«Τι είναι αυτά στα χέρια της;» είπε ο πατέρας μου πριν καν καθίσουμε καλά καλά στο τραπέζι. Η φωνή του έσκισε την ατμόσφαιρα σαν μαχαίρι. Η μάνα μου, με την ποδιά ακόμη δεμένη στη μέση, πάγωσε...
«Τι είναι αυτά στα χέρια της;» είπε ο πατέρας μου πριν καν καθίσουμε καλά καλά στο τραπέζι.
Η φωνή του έσκισε την ατμόσφαιρα σαν μαχαίρι.
Η μάνα μου, με την ποδιά ακόμη δεμένη στη μέση, πάγωσε κρατώντας την πιατέλα με τις πατάτες. Η Μαρίνα στάθηκε δίπλα μου ήρεμη, αλλά ένιωσα το χέρι της να σφίγγει το δικό μου.
Εγώ ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, και ταυτόχρονα να φωνάξω.
Ήταν η πρώτη φορά που έφερνα την αρραβωνιαστικιά μου στο κυριακάτικο τραπέζι στο πατρικό μου, στο Περιστέρι.
Ήξερα ότι δεν θα ήταν εύκολο.
Ο πατέρας μου είναι άνθρωπος παλιάς κοπής.
Συνταξιούχος οδηγός λεωφορείου, με άποψη για όλα, ειδικά για το «τι θα πει ο κόσμος». Η μάνα μου πιο μαλακή, αλλά πάντα πίσω από εκείνον.
Και η αδερφή μου, η Δήμητρα, καθόταν ήδη στον καναπέ και κοιτούσε σαν να περίμενε έκρηξη. Η Μαρίνα φορούσε ένα απλό μαύρο φόρεμα, τίποτα προκλητικό.
Αλλά τα τατουάζ στα χέρια της φαίνονταν.
Ένα κλαδί ελιάς στον πήχη, ένα μάτι στο εσωτερικό του καρπού.
Είχε κι ένα μικρό σκουλαρίκι στη μύτη.
Σε μένα αυτά άρεσαν.
Ήταν εκείνη. Αληθινή.
Καμία μεταμφίεση. «Πατέρα, λέγεται καλημέρα πρώτα», του είπα.
Εκείνος δεν με άκουσε καν. «Και αυτό στη μύτη; Τι πράγματα είναι αυτά;» Η Μαρίνα πήρε μια μικρή ανάσα και χαμογέλασε αμήχανα. «Καλημέρα σας, κύριε Στέλιο.
Χάρηκα πολύ που ήρθαμε.» Ο πατέρας μου τράβηξε την καρέκλα του απότομα. «Κάτσε πρώτα να φάμε και θα τα πούμε.» Αυτό το «θα τα πούμε» το ήξερα.
Ήταν απειλή, όχι κουβέντα. Καθίσαμε.
Τα πιάτα χτυπούσαν ελαφρά μεταξύ τους, τα πιρούνια, το ψωμί που έκοβε η μάνα μου χωρίς να σηκώνει μάτι.
Για λίγα λεπτά ακούγονταν μόνο τυπικές φράσεις.
Να δοκιμάσεις τη σαλάτα.
Να σου βάλω κι άλλο κοτόπουλο.
Μέχρι που ήρθε η ερώτηση που περίμενα. «Και με τι ασχολείσαι, κοπέλα μου;» είπε ο πατέρας μου, αλλά ο τόνος του μόνο ευγένεια δεν είχε. Η Μαρίνα τον κοίταξε κατευθείαν. «Είμαι tattoo artist.
Έχω στούντιο με μια φίλη μου στο Αιγάλεω.» Ακούστηκε το πιρούνι της μάνας μου να πέφτει στο πιάτο.
Ο πατέρας μου γέλασε ειρωνικά.
Ξερό γέλιο. «Δηλαδή κάνεις μουτζούρες στον κόσμο για επάγγελμα;» «Στέλιο...» ψιθύρισε η μάνα μου. «Τι Στέλιο; Να μην πω την αλήθεια; Ο γιος μου μηχανικός έγινε, έλιωσε στα διαβάσματα, κι έρχεται να μας παρουσιάσει για νύφη μια κοπέλα που τρυπάει μύτες και ζωγραφίζει χέρια;» Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Η Μαρίνα άφησε αργά το πιρούνι της κάτω.
Δεν μίλησε αμέσως.
Αυτό με πόνεσε πιο πολύ.
Γιατί είδα ότι προσπαθούσε να κρατηθεί. «Δεν τρυπάω μύτες», είπε ήρεμα. «Και η δουλειά μου είναι νόμιμη, καθαρή και την αγαπάω.
Έχω πελάτες που με εμπιστεύονται χρόνια.» Ο πατέρας μου χτύπησε την παλάμη στο τραπέζι. «Άλλες αξίες μάθαμε εμείς.
Άλλη κοινωνία.
Τι θα λένε οι συγγενείς; Ότι ο Νίκος μας βρήκε γυναίκα από τα... αυτά τα κυκλώματα;» «Ποια κυκλώματα;» πετάχτηκα. «Τι λες;» «Μη μου σηκώνεις φωνή μέσα στο σπίτι μου!» Η Δήμητρα τότε μίλησε πρώτη φορά. «Μπαμπά, υπερβάλλεις.» Εκείνος την αγνόησε. Η Μαρίνα γύρισε και με κοίταξε.
Στα μάτια της δεν είδα ντροπή.
Είδα πληγωμένο θυμό.
Αυτόν τον σιωπηλό που σε διαλύει. «Νίκο, αν θες, φεύγουμε», μου είπε χαμηλά.
Και εκεί κάπως έσπασα.
Γιατί κατάλαβα ότι αν σηκωνόμουν πάλι μισός, αν προσπαθούσα να τα ισορροπήσω όλα όπως έκανα μια ζωή, θα την έχανα. Και δίκαια. Σηκώθηκα όρθιος. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους