Άνοιξα την κατάψυξη και για λίγα δευτερόλεπτα δεν καταλάβαινα τι έβλεπα. Ή μάλλον, τι δεν έβλεπα. Τα ταψάκια με τα παστίτσια, τα γεμιστά, οι φακές σε μερίδες, τα κεφτεδάκια για τα παιδιά, η σάλτσα...
Άνοιξα την κατάψυξη και για λίγα δευτερόλεπτα δεν καταλάβαινα τι έβλεπα.
Ή μάλλον, τι δεν έβλεπα.
Τα ταψάκια με τα παστίτσια, τα γεμιστά, οι φακές σε μερίδες, τα κεφτεδάκια για τα παιδιά, η σάλτσα που είχα βράσει τρεις ώρες την Κυριακή, όλα εξαφανισμένα.
Έμεινα με το χέρι στο πόμολο και φώναξα από την κουζίνα: «Παναγιώτη! Πού είναι τα φαγητά;» Εκείνος βγήκε από το σαλόνι με εκείνο το ύφος το μισό αδιάφορο, το μισό ενοχλημένο που με τρελαίνει. «Τα πήρα στη μάνα μου.» Τον κοίταξα και γέλασα νευρικά. «Ποια πήρες στη μάνα σου;» «Τα περισσότερα.
Δεν είχε τίποτα στο ψυγείο.
Μου είπε πως ζαλιζόταν, δεν πρόλαβε να μαγειρέψει.» Τα περισσότερα.
Το είπε σαν να μου έλεγε πως πήρε ψωμί από τον φούρνο.
Ένιωσα το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι.
Όλο το Σαββατοκύριακο ήμουν όρθια.
Είχα πάει λαϊκή, είχα κουβαλήσει σακούλες, είχα καθαρίσει, είχα μαγειρέψει με τα παιδιά να τραβάνε τη μπλούζα μου και να ρωτάνε πότε θα φάμε.
Τα έκανα όλα για να βγει η εβδομάδα.
Για να μην τρέχω Δευτέρα βράδυ σαν τρελή μετά τη δουλειά. «Χωρίς να μου πεις τίποτα;» του είπα.
Σήκωσε τους ώμους. «Ε, μάνα μου είναι.
Τι να έκανα; Να την άφηνα νηστική;» Αυτό ήταν.
Εκεί έσπασα. «Κι εγώ τι είμαι; Η τροφοδότρια της οικογένειάς σου; Εγώ δεν είμαι αυτή που θα γυρίσει αύριο στις έξι μισή, θα έχει δύο παιδιά κουρασμένα, διαβάσματα, μπάνια, τσάντες για το σχολείο και θα ψάχνει τι να τους δώσει να φάνε;» Ο μικρός μας, ο Στέλιος, στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας και μας κοιτούσε. Η Μαρίνα ήταν πίσω του, αμίλητη.
Μόνο τότε χαμήλωσα λίγο τη φωνή μου.
Μόνο λίγο. Ο Παναγιώτης πήγε να το μαζέψει. «Μην κάνεις έτσι, βρε Άννα.
Θα πάρουμε κάτι απ’ έξω δύο μέρες.» Γύρισα και τον κοίταξα σαν να μην τον ήξερα. «Αυτό λες εσύ; Που κάθε τέλος του μήνα μετράμε κέρματα για να δούμε αν φτάνουν για πετρέλαιο; Θα πάρουμε απ’ έξω; Με ποια λεφτά;» Δεν απάντησε αμέσως.
Έτριψε το μέτωπό του, έκανε δυο βήματα πέρα δώθε.
Ήξερα αυτό το περπάτημα.
Το έκανε κάθε φορά που είχε κάνει βλακεία και δεν ήθελε να το παραδεχτεί.
Και δεν ήταν μόνο το φαγητό.
Δεν ήταν ποτέ μόνο το φαγητό.
Η μάνα του, η κυρία Ελευθερία, ήταν μόνιμα μέσα σε όλα.
Είχε άποψη για το πώς ντύνω τα παιδιά, γιατί δεν πάμε κάθε Κυριακή για φαγητό, γιατί δουλεύω τόσες ώρες, γιατί δεν φτιάχνω πιο συχνά μουσακά «αφού στον Παναγιώτη αρέσει». Μια φορά είχε έρθει σπίτι μας με δικό της κλειδί —που δεν έμαθα ποτέ ποιος της το έδωσε— και είχε αλλάξει θέση στα ντουλάπια «για να βολεύεσαι καλύτερα». Κι εκείνος; «Έλα μωρέ, έτσι είναι η μάνα.» Έτσι είναι η μάνα.
Αυτή η φράση είχε γίνει το σεντόνι που σκέπαζε τα πάντα.
Και τη δική μου κούραση.
Και τα νεύρα μου.
Και την αίσθηση ότι στο ίδιο μου το σπίτι ήμουν πάντα δεύτερη. «Θα σου πω εγώ τι με πονάει», του είπα πιο ήσυχα, κι αυτό τον τρόμαξε περισσότερο. «Δεν με ρώτησες. Πάλι.
Πήρες κάτι που έφτιαξα εγώ, για τα παιδιά μας, για το σπίτι μας, και το έδωσες αλλού γιατί η μάνα σου το ζήτησε.
Πάντα αυτό γίνεται.
Ό,τι θέλει η μάνα σου, γίνεται επείγον.
Εγώ πρέπει να καταλαβαίνω, να κάνω υπομονή, να μη μιλάω.» Με κοίταξε και για πρώτη φορά δεν πετάχτηκε να αμυνθεί.
Κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας και έμεινε σιωπηλός.
Ακούγονταν μόνο το ψυγείο και τα παιδιά στο δωμάτιο που είχαν βάλει χαμηλά τηλεόραση, λες και ήξεραν πως κάτι βαρύ είχε πέσει στο σπίτι. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους