[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο όμιλος Λαμπράκη και ο Τύπος της εποχής επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη της υπόθεσης Τσιρώνη, λειτουργώντας ως ο βασικός μηχανισμός που προετοίμασε το έδαφος και πίεσε για την κρατική επέμβαση. Η...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο όμιλος Λαμπράκη και ο Τύπος της εποχής επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη της υπόθεσης Τσιρώνη, λειτουργώντας ως ο βασικός μηχανισμός που προετοίμασε το έδαφος και πίεσε για την κρατική επέμβαση.

Η αντίστροφη μέτρηση για τον γιατρό ξεκίνησε όταν ο ίδιος άρχισε να μιλά ανοιχτά εναντίον του εκδότη Χρήστου Λαμπράκη και των δημοσιογράφων του Στις 7 Ιουλίου 1978, η εφημερίδα «Το Βήμα» (ιδιοκτησίας Λαμπράκη) δημοσίευσε ένα πρωτοσέλιδο σχόλιο με τίτλο «ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΡΑΤΟΣ;», το οποίο χαρακτήριζε τον Τσιρώνη «περιβόητο "γιατρό"» και προέτρεπε εμμέσως σε βία, αναφέροντας ότι αν δεν δράσει η αστυνομία, θα μπορούσαν να τον συλλάβουν οι ένοικοι της πολυκατοικίας Το δημοσίευμα αυτό λειτούργησε ως η «σπίθα» και η ηθική νομιμοποίηση για τη βίαιη επίθεση που ακολούθησε.

Ο ίδιος ο επικεφαλής των ΜΑΤ, Μιχάλης Γεωργακάκης, παραδέχτηκε χρόνια αργότερα ότι η επιχείρηση έπρεπε να εκτελεστεί οπωσδήποτε για να «δοθεί λύση» λόγω της πίεσης που ασκούσε αυτή η μερίδα του Τύπου.

Μετά τον θάνατο του Τσιρώνη, ο όμιλος Λαμπράκη επιχείρησε να αποσιωπήσει και να συγκαλύψει το έγκλημα Παράλληλα, για να διατηρήσει την εικόνα του «ακέραιη», ο εκδότης έδωσε εντολή στον δημοσιογράφο Νίκο Πλατή να δημιουργήσει ένα υποκριτικό αφιέρωμα υπέρ του Τσιρώνη στο περιοδικό «Ταχυδρόμος». Συνολικά, ο όμιλος Λαμπράκη υπήρξε ένα πανίσχυρο κέντρο εξουσίας που ανέβαζε και κατέβαζε κυβερνήσεις, διόριζε υπουργούς και τοποθετούσε δικούς του ανθρώπους (όπως τον Χρήστο Ψυχάρη ως διοικητή του Αγίου Όρους ! ) σε θέσεις-κλειδιά.

Η σχέση του κράτους με το διαχρονικό παρακράτος παρουσιάζεται ως ένας άρρηκτα συνδεδεμένος ιστός διαπλοκής, όπου η επίσημη κρατική εξουσία και οι παρασκηνιακοί μηχανισμοί συνεργάζονται για την εξόντωση όσων τους απειλούν.

Στην υπόθεση αυτή, η συνεργασία κράτους, παρακράτους και Τύπου λειτούργησε ως εξής: Ο Τύπος («Το Βήμα») έδωσε το έναυσμα και την πολιτική κάλυψη.

Η κυβέρνηση (μέσω του Υπουργού Δημοσίας Τάξης Α. Μπάλκου) είπε ψέματα, ισχυριζόμενη ότι η αστυνομία δεν είχε λάβει ακόμη την απαραίτητη εισαγγελική άδεια για να παρέμβει, ώστε να φανεί ότι το κράτος δίσταζε. Η Δικαιοσύνη (μέσω του εισαγγελέα Παν.

Κανέλλου) είχε ήδη δώσει κρυφά την έγκρισή της για την επιχείρηση.

Ο κρατικός μηχανισμός (τα ΜΑΤ) εισέβαλε στο διαμέρισμα, οδηγώντας στον θάνατο του Τσιρώνη, με την «αυτοκτονία» να καθιερώνεται ως η επίσημη, βολική αλήθεια.

Αυτός ο παρακρατικός μηχανισμός δεν σταμάτησε στον Τσιρώνη.

Επεκτάθηκε σε συστηματική βία, βασανιστήρια και διώξεις εναντίον των νεαρών συνεργατών του (Γιάννη Σκανδάλη και Δ. Νικολούλη), φτάνοντας μέχρι τον θάνατο του πατέρα του Σκανδάλη από συγκοπή έξω από τις φυλακές Κέρκυρας.

Η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται «διαχρονική» διότι οι ίδιοι μηχανισμοί διαπλοκής, όπου τα συγκεντρωτικά ΜΜΕ ελέγχουν την ενημέρωση, η δικαιοσύνη παραμένει «τυφλή» για τους ισχυρούς και το κράτος εμφανίζεται ευάλωτο, συνεχίζουν να υφίστανται και να καθορίζουν την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα.

Μετά τον θάνατο του Βασίλη Τσιρώνη, οι στενοί συνεργάτες του βρέθηκαν στο στόχαστρο μιας συστηματικής και βίαιης καταστολής από τον κρατικό μηχανισμό.

Άμεσες συλλήψεις.

Την επόμενη κιόλας ημέρα από την επιχείρηση στην οδό Άρεως 35, η αστυνομία συνέλαβε τον Γιάννη Σκανδάλη (26 ετών) και τον Δημήτρη Νικολούλη (21 ετών) Βασανιστήρια στη φυλακή. Ο Γιάννης Σκανδάλης μεταφέρθηκε στις φυλακές Κέρκυρας, όπου υπέστη βασανιστήρια από τους δεσμοφύλακες. Ο Λεωνίδας Χρηστάκης, γράφοντας για εκείνον, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι δεν φοβόταν μήπως ο Σκανδάλης «σπάσει» στην ανάκριση, αλλά φοβόταν για τον «ρομαντισμό» του.

Η τραγωδία της οικογένειας Σκανδάλη.

Η κρατική βία επεκτάθηκε και στις οικογένειες των συνεργατών.

Ο πατέρας του Γιάννη Σκανδάλη πέθανε από συγκοπή έξω από τις φυλακές Κέρκυρας, κατά τη διάρκεια μιας απελπισμένης προσπάθειας να δει τον βασανισμένο γιο του.

Όπως προκύπτει από τις πηγές, η μεταχείριση των νεαρών αυτών ανθρώπων δεν ήταν μεμονωμένη, αλλά μέρος μιας συστηματικής εκδικητικής βίας στην οποία οι ανακριτές, οι δεσμοφύλακες και οι βασανιστές υπάκουαν όλοι στις ίδιες κατευθυντήριες εντολές. Η Αμαλία Φλέμινγκ αντέδρασε στον θάνατο του γιατρού μιλώντας για «το θάνατο των γενναίων εκείνων, που δεν δέχονται να υποχωρήσουν ή να παραδοθούν» Από την πλευρά του, ο Μανώλης Γλέζος είδε τον θάνατο του Τσιρώνη ως μια «δολοφονία των πολιτικών ελευθεριών ενός ολόκληρου λαού». Όσον αφορά τον Γιάννη Σκανδάλη, οι παρεχόμενες πηγές δεν προσδιορίζουν τις συγκεκριμένες κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν.

Αυτό που αναφέρεται ρητά είναι ότι ο 26χρονος συνεργάτης συνελήφθη την επόμενη κιόλας ημέρα από την επιχείρηση στην οδό Άρεως, οδηγήθηκε στις φυλακές Κέρκυρας, όπου βασανίστηκε από τους δεσμοφύλακες , και ότι η δίωξή του εντασσόταν σε μια συστηματική και εκδικητική προσπάθεια του κράτους να χτυπήσει τους συνεργάτες και το περιβάλλον του Τσιρώνη.

Στην έκκλησή της, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του γιατρού, η Βαρβάρα Τσιρώνη προειδοποίησε τον Έλληνα πολίτη πως το αίμα που έτρεξε στο δικό της σπίτι, αύριο θα τρέξει στο σπίτι του καθενός.

Το κεντρικό της αίτημα ήταν μια έκκληση για ενότητα, και συγκεκριμένα για την ένωση της Αριστεράς στον αγώνα της Τόνισε μάλιστα πως, αν η Αριστερά δεν επιτύχει αυτή την ενότητα, θα δικαστεί από τον ελληνικό λαό για έγκλημα εις βάρος του, εξίσου σοβαρό με αυτό του ιμπεριαλισμού.

Ο διορισμός του Χρήστου Ψυχάρη ως διοικητή του Αγίου Όρους συνδέεται με την υπόθεση ως η πιο χαρακτηριστική απόδειξη της απεριόριστης ισχύος και της εκδοτικής αλαζονείας του ομίλου Λαμπράκη. Ο Ψυχάρης ήταν δημοσιογράφος, διευθυντής της εφημερίδας «Το Βήμα» και άνθρωπος του απόλυτου ελέγχου του εκδότη Χρήστου Λαμπράκη.

Η τοποθέτησή του στην πνευματική καρδιά της Ορθοδοξίας αναδεικνύει ότι η εξουσία του συγκροτήματος Λαμπράκη δεν γνώριζε ηθικά ή θρησκευτικά σύνορα! Αυτή η ικανότητα να διορίζονται έμπιστοι άνθρωποι του ομίλου σε καίριες θέσεις φανερώνει το βάθος της διαπλοκής του συστήματος, στο οποίο ο Ψυχάρης, μαζί με τους Λαμπράκη, Μπάλκο και Γεωργακάκη, συγκαταλέγεται στα πρόσωπα που έπαιξαν τον δικό τους ρόλο στο έγκλημα και τη συγκάλυψη της υπόθεση.

Η είδηση του θανάτου του Βασίλη Τσιρώνη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην κοινωνία και τον πολιτικό κόσμο της εποχής.

Η αντίδραση της κοινωνίας: Η κηδεία του γιατρού, στις 13 Ιουλίου 1978, μετατράπηκε σε διαδήλωση, συγκεντρώνοντας περίπου 1.000 άτομα που φώναζαν συνθήματα κατά της αστυνομίας και του κράτους Στους τοίχους άρχισαν να εμφανίζονται συνθήματα όπως «ΚΑΣΙΜΗ ΤΣΙΡΩΝΗ – ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΕΙ» . Ωστόσο, η λήθη επικράτησε γρήγορα.Οι περαστικοί στα αυτοκίνητα κοιτούσαν απλώς τα συνθήματα, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι οι ίδιοι δεν θα κινδύνευαν ποτέ άμεσα από την κρατική βία. Η Αμαλία Φλέμινγκ εξήρε τη στάση του, μιλώντας για «το θάνατο των γενναίων εκείνων, που δεν δέχονται να υποχωρήσουν ή να παραδοθούν». Ο Μανώλης Γλέζος κατήγγειλε τον θάνατο του Τσιρώνη ως «δολοφονία των πολιτικών ελευθεριών ενός ολόκληρου λαού». Ο Στέφανος Τζουμάκας έκανε λόγο για «κρατικές δολοφονίες και κρυπτοφασιστικές ενέργειες αστυνομικού κράτους». Ο Λευτέρης Βερυβάκης ζήτησε την άμεση αναζήτηση ευθυνών (πράξεων ή παραλείψεων) από μια ευνομούμενη πολιτεία.

Η σύζυγός του, Βαρβάρα Τσιρώνη, έναν χρόνο μετά, απηύθυνε δραματική έκκληση για την ένωση της αριστεράς στον αγώνα της, προειδοποιώντας ότι αν δεν επιτευχθεί αυτή η ενότητα, η αριστερά θα δικαστεί από τον λαό για ένα έγκλημα εξίσου σοβαρό με αυτό του ιμπεριαλισμού.

Η αντίφαση ανάμεσα στον Μπάλκο και τον Κανέλλο αποκαλύπτει το παρασκήνιο και το μέγεθος της κυβερνητικής συγκάλυψης.

Ο ισχυρισμός του Μπάλκου (Υπουργός Δημοσίας Τάξης): Στις 8 Ιουλίου, ο υπουργός έστειλε επιστολή στο «Βήμα» υποστηρίζοντας ότι η αστυνομία δεν μπορούσε να επέμβει στο σπίτι του Τσιρώνη επειδή δεν είχε δοθεί ακόμη η απαραίτητη άδεια από τον αρμόδιο εισαγγελέα.

Η διάψευση από τον Κανέλλο (Εισαγγελέας Εφετών): Την επόμενη ακριβώς ημέρα, ο εισαγγελέας ξεκαθάρισε δημόσια ότι όχι μόνο δεν αρνήθηκε την άδεια, αλλά αντιθέτως είχε παραγγείλει εξ αρχής την εκτέλεση της σύλληψης και είχε δηλώσει πλήρη ετοιμότητα να παράσχει οποιαδήποτε συνδρομή ορίζει ο νόμος.

Η αντίφαση αυτή αποδεικνύει ότι ο Μπάλκος είπε ψέματα για να παρουσιάσει ένα κράτος που δήθεν δίσταζε και λειτουργούσε νομότυπα.

Στην πραγματικότητα, ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός ήταν έτοιμος να χτυπήσει, έχοντας ήδη εξασφαλίσει την κάλυψη, με τον Τύπο να λειτουργεί ως προβοκάτορας που πίεζε για τη «λύση». Ο Βασίλης Τσιρώνης είχε καθιερωθεί ως ένας άνθρωπος που δεν υποτάχθηκε ποτέ στον εκφοβισμό, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του τα εξής: Υπηρεσία προς τους εξόριστους στον Άη-Στράτη.

Απεργία πείνας Αεροπειρατεία, την οποία τόλμησε προκειμένου να καταγγείλει την αδικία Η ένοπλη άρνηση σύλληψης.Τον Νοέμβριο του 1977, όταν η αστυνομία επιχείρησε να τον συλλάβει, εκείνος πυροβόλησε εναντίον περιπολικού, γεγονός που οδήγησε στην ασφυκτική πολιορκία του από τα ΜΑΤ και ελεύθερους σκοπευτές Η ανακήρυξη του «Ανεξάρτητου Κράτους»: Στις 5 Φεβρουαρίου 1978, κήρυξε το διαμέρισμά του στην οδό Άρεως 35 ως «Ανεξάρτητο Κράτος». .Η κίνηση αυτή δεν έγινε από τρέλα, αλλά ως μια πράξη απελπισίας και ως η ύστατη κραυγή ενός ανθρώπου που πίστευε ότι το ελληνικό κράτος είχε γίνει εχθρός του λαού και προστάτευε μόνο τους ισχυρούς.

Η κηδεία του γιατρού Βασίλη Τσιρώνη τελέστηκε στις 13 Ιουλίου 1978 και λειτούργησε ως σημείο έντονης πολιτικής και κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Μαζική συμμετοχή και οργή: Στην κηδεία συγκεντρώθηκαν περίπου 1.000 άτομα, τα οποία διαδήλωσαν φωνάζοντας συνθήματα στρεφόμενα ευθέως κατά της αστυνομίας και του κράτους.

Συνθήματα στους τοίχους: Η οργή αυτή αποτυπώθηκε στους δρόμους με συνθήματα που γράφτηκαν στους τοίχους, όπως το χαρακτηριστικό «ΚΑΣΙΜΗ ΤΣΙΡΩΝΗ – ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΕΙ» (Η αναφορά αυτή συνέδεε τον θάνατο του Τσιρώνη με εκείνον του Χρήστου Κασίμη). Η γρήγορη επέλαση της λήθης.Παρά την αρχική αυτή κινητοποίηση, η κοινωνική αντίδραση ατόνησε γρήγορα Όπως σημειώνει το περιοδικό «Ιδεοδρόμιο» έναν χρόνο μετά, η καθημερινότητα απορρόφησε τη διαμαρτυρία: οι περαστικοί μέσα από τα αυτοκίνητά τους απλώς έριχναν πλέον μια ματιά στα συνθήματα αυτά στους τοίχους, νιώθοντας την ψευδαίσθηση ότι οι ίδιοι δεν θα βρίσκονταν ποτέ αντιμέτωποι με την κρατική βία. Agora Arts

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences