδεχόμενο.
Διότι, εάν ο Αντώνης #Σαμαράς καταφέρει να μετατρέψει τη διάχυτη δυσαρέσκεια σε συγκροτημένη πολιτική πρόταση και να επανασυνδέσει μεταξύ τους τμήματα ενός ακροατηρίου που σήμερα παραμένουν κατακερματισμένα, τότε το "γκαμπί" του κ. Μητσοτάκη μπορεί να αποκτήσει μια απρόβλεπτη συνέπεια.
Το πιόνι που θυσιάστηκε για την κατάκτηση του κέντρου μπορεί να αποδειχθεί ότι δεν χάθηκε από τη σκακιέρα. Μετακινήθηκε.
Και στην πολιτική, η μετακίνηση αυτή μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Γιατί το θέμα δεν είναι απλώς αν ένα νέο κόμμα θα συγκεντρώσει ένα συγκεκριμένο ποσοστό ψήφων.
Το καίριο ζήτημα είναι από πού θα προέλθουν αυτές οι ψήφοι και, κυρίως, ποιούς εκλογικούς συσχετισμούς μπορούν να μεταβάλουν.
Εάν λοιπόν ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων που άλλοτε αποτελούσαν τον σταθερό κορμό της παράταξης επιλέξει να εκφραστεί μέσω ενός νέου κεντροδεξιού φορέα, τότε η επίδραση δεν θα περιοριστεί στο μέγεθος του ίδιου του νέου κόμματος.
Θα επηρεάσει ευθέως τον εκλογικό πήχη της αυτοδυναμίας.
Ένα κόμμα μπορεί να παραμένει πρώτο και ταυτόχρονα να μην μπορεί να κυβερνήσει αυτοδύναμα.
Μπορεί να διατηρεί την πρωτιά και να έχει χάσει την αναγκαία εκλογική βάση που απαιτείται για να την μετατρέψει σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Και τότε, το ζητούμενο δεν θα είναι ποιος κέρδισε την πρώτη θέση, ούτε πόσες ποσοστιαίες μονάδες απέχει το πρώτο από το δεύτερο κόμμα.
Θα είναι ποιος κατάφερε να ελέγξει τη σκακιέρα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ουδείς δύναται να θεωρεί την αυτοδυναμία δεδομένη πολιτική προοπτική.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το ουσιαστικό δίδαγμα του "γκαμπί". Η κατάκτηση του "κέντρου" της σκακιέρας έχει αξία μόνο όταν διατηρείται η συνοχή ολόκληρης της παράταξης.
Διότι στην πολιτική, σε αντίθεση με το σκάκι, τα πιόνια διαθέτουν και βούληση και κρίση και μνήμη και, τελικά, δικαίωμα επιλογής.
Και η πολιτική ιστορία διδάσκει πως ενίοτε οδηγός για την επιλογή είναι η "τιμωρία." Μέθοδος που ο Κυριάκος #Μητσοτάκης γνωρίζει καλά... Η στρατηγική του μπορεί στο παρελθόν να απέδωσε.
Το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι αν μπορεί να συνεχίσει να αποδίδει, έχοντας απωλέσει τον τρόπο επανασύνδεσης με εκείνα τα κοινωνικά και πολιτικά στρώματα που επί δεκαετίες αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της παράταξης που ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής ίδρυσε.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για μία μεγάλη παράταξη είναι να κατακτήσει νέους ψηφοφόρους, δίχως όμως να θυσιάσει τον εαυτό της.
Και σε αυτό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν απέτυχε απλώς.
Επέλεξε συνειδητά τη θυσία της παραδοσιακής βάσης προς όφελος της κεντρώας διεύρυνσης.
Το ερώτημα είναι αν υπολόγισε σωστά την υπεραξία του ανταλλάγματος.
Γιατί μπορεί το Κέντρο, ως τώρα, εν μέρει να κερδήθηκε.
Μπορεί όμως, την ίδια στιγμή, η παραδοσιακή βάση να αναζητήσει αλλού την πολιτική της έκφραση.
Και όταν αυτή η έκφραση αποκτήσει ηγεσία, πολιτικό σχέδιο και εκλογική δυναμική, τότε το "γκαμπί" παύει να αποτελεί επιτυχημένη στρατηγική κατάληψης του κέντρου.
Μετατρέπεται σε στρατηγικό ρίσκο για την ίδια την αυτοδυναμία.
Στη ζωή, σε αντίθεση με το σκάκι, η ζωή συνεχίζεται και μετά το "ματ." Το ίδιο και στην Πολιτική.
Και όταν η εμπειρία συνδυάζεται με την ανανέωση, ουδείς μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα το αποτέλεσμα της επίδρασής τους. Ίσως, τελικά, η πιο ενδιαφέρουσα παρτίδα να μην έχει ακόμη αρχίσει...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους