[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Μαμά, ο μπαμπάς πού πήγε;» Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν ήταν μια απλή βόλτα, ούτε ένας ακόμα καβγάς που θα ξεφούσκωνε το βράδυ. Η ντουλάπα του Γιάννη ήταν μισοάδεια. Έλειπε η μαύρη βαλίτσα, δύο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μαμά, ο μπαμπάς πού πήγε;» Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν ήταν μια απλή βόλτα, ούτε ένας ακόμα καβγάς που θα ξεφούσκωνε το βράδυ.

Η ντουλάπα του Γιάννη ήταν μισοάδεια.

Έλειπε η μαύρη βαλίτσα, δύο πουκάμισα που φορούσε στις «σοβαρές δουλειές», και ο φορτιστής του κινητού του.

Στο τραπέζι της κουζίνας είχε αφήσει μόνο ένα χαρτί, τσαλακωμένο σαν να ντρεπόταν κι αυτό να υπάρχει. «Μην με ψάξεις.

Δεν αντέχω άλλο.

Θα επικοινωνήσω εγώ όταν μπορέσω.» Αυτό ήταν όλο. Ο Κωστάκης με κοίταζε με το κουτάλι στο χέρι, με γιαούρτι στο μάγουλο, κι εγώ ένιωθα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου.

Δεν πρόλαβα ούτε να κλάψω.

Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν το ενοίκιο.

Μετά το ρεύμα.

Μετά το φροντιστήριο προνήπιο που ήδη χρωστούσαμε δύο μήνες.

Ντρέπομαι που το λέω, αλλά πριν πονέσω σαν γυναίκα, πανικοβλήθηκα σαν μάνα.

Τον πήρα δέκα φορές. Κλειστό.

Έστειλα μήνυμα. «Γιάννη, τι είναι αυτά; Πού είσαι; Το παιδί σε ζητάει.» Τίποτα.

Μέχρι το μεσημέρι, η ντροπή είχε μπει στο σπίτι πιο βαριά κι από τη σιωπή.

Άκουγα τα βήματα της από πάνω γειτόνισσας και νόμιζα πως όλη η πολυκατοικία ήξερε. Στην Ελλάδα αυτά δεν κρύβονται.

Κάποιος βλέπει, κάποιος ακούει, κάποιος “μαθαίνει”. Και μετά αρχίζουν τα γνωστά. «Κάτι θα έγινε». «Δεν φεύγει ένας άντρας έτσι». «Μήπως τον πίεζες;» Το απόγευμα χτύπησε το κουδούνι.

Ήταν η πεθερά μου, η κυρία Ελένη.

Με δυο σακούλες από το σούπερ μάρκετ και μάτια πρησμένα. «Μου το έκανε κι εμένα», μου είπε πριν καν μπει μέσα. «Δεν σηκώνει ούτε σε μένα.» Την κοίταζα και δεν ήξερα αν έπρεπε να θυμώσω, να πέσω στην αγκαλιά της ή να της πω να φύγει.

Εκείνη άφησε τις σακούλες στον πάγκο.

Γάλα, μακαρόνια, πάνες, φρυγανιές, λίγα κοτόπουλα στην κατάψυξη.

Πράγματα απλά.

Πράγματα σωτήρια. «Δεν ήρθα να τον δικαιολογήσω», είπε χαμηλά. «Ήρθα γιατί ντρέπομαι.

Και γιατί το παιδί δεν φταίει.» Εκεί έσπασα.

Κάθισα στην καρέκλα και άρχισα να κλαίω με λυγμούς, άσχημα, χωρίς αξιοπρέπεια.

Ο μικρός τρόμαξε. Η Ελένη τον πήρε αγκαλιά και του χάιδευε τα μαλλιά. «Η μαμά σου είναι κουρασμένη, αγόρι μου.

Έλα στη γιαγιά.» Τις πρώτες μέρες ζούσα σαν σε πυρετό.

Πήγαινα στη δουλειά μου στο φούρνο με σφιγμένο στομάχι, άφηνα τον Κωστάκη στη γειτόνισσα για δυο ώρες, μετά τον έπαιρνε η πεθερά μου.

Το βράδυ καθόμασταν στην κουζίνα και κάναμε λογαριασμούς με ένα τετράδιο. «Το ενοίκιο είναι 480», έλεγα. «Θα βάλω εγώ τα μισά», απαντούσε. «Δεν γίνεται συνέχεια αυτό, Ελένη.» «Μέχρι να γίνει κάτι, θα γίνεται.» Μια μέρα βρήκα το κουράγιο και πήγα σε δικηγόρο.

Μου εξήγησε για διατροφή, εγκατάλειψη, ασφαλιστικά μέτρα.

Τα άκουγα και ζαλιζόμουν.

Για να κάνεις το σωστό, θέλει λεφτά.

Για να προστατεύσεις το παιδί σου, θέλει χαρτιά, παράβολα, υπομονή.

Και ο Γιάννης άφαντος.

Το χειρότερο δεν ήταν η απουσία του.

Ήταν ότι άφησε πίσω του μια σκιά.

Ο μικρός ξυπνούσε τη νύχτα και φώναζε «μπαμπά». Κι εγώ έλεγα ψέματα. «Ο μπαμπάς λείπει για δουλειά.» Μέχρι που ένα βράδυ ο Κωστάκης με κοίταξε σοβαρά και μου είπε: «Αφού λείπει για δουλειά, γιατί η γιαγιά κλαίει στο μπάνιο;» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences