ΔΕΘ. Ο χορός των σκηνοθετημένων ψεμάτων και τα ταχυδακτυλουργικά της συμφοράς. Γι' αυτά γράφω σήμερα στον Ριζοσπάστη. Υπάρχει ένα επάγγελμα στην Ελλάδα που δεν κινδυνεύει ούτε από την τεχνητή...
ΔΕΘ. Ο χορός των σκηνοθετημένων ψεμάτων και τα ταχυδακτυλουργικά της συμφοράς.
Γι' αυτά γράφω σήμερα στον Ριζοσπάστη.
Υπάρχει ένα επάγγελμα στην Ελλάδα που δεν κινδυνεύει ούτε από την τεχνητή νοημοσύνη, ούτε από την ανεργία.
Αυτό του κατασκευαστή κυβερνητικών υποσχέσεων.
Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή ανοίγει το ίδιο εργοστάσιο.
Παράγει «ανάσες», «αναχώματα», «γενναίες παρεμβάσεις», «δίχτυα προστασίας», «ισχυρά μηνύματα», «νέα ξεκινήματα». Παράγει κυρίως αριθμούς.
Δισεκατομμύρια σε τίτλους, λίγα ευρώ στην τσέπη.
Και το εκπληκτικό είναι ότι το προϊόν δεν χρειάζεται καν να παραδοθεί.
Αρκεί να ανακοινωθεί.
Ασε που η νέα εφεύρεση της ελληνικής κοινωνικής πολιτικής του 21ου αιώνα είναι το pass και το καλάθι! Market Pass, Fuel Pass, Power Pass, Youth Pass και ό,τι άλλο μπορεί να αποκτήσει αγγλική κατάληξη, ώστε η φτώχεια να ακούγεται λίγο πιο μοντέρνα.
Δεν μπορείς να αγοράσεις βενζίνη; Pass.
Δεν βγαίνει το σούπερ μάρκετ; Pass.
Δεν μπορείς να κάνεις διακοπές; Voucher.
Ακριβαίνει το ρεύμα; Επίδομα.
Ακριβαίνουν τα τρόφιμα; «Καλάθι». Κάποτε η πολιτική υποσχόταν να λύσει τα προβλήματα, τώρα τους δίνει εμπορική ονομασία.
Εχουμε το «καλάθι του νοικοκυριού», το «καλάθι του Πάσχα», το «καλάθι των Χριστουγέννων», το «καλάθι του μαθητή», με δυο λόγια τα «καλάθια του απελπισμένου». Σου παίρνουν εκατό και πανηγυρίζουν επειδή σου επιστρέφουν πέντε.
Και πρέπει να πεις κι ευχαριστώ.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα της σύγχρονης πολιτικής επικοινωνίας.
Μετέτρεψε την επιστροφή ενός μικρού μέρους από όσα σου αφαίρεσαν σε «κοινωνική παροχή». Ο εργαζόμενος πληρώνει ακριβότερα τρόφιμα, ρεύμα, καύσιμα, ενοίκιο.
Αμεσους και έμμεσους φόρους.
Το εισόδημά του εξατμίζεται πριν το τέλος του μήνα.
Και ύστερα εμφανίζεται η φιλάνθρωπη κυβέρνηση και του ανακοινώνει μια «έκτακτη ενίσχυση». Ενα κατοστάρικο.
Και γύρω από αυτό το κατοστάρικο στήνεται επικοινωνιακή παραγωγή εκατομμυρίων. ■ Οταν οι λέξεις αλλάζουν δουλειά Δεν είναι καινούργια τέχνη η πολιτική εξαπάτηση.
Αυτή που τιτλοφορεί τη φτώχεια «δημοσιονομική προσαρμογή». Οι λέξεις πλέον έχουν αλλάξει δουλειά.
Η ακρίβεια έγινε «πληθωριστική πίεση». Η φοροληστεία «διεύρυνση της φορολογικής βάσης». Η περικοπή έγινε «εξορθολογισμός». Η ιδιωτικοποίηση «αξιοποίηση». Η εμπορευματοποίηση της Υγείας έγινε «συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα». Η εργασιακή ανασφάλεια έγινε «ευελιξία». Και ο εργαζόμενος που κάνει δύο δουλειές για να πληρώσει το νοίκι του, παρουσιάζεται περίπου ως απόδειξη μιας οικονομίας που προσφέρει... ευκαιρίες.
Αν δεν ήταν τραγικό, θα ήταν εξαιρετική κωμωδία.
Μόνο που ο Μπρεχτ είχε προλάβει να μας προειδοποιήσει, πως όταν το έγκλημα αρχίζει να γίνεται καθημερινό, υπάρχει ο κίνδυνος να πάψει να μας φαίνεται έγκλημα.
Αυτό ακριβώς επιδιώκει η επανάληψη.
Να συνηθίσουμε.
Να θεωρήσουμε φυσιολογικό ότι ο μισθός τελειώνει πριν το τέλος του μήνα.
Φυσιολογικό ότι ένας νέος άνθρωπος δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι.
Φυσιολογικό ότι μια οικογένεια υπολογίζει στο σούπερ μάρκετ αν θα πάρει κρέας ή ζυμαρικά.
Φυσιολογικό ότι οι διακοπές έγιναν πολυτέλεια.
Φυσιολογικό ότι ο ηλικιωμένος πληρώνει από τη σύνταξή του εξετάσεις που δικαιούται.
Και μετά έρχεται το κράτος να μοιράσει ψίχουλα από το τραπέζι, όπου άλλοι τρώνε με χρυσά κουτάλια.
Γιατί την ίδια στιγμή που για τον λαό «δεν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια», βρίσκονται τα περιθώρια για εξοπλισμούς και πολεμικές δαπάνες.
Για φοροαπαλλαγές και προνόμια μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.
Για επιδοτήσεις επενδύσεων, που θα αυξήσουν την κερδοφορία τους.
Για ενεργειακούς κολοσσούς.
Για τραπεζίτες.
Για μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.
Εκεί η δημοσιονομική αυστηρότητα αποκτά ξαφνικά μεγάλη καρδιά. ■ Σκηνοθετώντας την οικονομική πολιτική Ο Μαρξ είχε γράψει ότι οι κυρίαρχες ιδέες κάθε εποχής είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης.
Σήμερα οι κυρίαρχες ιδέες έχουν αποκτήσει και γραφεία Τύπου, τηλεοπτικά πάνελ, στρατούς συμβούλων επικοινωνίας και αλγόριθμους κοινωνικών δικτύων.
Ετσι η οικονομική πολιτική δεν χρειάζεται μόνο να εφαρμοστεί.
Πρέπει και να σκηνοθετηθεί.
Ο πρωθυπουργός δεν ανακοινώνει απλώς μέτρα. «Στέκεται δίπλα στον πολίτη». Ο υπουργός δεν κόβει μια παροχή. «Διορθώνει στρεβλώσεις». Η κυβέρνηση δεν φορολογεί. «Κατανέμει δίκαια τα βάρη». Και όταν τα πράγματα πάνε στραβά, πάντοτε υπάρχει κάποιος άλλος που φταίει.
Η διεθνής συγκυρία, ο πόλεμος, οι αγορές, η κλιματική κρίση, η προηγούμενη κυβέρνηση. (Αν μπορούσαν, θα έφταιγε κι η επόμενη κυβέρνηση, προκαταβολικά). Ποτέ όμως η πολιτική που αντιμετωπίζει ως ιερό και απαραβίαστο το κέρδος των λίγων.
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πολιτική απάτη.
Αυτή που λέει ότι πρόκειται για μονόδρομο.
Οτι δεν υπάρχει άλλη οικονομία, άλλη οργάνωση της παραγωγής, άλλη ιεράρχηση αναγκών.
Οτι πρέπει να αποδεχτούμε ως φυσικό νόμο μια κοινωνία στην οποία εκείνοι που παράγουν τον πλούτο, παίρνουν όλο και μικρότερο μέρος του. Η Μάργκαρετ Θάτσερ το είχε συμπυκνώσει κυνικά σ' εκείνο το περίφημο: «There is no alternative». «Δεν υπάρχει εναλλακτική». Υπάρχει.
Γι' αυτό ακριβώς καταβάλλεται τόσο μεγάλη προσπάθεια να πειστούμε ότι δεν υπάρχει.
Γιατί αν ο κόσμος αντιληφθεί ότι αυτό είναι πολιτική επιλογή, τότε αρχίζουν τα δύσκολα για εκείνους που ωφελούνται από αυτήν.
Αν αντιληφθεί ότι η ακρίβεια, οι μισθοί, η φορολογία, η εμπορευματοποίηση της Υγείας και της Παιδείας, οι εργασιακές σχέσεις, η κατοικία, δεν είναι κεραυνοί που έπεσαν από τον ουρανό, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών, τότε αλλάζει και η ερώτηση.
Δεν ρωτά πια: «Τι θα μας δώσετε;». Ρωτά και μάλιστα άγρια: «Γιατί μας παίρνετε όσα δικαιούμαστε;». Και αυτή είναι πολύ πιο επικίνδυνη ερώτηση. ■ Ο παραλογισμός του πολιτικού θεάματος Γι' αυτό κάθε τόσο χρειάζεται η κατασκευή μιας καινούργιας υπόσχεσης.
Ενα καινούργιο καλάθι.
Ενα καινούργιο πρόγραμμα.
Ενα καινούργιο σύνθημα.
Ενα καινούργιο περιτύλιγμα για την ίδια πολιτική.
Το έργο άλλωστε το έχουμε δει και ξαναδεί, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές.
Κυβερνήσεις άλλαξαν, συνθήματα άλλαξαν, υπουργοί μετακινήθηκαν, κόμματα που υπόσχονταν ότι θα καταργήσουν πολιτικές, όχι μόνο κατέληξαν να τις εφαρμόζουν, αλλά και να υπερβαίνουν εαυτόν.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους