«Η Άννα μένει ακόμα εδώ;» Το είπε έτσι απλά, έξω από το φαρμακείο της γειτονιάς, ένα μουντό απόγευμα του Νοέμβρη, κι εγώ γύρισα εκνευρισμένη πριν καν τη δω καλά. «Η Άννα πέθανε πριν έξι χρόνια», της...
«Η Άννα μένει ακόμα εδώ;» Το είπε έτσι απλά, έξω από το φαρμακείο της γειτονιάς, ένα μουντό απόγευμα του Νοέμβρη, κι εγώ γύρισα εκνευρισμένη πριν καν τη δω καλά. «Η Άννα πέθανε πριν έξι χρόνια», της απάντησα. «Ήταν η μητέρα μου». Η γυναίκα άσπρισε.
Πρέπει να ήταν γύρω στα πενήντα πέντε, με παλιό μπουφάν, τα χέρια σφιγμένα πάνω σε μια τσάντα λες και κρατιόταν από εκεί για να μην πέσει.
Τα μάτια της γέμισαν τρόμο, όχι λύπη μόνο.
Κάτι πιο βαρύ. «Όχι… όχι, δεν γίνεται», ψιθύρισε. «Μου είχε υποσχεθεί ότι, αν ποτέ γύριζα, θα τη βρίσκα…» Τη θυμάμαι να με κοιτάζει σαν να έβλεπε πάνω μου το πρόσωπο της μάνας μου.
Κι ύστερα είπε κάτι που μου έκοψε την ανάσα. «Η μητέρα σου μου έσωσε τη ζωή». Γέλασα νευρικά. Άσχημα.
Σχεδόν απότομα. «Κάνετε λάθος.
Η μητέρα μου ήταν μοδίστρα.
Ζούσε όλη της τη ζωή στην Αθήνα.
Δεν ξέρω ποια ψάχνετε». «Την Άννα με την ελιά κάτω από το αριστερό μάτι.
Που κάπνιζε κρυφά στην αυλή.
Που έλεγε το “βρε κορίτσι μου” όταν φοβόμουν.
Αυτή ψάχνω». Πάγωσα.
Η ελιά.
Το “βρε κορίτσι μου”. Το τσιγάρο στην αυλή, που νόμιζε πως δεν το ήξερα.
Τη γυναίκα τη λέγανε Ευγενία.
Καθίσαμε σε ένα καφέ κι εγώ δεν άγγιξα καν τον καφέ μου.
Μου είπε πως είχε να δει τη μάνα μου σχεδόν τριάντα χρόνια.
Πως τη γνώρισε σε ένα ορεινό χωριό της Αρκαδίας, σε ένα παλιό σπίτι έξω από τον οικισμό.
Πως τότε η μάνα μου δεν λεγόταν μόνο Άννα. «Εκεί τη φώναζαν και Ανθή», μου είπε. Θύμωσα.
Με εκείνη, με τη μάνα μου, με τον εαυτό μου που την άκουγα. «Αρκετά.
Ή είστε τρελή ή λέτε ψέματα». Η Ευγενία έβαλε το χέρι στην τσάντα και έβγαλε μια παλιά φωτογραφία.
Η μητέρα μου.
Νεότερη, αδύνατη, με ένα πλεκτό ζακετάκι που θυμόμουν από ένα συρτάρι μας.
Δίπλα της μια κοπέλα σχεδόν αγνώριστη από την ταλαιπωρία. Η Ευγενία.
Στο πίσω μέρος έγραφε: «Για να θυμάσαι ότι ξαναγεννήθηκες. Α.» Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ.
Έβγαλα από ντουλάπες, κουτιά, φακέλους όσα πράγματα είχε αφήσει η μάνα μου.
Πάντα ήταν κλειστή.
Απότομη κάποιες φορές.
Δεν μιλούσε ποτέ για τον πρώτο της γάμο, μόνο ότι “ήταν ένα λάθος”. Ο πατέρας μου τη γνώρισε αργότερα.
Πέθανε κι εκείνος χωρίς να μου πει πολλά.
Και τώρα ξαφνικά εμφανιζόταν μια ξένη και μου έλεγε ότι η μητέρα μου είχε άλλη ζωή.
Δύο μέρες μετά, πήγα με την Ευγενία στο χωριό.
Δρόμοι στενοί, στροφές, έλατα, υγρασία, κι ένα κρύο που έμπαινε από τις χαραμάδες του αυτοκινήτου.
Το σπίτι ήταν λίγο έξω από το χωριό.
Πέτρινο, μισογκρεμισμένο, με σκουριασμένη αυλόπορτα και μια καρυδιά δίπλα.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν το είδα, ένιωσα ένα τσίμπημα στο στήθος.
Σαν να είχα ξανάρθει μικρή και να το είχα θάψει κάπου βαθιά.
Μπήκαμε μέσα με δυσκολία.
Μύριζε κλεισούρα και χώμα. Η Ευγενία προχώρησε αργά, σαν να φοβόταν να πατήσει τις αναμνήσεις της. «Εδώ κοιμόμουν», είπε. «Με είχε βρει μισοπεθαμένη. Μελανιασμένη.
Είχα φύγει από έναν άνθρωπο που θα με σκότωνε». Γύρισα απότομα. «Και η μητέρα μου; Τι έκανε εδώ;» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους