[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Πάλι φακές έκανες; Στον Γιάννη δεν αρέσουν, πόσες φορές να το πω;» Γύρισα απότομα από τον νεροχύτη και την είδα στην κουζίνα μου, με τις παντόφλες της, σαν να ήταν σπίτι της. Η Ευανθία. Η πεθερά μου...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Πάλι φακές έκανες; Στον Γιάννη δεν αρέσουν, πόσες φορές να το πω;» Γύρισα απότομα από τον νεροχύτη και την είδα στην κουζίνα μου, με τις παντόφλες της, σαν να ήταν σπίτι της. Η Ευανθία.

Η πεθερά μου.

Κρατούσε το δικό της κλειδί στο χέρι και με κοιτούσε με εκείνο το βλέμμα το μισό λύπηση, το μισό περιφρόνηση.

Η μικρή μου, η Δάφνη, καθόταν στο τραπέζι και ζωγράφιζε.

Σήκωσε τα μάτια της και πάγωσε.

Ήταν μόλις έξι χρονών και ήδη ήξερε πότε να μη μιλάει. «Δεν είναι ώρα τώρα, κυρία Ευανθία», της είπα χαμηλά. «Κυρία Ευανθία;» γέλασε ξερά. «Εγώ μεγάλωσα αυτό το σπίτι.

Αν δεν ήμουν εγώ, ούτε ο Γιάννης θα είχε σταθεί στα πόδια του, ούτε εσύ θα ήξερες από πού μπαίνει ο ήλιος.» Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Γιάννης.

Ούτε με κοίταξε καλά καλά. «Τι έγινε πάλι;» είπε κουρασμένα, λες και ήμουν εγώ το πρόβλημα.

Τον κοίταξα και περίμενα.

Περίμενα έστω μία φορά να πει «Μαμά, φτάνει». Μία φορά.

Μια λέξη.

Τίποτα. «Ηρέμησε, Μαρία», είπε μόνο. «Δεν χρειάζεται να τα κάνεις όλα θέμα.» Εκεί έσπασε κάτι μέσα μου.

Όχι με φωνές.

Όχι θεαματικά. Αθόρυβα.

Σαν ποτήρι που ραγίζει και συνεχίζει να στέκεται μέχρι να το αγγίξεις λίγο ακόμα.

Ο γάμος μας δεν χάλασε σε μια μέρα.

Χάλασε λίγο λίγο.

Από εκείνα τα μικρά που οι άλλοι τα λένε λεπτομέρειες.

Από το ότι η μάνα του ανέβαινε απροειδοποίητα τρεις φορές τη μέρα.

Από το ότι άλλαζε θέση στα ντουλάπια γιατί «έτσι είναι πιο πρακτικά». Από το ότι ξαναέπλενε τα ρούχα που είχα πλύνει εγώ.

Από το ότι έλεγε στη γειτονιά πως εγώ δεν προσέχω το παιδί, πως είμαι νευρική, πως ο Γιάννης έχει πέσει σε δύσκολη γυναίκα.

Κι εκείνος; Εκείνος σιωπή.

Ή, ακόμα χειρότερα, δικαιολογίες. «Μην τη δίνεις σημασία, έτσι είναι η μάνα μου.» «Δεν το λέει κακά.» «Κάνε λίγο υπομονή.» Υπομονή έκανα επτά χρόνια. Επτά.

Δούλευα το πρωί σε ένα φαρμακείο στο Περιστέρι, έτρεχα μετά σπίτι, μαγείρευα, διάβαζα τη μικρή, πλήρωνα λογαριασμούς, κρατούσα ισορροπίες.

Και πάλι ένιωθα σαν φιλοξενούμενη.

Σαν να έπρεπε κάθε μέρα να αποδείξω ότι αξίζω να είμαι εκεί.

Το χειρότερο δεν ήταν οι φωνές της Ευανθίας.

Ήταν η αίσθηση ότι άρχισα να τις πιστεύω.

Ότι ίσως όντως δεν ήμουν αρκετή.

Ότι ίσως ήμουν υπερβολική, δύσκολη, αχάριστη.

Έβλεπα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και δεν με αναγνώριζα.

Μόνιμα σφιγμένο σαγόνι.

Μάτια κόκκινα.

Καμία χαρά. Μια Κυριακή, ήρθε η αδελφή του Γιάννη, η Σοφία, για τραπέζι.

Δεν είχα προλάβει να φτιάξω πολλά.

Είχα πυρετό, αλλά σηκώθηκα έτσι κι αλλιώς. Η Ευανθία μπήκε, σήκωσε το καπάκι από την κατσαρόλα και έκανε εκείνον τον μορφασμό. «Αυτό θα φάμε;» είπε. «Τι να σου πω, Μαρία… Ο γιος μου δεν έμαθε έτσι.» Και τότε η Δάφνη, με μια φωνή που ακόμα με στοιχειώνει, είπε: «Μαμά, γιατί η γιαγιά σου μιλάει σαν να μη σ’ αγαπάει κανείς εδώ;» Σιωπή. Ο Γιάννης θύμωσε.

Όχι με τη μάνα του.

Με μένα. «Βάζεις το παιδί στη μέση; Ντροπή σου.» Έμεινα να τον κοιτάω. «Το παιδί στη μέση το έχετε βάλει εσείς εδώ και χρόνια», του είπα.

Το βράδυ εκείνο κοιμήθηκε στον καναπέ.

Την επόμενη μέρα δεν μου μίλησε.

Την παράλληλη μέρα ήρθε η Ευανθία και μου είπε ψιθυριστά στην κουζίνα: «Αν δεν μπορείς να κρατήσεις τον άντρα σου ήρεμο, φύγε.

Μην τον τρελάνεις κι άλλο.» Το είπε τόσο απλά.

Σαν να μου πρότεινε να πάρω άλλο απορρυπαντικό. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences