Οργή οργανώσεων για την ελευθερία του Τύπου μετά την αθώωση του φερόμενου ως εγκεφάλου της δολοφονίας της Ντάφνι Ποια ήταν η Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία που δολοφονήθηκε το 2017, στη Μάλτα, με βόμβα στο...
Οργή οργανώσεων για την ελευθερία του Τύπου μετά την αθώωση του φερόμενου ως εγκεφάλου της δολοφονίας της Ντάφνι Ποια ήταν η Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία που δολοφονήθηκε το 2017, στη Μάλτα, με βόμβα στο αυτοκίνητό της, τι ερευνούσε, ποιος κατηγορήθηκε ότι παρήγγειλε τη δολοφονία της και γιατί η πρόσφατη αθωωτική απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου προκάλεσε νέα θύελλα αντιδράσεων στην Ευρώπη. Η Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία ήταν δημοσιογράφος στη Μάλτα για περισσότερα από 30 χρόνια.
Ρεπόρτερ, αρθρογράφος, εκδότρια και αργότερα δημιουργός ενός εξαιρετικά δημοφιλούς ιστολογίου.
Έγραφε για εκείνα ακριβώς τα θέματα που συνήθως δημιουργούν ισχυρούς εχθρούς: διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος, οργανωμένο έγκλημα και τις σχέσεις της πολιτικής εξουσίας με μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Το ιστολόγιό της έφτανε κάποτε σε εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες ημερησίως, σε μια χώρα με πληθυσμό λίγο μεγαλύτερο του μισού εκατομμυρίου.
Η γραφή της ήταν αιχμηρή, συχνά σκληρή και προκαλούσε αντιδράσεις.
Είχε δεχθεί απειλές και εκφοβισμό, είχε βρεθεί αντιμέτωπη με πολυάριθμες αγωγές, ενώ ακόμη και το σπίτι και η οικογένειά της είχαν γίνει στόχος επιθέσεων.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε επικεντρωθεί σε υποθέσεις που άγγιζαν την κορυφή της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας της Μάλτας.
Είχε συμμετάσχει στην έρευνα γύρω από τα Panama Papers και είχε αποκαλύψει υπεράκτιες εταιρείες που συνδέονταν με στενούς συνεργάτες του τότε πρωθυπουργού Τζόζεφ Μουσκάτ.
Παράλληλα, ερευνούσε το μεγάλο ενεργειακό έργο Electrogas και την εταιρεία 17 Black, η οποία αποκαλύφθηκε αργότερα ότι ανήκε στον επιχειρηματία Γιόργκεν Φένεκ.
Σύμφωνα με μαρτυρία ενός από τους γιους της, λίγο πριν σκοτωθεί ετοιμαζόταν μάλιστα να επικοινωνήσει με τον ίδιο τον Φένεκ για να του θέσει ερωτήματα.
Στις 16 Οκτωβρίου 2017, η Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία βγήκε από το σπίτι της στην Μπιντνίγια και μπήκε στο αυτοκίνητό της.
Είχε διανύσει μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα όταν εξερράγη βόμβα που είχε τοποθετηθεί στο όχημα.
Ήταν 53 ετών και μητέρα τριών παιδιών.
Η δολοφονία μιας δημοσιογράφου με παγιδευμένο αυτοκίνητο, μέσα σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκάλεσε σοκ πολύ πέρα από τα σύνορα της Μάλτας.
Ακολούθησαν χρόνια ερευνών, μαζικών διαδηλώσεων και έντονων πολιτικών αναταράξεων.
Η κρίση κορυφώθηκε το 2019, όταν ο τότε πρωθυπουργός της Μάλτας ανακοίνωσε την παραίτησή του, υπό το βάρος των αποκαλύψεων γύρω από την έρευνα και των πιέσεων για τις σχέσεις στενών συνεργατών του με πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της υπόθεσης.
Μια ανεξάρτητη δημόσια έρευνα κατέληξε το 2021 στο συμπέρασμα ότι το ίδιο το κράτος έφερε ευθύνη, επειδή είχε δημιουργήσει ένα κλίμα ατιμωρησίας, δεν είχε αναγνωρίσει τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε η δημοσιογράφος και δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της.
Σταδιακά αποκαλύφθηκε ο μηχανισμός της δολοφονίας.
Οι άνθρωποι που τοποθέτησαν και πυροδότησαν τη βόμβα εντοπίστηκαν.
Συνολικά πέντε πρόσωπα έχουν καταδικαστεί για την εκτέλεση της δολοφονίας ή την προμήθεια των εκρηκτικών.
Το κουβάρι της υπόθεσης άρχισε να ξετυλίγεται περαιτέρω το 2019, με τη σύλληψη του Μέλβιν Τέουμα, ενός Μαλτέζου οδηγού ταξί και παράνομου πράκτορα στοιχημάτων, ο οποίος παραδέχθηκε ότι είχε λειτουργήσει ως μεσάζων μεταξύ του εντολέα και των εκτελεστών.
Αφού εξασφάλισε προεδρική χάρη με αντάλλαγμα τη συνεργασία του με τις αρχές και την μετατροπή του σε μάρτυρα κατηγορίας, κατονόμασε τον επιχειρηματία Γιόργκεν Φένεκ ως τον άνθρωπο που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, του ανέθεσε να βρει τους εκτελεστές και χρηματοδότησε τη δολοφονία με 150.000 ευρώ. Ο Τέουμα είχε επίσης καταγράψει κρυφά συνομιλίες του με τον Φένεκ, οι οποίες αποτέλεσαν βασικό μέρος της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής. Ο Φένεκ συνελήφθη τον Νοέμβριο του 2019, ενώ έφευγε από τη Μάλτα με το γιοτ του. Η Εισαγγελία τον παρουσίασε ως τον άνθρωπο που είχε παραγγείλει και χρηματοδοτήσει τη δολοφονία.
Ο ίδιος το αρνήθηκε.
Η δίκη που ακολούθησε ήταν η μακροβιότερη δίκη δολοφονίας στην ιστορία της Μάλτας: 55 ημέρες, περισσότεροι από 100 μάρτυρες και ένας τεράστιος όγκος αποδεικτικού υλικού.
Το ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι ότι ο ίδιος ο φερόμενος ως ο ηθικός αυτουργός του στυγερού αυτού εγκλήματος παραδέχθηκε πως γνώριζε για το σχέδιο δολοφονίας πριν πραγματοποιηθεί, ότι έδωσε χρήματα στον Τέουμα ενώ το σχέδιο ήταν ακόμη ενεργό και ότι, μετά τον φόνο, του διοχέτευε εμπιστευτικές πληροφορίες για την αστυνομική έρευνα και μεγάλα χρηματικά ποσά, μέρος των οποίων κατέληξε στους φυλακισμένους εκτελεστές.
Κι ομως, στις 2 Σεπτεμβρίου 2026 ήρθε η ανατροπή.
Έπειτα από περίπου οκτώ ώρες διαβουλεύσεων, οι εννέα ένορκοι τον αθώωσαν με ψήφους 8 προς 1 και στις δύο κατηγορίες που αντιμετώπιζε.
Η υπεράσπιση κατάφερε να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες κυρίως για την αξιοπιστία του Μέλβιν Τέουμα, του βασικού μάρτυρα που συνέδεε τον Φένεκ με την εντολή της δολοφονίας.
Επισήμανε αντιφάσεις στις καταθέσεις του και το γεγονός ότι είχε λάβει προεδρική χάρη με αντάλλαγμα τη συνεργασία του με τις αρχές και τη μετατροπή του σε μάρτυρα κατηγοριας, θέτοντας έτσι υπό αμφισβήτηση τα κίνητρα και την αξιοπιστία του.
Η υπόθεση, όμως, δεν έχει τελειώσει.
Σήμερα, 4 Σεπτεμβρίου, έγινε γνωστό ότι η Εισαγγελία θα ασκήσει έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης.
Οι αντιδράσεις των οργανώσεων για την ελευθερία του Τύπου ήταν άμεσες. Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF) δήλωσαν «πέρα από εξοργισμένοι», επισημαίνοντας ότι σχεδόν εννέα χρόνια μετά οι αρχές της Μάλτας εξακολουθούν να μην έχουν εντοπίσει και καταδικάσει τον εγκέφαλο της δολοφονίας. Η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ) προειδοποίησε ότι η αδυναμία καταδίκης εκείνου ή εκείνων που οργάνωσαν το έγκλημα δημιουργεί ένα «τρομερό προηγούμενο» για την Ευρώπη.
Παράλληλα, έξι ευρωπαϊκές οργανώσεις που συμμετέχουν στο Media Freedom Rapid Response - ανάμεσά τους το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου, η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων, το ARTICLE 19 Europe και το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ελευθερία του Τύπου και των Μέσων Ενημέρωσης - μίλησαν για «μερική ατιμωρησία». Υπογράμμισαν ότι η δίκη άφησε ανεπίλυτους ισχυρισμούς για πιθανή εμπλοκή και άλλων ισχυρών προσώπων και πρώην αξιωματούχων.
Μια δημοσιογράφος ερεύνησε ανθρώπους με πολιτική και οικονομική δύναμη.
Απειλήθηκε, διασύρθηκε, σύρθηκε στα δικαστήρια και τελικά δολοφονήθηκε με βόμβα.
Εννέα χρόνια αργότερα γνωρίζουμε ποιοι κατασκεύασαν, τοποθέτησαν και πυροδότησαν τη βόμβα.
Εκείνο που εξακολουθεί να μην έχει απαντηθεί δικαστικά είναι ποιος αποφάσισε ότι η Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία έπρεπε να πεθάνει.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους