«Τι κάνεις εδώ, μάνα; Χωρίς ένα τηλέφωνο;» Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μου είπε ο Στέλιος όταν μου άνοιξε την πόρτα. Ούτε γεια, ούτε έλα μέσα. Στεκόταν στην είσοδο με τη φόρμα, αξύριστος, με μάτια...
«Τι κάνεις εδώ, μάνα; Χωρίς ένα τηλέφωνο;» Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μου είπε ο Στέλιος όταν μου άνοιξε την πόρτα.
Ούτε γεια, ούτε έλα μέσα.
Στεκόταν στην είσοδο με τη φόρμα, αξύριστος, με μάτια κόκκινα από την κούραση ή τα νεύρα, δεν ξέρω.
Κρατούσα μια μικρή τσάντα, δυο τάπερ με γεμιστά και ένα σακουλάκι από τον φούρνο του χωριού.
Ξαφνικά ένιωσα σαν ζητιάνα έξω από ξένο σπίτι. «Πέρασα... για να σε δω», του είπα μόνο.
Με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα, λες και ζύγιζε αν αντέχει την παρουσία μου.
Μετά έκανε στην άκρη. «Έλα.
Αφού ήρθες.» Ανέβηκα από το χωριό με το πρώτο λεωφορείο.
Τρεις ώρες δρόμος, δυο φορές άλλαξα χέρια την τσάντα γιατί μούδιαζαν τα δάχτυλά μου.
Όλο το βράδυ πριν φύγω δεν είχα κλείσει μάτι.
Σκεφτόμουν τι θα του πω. Αν θα του μιλήσω για τον πατέρα του, που πέθανε πριν πέντε χρόνια και τον οποίο δεν συγχώρεσε ποτέ.
Αν θα του ζητήσω συγγνώμη για τότε που στάθηκα δίπλα στον άντρα μου αντί στο παιδί μου.
Γιατί αυτή ήταν η αλήθεια.
Κι ας πονάει. Ο Στέλιος μένει στο Περιστέρι, σε ένα μικρό διαμέρισμα τρίτου ορόφου.
Μέσα είχε μισόκλειστα παντζούρια, μια καρέκλα γεμάτη ρούχα, πιάτα στον νεροχύτη, έναν καναπέ που έδειχνε κουρασμένος όσο κι εκείνος.
Δεν είπε τίποτα για τα φαγητά.
Τα άφησα στον πάγκο και έβγαλα το μαντίλι μου. «Δεν είναι ώρα τώρα για επισκέψεις, μάνα.
Δουλεύω από το σπίτι, έχω πίεση, έχω ένα σωρό πράγματα στο κεφάλι μου.» «Δεν ήρθα να σου χαλάσω τη μέρα.» «Ναι, αλλά τη χάλασες.» Το είπε ξερά.
Και μετά έστριψε το βλέμμα αλλού, σαν να το μετάνιωσε, αλλά όχι αρκετά ώστε να το πάρει πίσω.
Κάθισα στην άκρη του καναπέ χωρίς να ξέρω πού να ακουμπήσω τα χέρια μου.
Αυτό το παιδί το είχα γεννήσει, το είχα κρατήσει με σαράντα πυρετό αγκαλιά όλη νύχτα, του είχα σιδερώσει σχολικές μπλούζες, είχα τρέξει σε γιατρούς, σε φροντιστήρια, σε δουλειές του ποδαριού για να μη του λείψει τίποτα.
Κι όμως, ανάμεσά μας υπήρχε τοίχος.
Ένας τοίχος χτισμένος χρόνο με τον χρόνο, κουβέντα με την κουβέντα, σιωπή με τη σιωπή.
Όταν ήταν είκοσι δύο, είχε τσακωθεί άσχημα με τον πατέρα του. Ο Στέλιος ήθελε να φύγει στην Αθήνα, να δουλέψει, να ζήσει όπως ήθελε.
Ο πατέρας του τον έλεγε αχάριστο, ξεροκέφαλο, πως «η πόλη θα σε φάει». Κι εγώ; Εγώ έλεγα «μην απαντάς στον πατέρα σου» και «κάνε λίγο πίσω». Πάντα αυτό έλεγα.
Κάνε πίσω εσύ.
Για να μη γίνει φασαρία.
Για να κρατηθεί το σπίτι όρθιο.
Μόνο που το σπίτι δεν κρατήθηκε.
Διαλύθηκε έτσι κι αλλιώς. «Θα φτιάξω καφέ», είπε απότομα.
Σηκώθηκα να βοηθήσω, αλλά με σταμάτησε. «Άστο. Ξέρω.» Έμεινα να τον κοιτάζω στην κουζίνα.
Οι κινήσεις του νευρικές.
Άνοιγε ντουλάπια, τα έκλεινε πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν.
Έβαλε δύο φλιτζάνια στο τραπέζι. «Ζάχαρη;» «Όπως παλιά.» Γέλασε πικρά. «Δεν θυμάμαι πια πώς ήταν το παλιά.» Αυτό με χτύπησε περισσότερο απ’ όλα.
Πήρα μια ανάσα και είπα αυτό που φοβόμουν χρόνια. «Στέλιο, ήρθα γιατί δεν αντέχω άλλο να μη μιλάμε.
Μένω μόνη μου εκεί πάνω.
Το βράδυ ακούω το ψυγείο και τα σκυλιά του γείτονα και νομίζω πως θα τρελαθώ.
Και σκέφτομαι πως έχω παιδί ζωντανό και είναι σαν να το 'χω χάσει.» Δεν μίλησε αμέσως.
Ανακάτευε τον καφέ του ξανά και ξανά, ενώ η ζάχαρη είχε λιώσει ώρα πριν. «Κι εγώ νομίζεις ότι περνάω καλά;» είπε τελικά χαμηλά. «Γυρνάω... βασικά δεν γυρνάω καν, γιατί όλη μέρα είμαι εδώ μέσα.
Μιλάω με κόσμο στη δουλειά και δεν λέω τίποτα αληθινό σε κανέναν.
Άμα αρρωστήσω, δεν θα το μάθει άνθρωπος.
Άμα πεθάνω, μπορεί να με βρουν από τη μυρωδιά.
Αυτή είναι η ζωή μου.» Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα.
Για πρώτη φορά δεν έβλεπα μόνο θυμό.
Έβλεπα έναν άντρα εξαντλημένο. Μόνο.
Πληγωμένο ακόμα από πράγματα που ίσως δεν θα διορθωθούν ποτέ. «Γιατί δεν μου το είπες;» ψιθύρισα. «Σε ποια να το πω; Στη μάνα που όταν σε έβριζε ο πατέρας μου, εσύ έλεγες “κάνε υπομονή”; Στη μάνα που με άφησε να φύγω απ’ το σπίτι σαν ξένος;» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους