«Δηλαδή τι θες πια, Ελένη; Να παντρευτούμε επειδή το λες εσύ;» μου πέταξε ο Στέφανος, κι εγώ έμεινα να τον κοιτάω με το ένα χέρι στην κοιλιά μου και το άλλο να τρέμει πάνω στον πάγκο της κουζίνας...
«Δηλαδή τι θες πια, Ελένη; Να παντρευτούμε επειδή το λες εσύ;» μου πέταξε ο Στέφανος, κι εγώ έμεινα να τον κοιτάω με το ένα χέρι στην κοιλιά μου και το άλλο να τρέμει πάνω στον πάγκο της κουζίνας.
Ήμουν πέντε μηνών έγκυος.
Στο τραπέζι υπήρχε ακόμα το τάπερ που μας είχε φέρει η μάνα του, μαζί με τις γνώμες της για όλα.
Για το παιδί.
Για το σπίτι.
Για μένα. «Όχι επειδή το λέω εγώ», του είπα. «Επειδή περιμένουμε παιδί.
Επειδή είμαστε μαζί τρία χρόνια.
Επειδή δεν γίνεται κάθε φορά που μιλάμε για το μέλλον μας να περιμένεις πρώτα να δεις τι θα πει η μητέρα σου». Εκείνος αναστέναξε εκνευρισμένα.
Αυτό το ύφος το ήξερα.
Σαν να ήμουν υπερβολική.
Σαν να ζητούσα κάτι παράλογο.
Η αλήθεια είναι πως δεν με έκαιγε αν θα ήταν πολιτικός γάμος ή θρησκευτικός.
Δεν ήταν εκεί το θέμα.
Το θέμα ήταν ότι ο Στέφανος δεν αποφάσιζε τίποτα αν δεν περνούσε πρώτα από το φίλτρο της κυρίας Κατερίνας.
Και η κυρία Κατερίνα δεν με ήθελε ποτέ πραγματικά.
Στην αρχή το έπαιζε γλυκιά. «Κορίτσι μου, εγώ για το καλό σας τα λέω». Μετά άρχισαν τα μικρά καρφιά. «Πολύ βιάστηκες να κάνεις παιδί». «Στην οικογένειά μας δεν έχουμε ανάγκη από χαρτιά». «Ο Στέφανος πιέζεται όταν του βάζουν πρέπει». Όλα με εκείνο το ήρεμο χαμόγελο που σε κάνει να νιώθεις ότι αν αντιδράσεις, θα βγεις και τρελή.
Το χειρότερο δεν ήταν αυτή.
Ήταν εκείνος. Μια Κυριακή είχαμε πάει για φαγητό στους γονείς του.
Εγώ ήδη φουσκωμένη, κουρασμένη, με ναυτίες που δεν έλεγαν να φύγουν.
Και εκεί, πάνω από τα γεμιστά, η μάνα του είπε πολύ απλά: «Εγώ πιστεύω να μη βιαστείτε για γάμους.
Πρώτα να δούμε πώς θα πάει με το μωρό.
Αυτά είναι σοβαρά πράγματα». Σήκωσα τα μάτια μου στον Στέφανο.
Περίμενα, έστω μια φορά, να πει κάτι. Οτιδήποτε.
Δεν είπε.
Απλώς έκοβε το ψωμί του.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τόσο μόνη που μου ήρθε να κλάψω μπροστά σε όλους.
Αλλά κρατήθηκα.
Γύρισα σπίτι και του μίλησα ήρεμα.
Του είπα πως δεν αντέχω άλλο να είμαστε τρεις στη σχέση μας. «Υπερβάλλεις», μου είπε. «Η μάνα μου θέλει να βοηθήσει». «Βοηθάει ή ελέγχει;» τον ρώτησα. «Μη με βάζεις να διαλέξω ανάμεσα σε εσένα και στους γονείς μου». Αυτό ήταν.
Γιατί εγώ δεν του ζήτησα ποτέ να διαλέξει.
Του ζήτησα να σταθεί σαν άντρας, σαν σύντροφος, σαν πατέρας.
Να βάλει ένα όριο.
Ένα μόνο.
Την εβδομάδα που ακολούθησε, η κατάσταση ξέφυγε.
Η μάνα του έπαιρνε τηλέφωνο τρεις και τέσσερις φορές τη μέρα.
Μια για να ρωτήσει αν πήγα στον γιατρό, μια για να πει ότι εκείνη ξέρει καλύτερα σε ποιο μαιευτήριο πρέπει να γεννήσω, μια για να του θυμίσει ότι «δεν είναι ανάγκη να μπλέξει με γάμους και έξοδα τώρα που έρχεται παιδί». Και κάθε φορά, ο Στέφανος μετέφερε τη γνώμη της σαν να ήταν ανακοίνωση.
Μέχρι που ένα βράδυ μου είπε: «Ίσως έχει δίκιο η μάνα μου.
Να περιμένουμε.
Δεν χρειάζεται ούτε πολιτικός ούτε εκκλησία τώρα». Το είπε και ένιωσα κάτι μέσα μου να παγώνει. «Η μάνα σου;» του λέω. «Εσύ τι θες;» Σιώπησε.
Αυτή η σιωπή με διέλυσε περισσότερο απ’ όλα.
Μάζεψα λίγα ρούχα σε μια βαλίτσα.
Δεν έκανα σκηνή.
Δεν είχα δύναμη.
Μόνο όταν φόρεσα το μπουφάν μου, με ρώτησε: 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους