«Μη, σε παρακαλώ, άκουσέ με πρώτα...» είπε ο Στέφανος, τραβώντας το σεντόνι πάνω του, κι εγώ έμεινα στην πόρτα με τα κλειδιά ακόμα στο χέρι. Δεν θυμάμαι να φώναξα αμέσως. Θυμάμαι μόνο τη Μαρίνα, την...
«Μη, σε παρακαλώ, άκουσέ με πρώτα...» είπε ο Στέφανος, τραβώντας το σεντόνι πάνω του, κι εγώ έμεινα στην πόρτα με τα κλειδιά ακόμα στο χέρι.
Δεν θυμάμαι να φώναξα αμέσως.
Θυμάμαι μόνο τη Μαρίνα, την αδελφή μου, να μαζεύει τα ρούχα της από το πάτωμα και να μην μπορεί να με κοιτάξει στα μάτια.
Και θυμάμαι ένα βουητό στ’ αυτιά μου, σαν να περνούσε τρένο μέσα από το κεφάλι μου.
Γύρισα νωρίτερα από τη δουλειά γιατί ένιωθα μια ζάλη από το πρωί.
Δούλευα τότε σε φούρνο, από τις πέντε όρθια, και είπα να πάω σπίτι μια ώρα πριν σχολάσω κανονικά.
Ο γιος μας, ο Παναγιώτης, ήταν στο φροντιστήριο.
Πίστευα ότι θα ξάπλωνα λίγο.
Αντί γι’ αυτό, άνοιξα την πόρτα και μπήκα κατευθείαν στη ζωή που δεν ήξερα ότι ζούσα. «Πόσο καιρό;» ήταν το μόνο που κατάφερα να πω. Η Μαρίνα έκλαιγε ήδη. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις», ψέλλισε. Γέλασα. Άσχημα.
Πικρά. «Στο κρεβάτι μου, με τον άντρα μου, είναι ακριβώς αυτό που νομίζω.» Ο Στέφανος σηκώθηκε, έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου. «Έγινε λάθος... ήμασταν πιεσμένοι... δεν σημαίνει...» «Μη με ακουμπήσεις», του είπα τόσο ήρεμα που τρόμαξα κι εγώ η ίδια.
Έφυγα από το δωμάτιο πριν καταρρεύσω μπροστά τους.
Πήγα στην κουζίνα, έπιασα τον πάγκο για να μη σωριαστώ, και τότε είδα πάνω στο τραπέζι τον φάκελο της τράπεζας. Ανοιγμένο.
Δεν ξέρω γιατί τον πήρα στα χέρια.
Ίσως από ένστικτο.
Ίσως γιατί όταν όλα σπάνε, το μυαλό αρπάζεται από κάτι πρακτικό.
Ήταν ο λογαριασμός αποταμίευσης του Παναγιώτη.
Τα χρήματα που βάζαμε λίγα λίγα για τις σπουδές του.
Χριστούγεννα χωρίς δώρα για μας, καλοκαίρια χωρίς διακοπές, βάρδιες, υπερωρίες, χαρτζιλίκια από τη νονά του, όλα εκεί.
Και το υπόλοιπο ήταν σχεδόν μηδενικό.
Νόμιζα ότι εκείνη τη στιγμή θα πεθάνω.
Γύρισα και τους κοίταξα και τους δύο. «Πού είναι τα λεφτά;» Ο Στέφανος πάγωσε. Η Μαρίνα σκούπισε τα μάτια της και είπε αυτό που δεν θα ξεχάσω όσο ζω: «Θα τα βάζαμε πίσω.» Θα τα βάζαμε πίσω.
Σαν να πήραν δανεικά πενήντα ευρώ.
Σαν να μη μιλάμε για το μέλλον ενός παιδιού.
Έμαθα εκείνη τη μέρα ότι είχαν σχέση σχεδόν οκτώ μήνες. Ο Στέφανος είχε μπλέξει με χρέη από στοιχήματα, κάτι που μου έκρυβε. Η Μαρίνα, λέει, τον βοηθούσε.
Μετά «ήρθαν κοντά». Και όταν άρχισαν οι πιέσεις, έπεισαν ο ένας τον άλλον ότι θα πάρουν προσωρινά χρήματα από τον λογαριασμό και θα τα επιστρέψουν πριν το καταλάβω.
Μόνο που το κατάλαβα.
Με τον πιο βρώμικο τρόπο.
Εκείνο το βράδυ δεν έκανα σκηνή.
Ίσως έπρεπε.
Ίσως θα ένιωθα καλύτερα αν είχα σπάσει πιάτα, αν είχα ουρλιάξει στη γειτονιά να βγει στα μπαλκόνια.
Αλλά όχι.
Πήγα στο δωμάτιο του παιδιού μου, κάθισα στο κρεβάτι του και περίμενα να γυρίσει. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους