Ο Γκαλεάνο, οι «Γυναίκες» και η μεγάλη απάτη της «Επίσημης Ιστορίας» Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1940 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Ήταν σπουδαίος δημοσιογράφος, λογοτέχνης και...
Ο Γκαλεάνο, οι «Γυναίκες» και η μεγάλη απάτη της «Επίσημης Ιστορίας» Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1940 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης.
Ήταν σπουδαίος δημοσιογράφος, λογοτέχνης και στοχαστής, μία από τις σημαντικότερες φωνές της Λατινικής Αμερικής Ο ίδιος ο Εδουάρδο Γκαλεάνο απέρριπτε τους αυστηρούς ακαδημαϊκούς ή λογοτεχνικούς τίτλους αυτοπροσδιοριζόταν ως ένας άνθρωπος που γράφει «προσπαθώντας να ενώσει το μυαλό με την καρδιά» (χρησιμοποιώντας τον δικό του όρο sentipensante — «συναισθηματικά σκεπτόμενος»), αρνούμενος να διαχωρίσει τη λογική από το συναισθηματικό βίωμα. «Η Ιστορία δεν είναι ποτέ μουγκή» έλεγε συχνά.
Τι είναι αυτό που ονομάζουμε «Ιστορία»; Είναι μήπως η αντικειμενική καταγραφή των πεπραγμένων του ανθρώπινου γένους; Αστεία πράγματα. Η Ιστορία, έτσι όπως μας τη σέρβιραν στα σχολικά εγχειρίδια, από την εποχή του Αριστοτέλη μέχρι τα ευαγή ιδρύματα της αστικής μας δημοκρατίας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα τεράστιο, καλοκουρδισμένο ψέμα.
Μια εργολαβία των νικητών.
Κι επειδή οι νικητές στην ανθρωπότητα υπήρξαν σχεδόν πάντα αρσενικοί, ιδιοκτήτες, στρατηλάτες και εξουσιαστές, η Ιστορία γράφτηκε με όρους φαλλικούς.
Με σπαθιά, με αίμα, με συνθήκες ειρήνης που υπέγραφαν μουστακαλήδες πάνω από τα πτώματα των λαών.
Κι οι γυναίκες; Α, οι γυναίκες ήταν το «ντεκόρ». Ήταν οι σιωπηλές φιγούρες που έπλεκαν στις γωνίες, οι τροφοί, οι ερωμένες, τα θύματα των βιασμών μετά την άλωση της εκάστοτε πόλης. Ο Αριστοτέλης, αυτός ο μέγας ταξιθέτης της αρχαίας σκέψης, τις έβγαλε παράπλευρη αναπηρία της φύσης, «ατελείς άνδρες» χωρίς ψυχή. Ο Ναπολέων, με τον περιβόητο Αστικό Κώδικά του, τις κατέταξε νομικά στην ίδια μοίρα με τα παιδιά, τους τρελούς και τους εγκληματίες.
Και μετά ήρθε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο. Ο Γκαλεάνο δεν ήταν ένας «επαγγελματίας ιστορικός» με ακαδημαϊκή αγκύλωση.
Ήταν ένας αθεράπευτος εραστής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ένας παραμυθάς της αλήθειας, ένας τύπος που κατάλαβε νωρίς ότι αν δεν ξαναγράψεις την Ιστορία από την πλευρά των ηττημένων, είσαι συνένοχος στο έγκλημα.
Και το κύκνειο άσμα του, το βιβλίο «Γυναίκες» (που δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο το 2015, γιατί ο θάνατος βιάζεται πάντα να πάρει τους χρήσιμους), δεν είναι μια γυναικεία εγκυκλοπαίδεια.
Είναι μια πολιτική πράξη δολιοφθοράς απέναντι στη λήθη.
Πώς γράφεις ένα βιβλίο για τις γυναίκες χωρίς να πέσεις στη παγίδα του φτηνού καταλόγου ή του αμφιβόλου ποιότητας «φεμινιστικού φολκλόρ»; Ο Γκαλεάνο αποφεύγει τη γραμμική αφηγηματική σούπα.
Δεν πιάνει τη γυναίκα από την Εύα για να τη φτάσει στη Σιμόν ντε Μποβουάρ με χρονολογική σειρά, σαν να διαβάζεις τηλεγράφημα του Πρακτορείου Ειδήσεων.
Αντίθετα, στήνει ένα λογοτεχνικό μωσαϊκό.
Μικρές, κοφτές, σχεδόν ποιητικές αφηγήσεις. Στιγμιότυπα.
Άλλοτε μισή σελίδα, άλλοτε λίγες αράδες.
Κι εκεί μέσα, στον ίδιο αφηγηματικό χώρο, βάζει τη Ρόζα Λούξεμπουργκ να συνομιλεί σιωπηλά με τη Φρίντα Κάλο, την Ιωάννα της Λωραίνης με τη Ζοζεφίν Μπέικερ, τη Μαρί Κιουρί με τη Ριγομπέρτα Μεντσού.
Όμως, προσοχή! η μεγάλη μαγκιά του Γκαλεάνο δεν είναι ότι θυμήθηκε τις διάσημες.
Τις διάσημες τις θυμάται, έστω και παραμορφωμένες, η αστική ιστοριογραφία για να χρυσώνει το χάπι της «ισότητας των ευκαιριών». Η ουσία βρίσκεται στις άλλες.
Στις ανώνυμες.
Στις γυναίκες που δεν έχουν άγαλμα σε καμία πλατεία, που δεν πήραν Νόμπελ, που δεν τις έμαθε κανένας σχολικός επιθεωρητής.
Στη γυναίκα που αντιστάθηκε στη λατινοαμερικάνικη δικτατορία, στην πλύστρα που αρνήθηκε να σκύψει το κεφάλι στον επιστάτη, στην ανώνυμη μάγισσα που κάηκε στην πυρά της Ιεράς Εξέτασης επειδή ήξερε ποια βότανα γιατρεύουν τον πυρετό.
Για τον Γκαλεάνο, η αφανής εργάτρια έχει την ίδια ακριβώς ιστορική και ανθρώπινη βαρύτητα με την επαναστάτρια ή την καλλιτέχνιδα.
Εδώ έχουμε μια ευθεία επίθεση στην ιδέα της κοινωνικής ιεραρχίας. Ο Ουρουγουανός διαλύει την αστική αντίληψη που μετράει την αξία μιας ανθρώπινης ζωής με βάση τη «δημόσια αναγνωρισιμότητα». Σας θυμίζει κάτι αυτό; Εμένα μου θυμίζει ολόκληρη τη δομή του καπιταλισμού, που αξιολογεί τους ανθρώπους σαν μετοχές στο χρηματιστήριο.
Αν είσαι στην αιχμή του επικοινωνιακού κύματος, υπάρχεις.
Αν είσαι στο περιθώριο, είσαι στατιστικό λάθος. Ο Γκαλεάνο παίρνει αυτά τα «στατιστικά λάθη» και τα μετατρέπει σε πρωταγωνιστές της παγκόσμιας μνήμης.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε από πού ερχόταν ο συγγραφέας. Η Λατινική Αμερική δεν είναι η άνετη, ακαδημαϊκή Ευρώπη, όπου οι διανοούμενοι συζητούν για το μεταμοντερνισμό πίνοντας καπουτσίνο. Η Λατινική Αμερική είναι μια ήπειρος βουτηγμένη στο αίμα, στις στρατιωτικές δικτατορίες, στη CIA, στους βασανισμούς, στους «εξαφανισμένους». Σε τέτοιες συνθήκες ακραίας βίας, η πατριαρχία και ο φασισμός δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα, είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Ο στρατιώτης που βασανίζει τον πολιτικό κρατούμενο στη Χιλή ή την Αργεντινή είναι ο ίδιος άνδρας που θεωρεί τη γυναίκα ιδιοκτησία του.
Στο βιβλίο του, ο Γκαλεάνο δείχνει πώς η σεξουαλική καταπίεση, η κοινωνική περιθωριοποίηση και η πολιτική αυταρχικότητα συνδέονται οργανικά.
Οι γυναίκες στη Λατινική Αμερική δεν ήταν απλώς τα παθητικά θύματα αυτής της θηριωδίας.
Ήταν η μαγιά της αντίστασης.
Θυμηθείτε τις «Μητέρες της Πλάθα δε Μάγιο» στο Μπουένος Άιρες.
Όταν οι άνδρες πολιτικοί είχαν φυλακιστεί, εξοριστεί ή δολοφονηθεί, όταν τα συνδικάτα είχαν διαλυθεί από τα τανκς, ποιες βγήκαν στον δρόμο με τα λευκά μαντίλια να ζητήσουν εξηγήσεις από τη χούντα; Οι γυναίκες.
Αυτή είναι η «αντί-ιστορία» για την οποία μιλάει ο Γκαλεάνο, η μνήμη που αρνείται να πεθάνει, η μνήμη που γίνεται πολιτικό όπλο.
Φυσικά, οι αυτάρεσκοι ακαδημαϊκοί, αυτοί οι κουραστικοί γραφειοκράτες της σκέψης, θα βρουν ψεγάδια. «Μα», θα πουν, «το βιβλίο είναι αποσπασματικό! Δεν έχει ιστορική τεκμηρίωση! Δεν αναπτύσσει τη κοινωνιολογική θεωρία σε βάθος! Είναι μια συλλογή από ανέκδοτα!». Άντε ρε πνιγείτε, όρθια κουτόχορτα. Ο Γκαλεάνο δεν ήθελε να γράψει ένα ακαδημαϊκό σύγγραμμα για να πάρει έδρα σε κάποιο πανεπιστήμιο.
Ήθελε να φτιάξει ένα χειροποίητο λογοτεχνικό όπλο.
Η αποσπασματικότητα του έργου δεν είναι αδυναμία, είναι συνειδητή αισθητική και πολιτική επιλογή.
Η γυναικεία εμπειρία, διαλυμένη και κατακερματισμένη από αιώνες καταπίεσης, δεν χωράει σε μια «καθαρή», γραμμική αφήγηση του αστικού ορθολογισμού.
Είναι η ίδια η ζωή που είναι αποσπασματική, γεμάτη τραύματα, ρωγμές, αλλά και απότομες εκρήξεις φωτός. Ο Γκαλεάνο παίρνει το ιστορικό γεγονός και το συμπυκνώνει μέχρι να μείνει μόνο ο πυρήνας του.
Κάνει αυτό που κάνει ο ποιητής, αφαιρεί τα περιττά λίπη της ρητορείας για να σου προσφέρει την καθαρή ουσία.
Αν θέλετε εξαντλητική βιβλιογραφία και υποσημειώσεις, τρέξτε στις βιβλιοθήκες.
Αν θέλετε να νιώσετε τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος που παλεύει για την αξιοπρέπειά του μέσα στο σκοτάδι, διαβάστε τον Γκαλεάνο.
Στο τέλος της ημέρας, το «Γυναίκες» δεν είναι ένα βιβλίο «για τις γυναίκες» με την στενή, περιχαρακωμένη έννοια του όρου.
Είναι ένα βιβλίο για την κατασκευή της συλλογικής μας μνήμης.
Όποιος ελέγχει το παρελθόν, ελέγχει και το μέλλον.
Όποιος αποφασίζει ποιες ιστορίες θα διδάσκονται στα σχολεία και ποιες θα πετιούνται στον κάλαθο των αχρήστων, ορίζει τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας.
Όταν μια κοινωνία συνηθίζει να θεωρεί τη μισή της ανθρωπότητα αόρατη, έχει ήδη εκπαιδευτεί να αποδέχεται κάθε μορφή υποδούλωσης. Ο Γκαλεάνο, λίγο πριν κλείσει τα μάτια του, μας άφησε μια παρακαταθήκη που ξεπερνά τα όρια της λογοτεχνίας.
Μας υποχρεώνει να θέσουμε το πιο επικίνδυνο, το πιο ανατρεπτικό ερώτημα: Ποιοι άνθρωποι δικαιούνται να υπάρχουν στην Ιστορία; Αν η απάντησή σας είναι «μόνο οι ισχυροί, οι πλούσιοι και οι νικητές», τότε καλή σας νύχτα, συνεχίστε να κοιμάστε τον ύπνο του δικαίου.
Αν όμως πιστεύετε ότι η Ιστορία ανήκει σε αυτούς που πόνεσαν, πάλεψαν, αγάπησαν και αρνήθηκαν να υποταχθούν, ακόμα κι αν έχασαν, τότε οι «Γυναίκες» του Εντουάρντο Γκαλεάνο είναι το δικό σας Ευαγγέλιο. Ένα Ευαγγέλιο χωρίς θεούς, αλλά με πολύ, πάρα πολύ άνθρωπο.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους